Θεατρο - Οπερα

Δήμητρα Κωτίδου - Κωνσταντίνος Κληρονόμος: «Η κοινωνία δεν έχει εξελιχθεί όσο θα θέλαμε»

Λίγο πριν ανέβουν στη σκηνή της ΕΛΣ, η σοπράνο και ο τενόρος μιλούν στην ATHENS VOICE

Λένα Ιωαννίδου
8’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Τι θα έβλεπε ο Βέρντι αν έγραφε την Τραβιάτα σήμερα;

Είναι ίσως η πιο πολυπαιγμένη όπερα στον κόσμο. Κι όμως, κάθε νέα συνάντηση μαζί της αποδεικνύει ότι πίσω από την ιστορία ενός καταδικασμένου έρωτα κρύβονται ερωτήματα που παραμένουν επίμονα σύγχρονα: οι κοινωνικές προκαταλήψεις, η θέση της γυναίκας, η ανάγκη να αγαπηθεί κανείς χωρίς όρους.

Λίγο πριν ανέβουν στη σκηνή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής ως Βιολέτα και Αλφρέντο, η σοπράνο Δήμητρα Κωτίδου και ο τενόρος Κωνσταντίνος Κληρονόμος, δύο νέοι, ταλαντούχοι καλλιτέχνες, με μοναδική χημεία μεταξύ τους, μιλούν στην ATHENS VOICE για την «Τραβιάτα» και τις απαιτήσεις των ρόλων τους και μοιράζονται κοινές εμπειρίες αλλά και όσα ανακάλυψαν πίσω από τις νότες του Βέρντι.

Το γεγονός ότι η Τραβιάτα είναι μια από τις δημοφιλέστερες όπερες του Βέρντι, αποτελεί προνόμιο για έναν ερμηνευτή ή του δημιουργεί μεγαλύτερη πίεση, αφού το κοινό έρχεται ήδη με πολύ συγκεκριμένες προσδοκίες;

Κωνσταντίνος Κληρονόμου: Και τα δύο. Είναι προνόμιο καταρχάς γιατί μπορείς να συγκαταλέγεσαι στους καλλιτέχνες που έχουν τραγουδήσει το ρόλο και έχεις στη φαρέτρα σου πληθώρα υλικού- από τις πρώτες ηχογραφήσεις στις αρχές του προηγούμενου αιώνα και αργότερα με την εξέλιξη της ποιότητας του ήχου και της εικόνας- για να δουλέψεις και να ενεργοποιήσεις τη φαντασία σου ερμηνευτικά. Από την άλλη όμως είναι και παγίδα γιατί εκτίθεσαι σε ένα καλά ενημερωμένο κοινό -και στην Ελλάδα- και πρέπει μουσικολογικά να είσαι πολύ καλά μελετημένος. Πέρα από τις σκηνοθετικές οδηγίες, δίνουμε πάντα κάτι από τον εαυτό μας. Το τι επιλέγεις να χρησιμοποιήσεις ως ποικίλματα ή ως ερμηνεία, δείχνει την προσωπικότητα, το γούστο σου. Στη σκηνή δεν παρουσιάζεις απλά τον ρόλο, είσαι εσύ και ο ρόλος. Δεν γίνεται αλλιώς.

Κωνσταντίνος Κληρονόμος © Guangming Arts Center

Η Βιολέτα θεωρείται από τους δυσκολότερους γυναικείους ρόλους του ρεπερτορίου. Μέσα σε τρεις πράξεις αλλάζει σχεδόν τρεις διαφορετικές φωνές. Αν ισχύει αυτό, ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο;

Δήμητρα Κωτίδου: Έτσι ακριβώς είναι, πολλοί μάλιστα λένε ότι χρειάζονται τρεις διαφορετικές σοπράνο για το ρόλο! Θέλει λάμψη και δεξιοτεχνία στην αρχή, ένα πιο λυρικό, μεσαίο μέρος, με πολλές ψυχολογικές μεταπτώσεις και στο συγκινητικό τέλος απαιτεί να δείξεις την κατάπτωση της ηρωίδας, χωρίς όμως να καταρρεύσεις φωνητικά. Το πιο δύσκολο πάντως για μένα όσο περίεργο κι αν ακούγεται, είναι να τραγουδήσω στο ντουέτο και χορωδιακό της πρόποσης από την πρώτη πράξη, το περίφημο Brindisi! Αυτό το απόσπασμα, γνωστό ακόμα και στο μη εξοικειωμένο με την όπερα κοινό, χιλιοτραγουδισμένο σε συναυλίες, σε ωδεία, σε πανεπιστήμια, βαθιά μέσα μου με κάνει να νιώθω ότι από τις πρώτες νότες, ο καθένας θα θυμηθεί ένα δικό του άκουσμα. Είναι τρομερά δύσκολο να «μαζέψεις» την ενέργεια που σκορπίζεται, να μη φύγει από εμάς, να μείνει στο τώρα. Κατά τα άλλα είναι ένας ρόλος αριστουργηματικά γραμμένος από την αρχή ως το τέλος. Ο Βέρντι κάνει τη δουλειά μου εύκολη!

Ένας έρωτας απέναντι στην κοινωνία

Όταν μελετήσατε το ρόλο ανακαλύψατε κάτι που δεν είχατε καταλάβει ως θεατές ή κάποια φράση του έργου που πλέον σας αγγίζει διαφορετικά;

Δ.Κ.: Είναι φυσικό, όταν παρακολουθείς μια όπερα, να σου κεντρίζουν το ενδιαφέρον οι φωνές, το πώς αντιμετωπίζουν οι ερμηνευτές ορισμένα σημεία που εμείς, οι «από μέσα» γνωρίζουμε ότι είναι πιο απαιτητικά. Όταν όμως μελέτησα το λιμπρέτο, πριν παρουσιάσουμε την Τραβιάτα στην Κίνα, αυτό που με εντυπωσίασε τρομερά ήταν μια φράση της Βιολέτας από την άρια της πρώτης πράξης "Ah, fors'è lui", που έλεγε «essere amata amando» (να αγαπιέσαι αγαπώντας). Εκεί νομίζω συμπυκνώνεται όλη η ουσία της ηρωίδας. Η φράση αυτή, που δεν είχα ποτέ παρατηρήσει ενώ είχα ακούσει άπειρες φορές την όπερα, μου άνοιξε τα μάτια.

Κ.Κ.: Τον ρόλο του Αλφρέντο τον έχω μελετήσει ολόκληρο, από πολύ νεαρή ηλικία, στο πανεπιστήμιο. Είναι από τους ρόλους, μαζί με τον Ριγκολέττο, με τους οποίους ξεκινά ένας τενόρος. Και οι δύο τότε μου είχαν φανεί πολύ ρηχοί χαρακτήρες . Είναι όμως άλλο να μελετάς επιφανειακά ένα ρόλο και άλλο να εμβαθύνεις για να τον ερμηνεύσεις. Όταν συναντηθήκαμε με τη Δήμητρα στη σκηνή, τα συναισθήματα, το κείμενο, η ιδιοφυής μουσική του Βέρντι και φυσικά ο μαέστρος μας, ο Λουκάς Καρυτινός, μου φανέρωσαν μια αλήθεια διαφορετική από αυτή που νόμιζα. Εκεί που πιστεύεις ότι έχεις να υπηρετήσεις κάτι ξεπερασμένο, τρως τα μούτρα σου γιατί βρίσκεσαι αντιμέτωπος με κοινωνικές προκαταλήψεις, με το είναι και το φαίνεσθαι, το εγώ των ηρώων, τα ίδια πράγματα δηλαδή που βιώνουμε σήμερα με τα social media. Η σύγκρουση ανθρώπων και χαρακτήρων που αντιστέκονται στις κοινωνικές νόρμες, η πάλη μεταξύ της αλήθειας μιας αγνής αγάπης και μιας άλλης, «πλαστικής» αλήθειας, είναι που κάνουν την Τραβιάτα διαχρονική.

Αν ξεχάσουμε ότι το λιμπρέτο της όπερας βασίζεται στο θεατρικό έργο Η κυρία με τις καμέλιες του Αλέξανδρου Δουμά υιού, πιστεύετε ότι αν ο Βέρντι αν έγραφε σήμερα την Τραβιάτα, θα επέλεγε ένα τόσο τραγικό τέλος;

Δ.Κ.: Δεν νομίζω ότι ο Βέρντι θα επέλεγε άλλο τέλος. Δυστυχώς αντί να βρισκόμαστε έτη φωτός μπροστά, είμαστε ακόμα πολύ πίσω ως προς το τι εικόνα έχει η κοινωνία σήμερα για τη γυναίκα. Στην Τραβιάτα, με το άνοιγμα της αυλαίας η Βιολέτα εμφανίζεται λαμπερή και κυρίαρχη στη δεξίωση που έχει οργανώσει σπίτι της. Ωστόσο οι σχέσεις με τον περίγυρό της είναι σκοτεινές. Όλοι κάτι θέλουν από αυτήν. Προκαταλήψεις, προβολές, επιθυμίες βάλλουν κατά πάνω της ανελέητα, με τόσο αδυσώπητο τρόπο, που δεν μπορεί παρά να οδηγηθεί στην κατάρρευση. Ήδη από τη δεύτερη πράξη, το όνειρο τελειώνει όταν τη συναντά ο πατέρας του Αλφρέντο. Είναι σαν να κρατά έναν καθρέφτη μπροστά της και ουσιαστικά να της λέει, δες, δεν ανήκεις στον κόσμο μας , αλλά στο περιθώριο. Ανάλογες συμπεριφορές δεν βιώνουν οι γυναίκες και στις μέρες μας;

Κ.Κ.: Εκεί ακριβώς πιστεύω συναντάται το χθες με το σήμερα. Ανεξάρτητα από το ποια θα είναι η σκηνοθεσία, η Τραβιάτα είναι μια σύγχρονη ιστορία. Η κοινωνία δεν έχει εξελιχθεί όπως θα θέλαμε, οι σχέσεις εξάρτησης υπάρχουν και η θέση της γυναίκας δεν απέχει πολύ από εκεί που την τοποθετεί το έργο. Γι’ αυτό νομίζω μας ακουμπά τόσο αυτή η όπερα. Δεν έχει εξιδανικευμένους ήρωες, αλλά ανθρώπους που έχουν πάθη και κάνουν λάθος επιλογές. Ο Αλφρέντο για παράδειγμα είναι ένας νεαρός αστός που από τη μια προσπαθεί να βρει το δρόμο του, αλλά είναι εξαρτημένος από τον πατέρα του και από την άλλη, θέλει να εισχωρήσει στους κύκλους της καλής κοινωνίας, να φανεί. Εκεί όμως συναντά την αλήθεια του. Είναι ο μόνος που βλέπει τη Βιολέτα όχι σαν αντικείμενο διασκέδασης αλλά σαν μέσο εξέλιξης. Την ερωτεύεται, την αγαπά πραγματικά. Το ότι ένιωσε όμως ξαφνικά την αγάπη δεν σημαίνει ότι είναι έτοιμος και να τη βιώσει. Αντιδρά παρορμητικά γιατί είναι ανώριμος συναισθηματικά. Ωριμάζει μόνο στο τέλος, μέσα από την αγγελική μορφή της Βιολέτας -εδώ ο Βέρντι εξυψώνει τη γυναίκα όπως κάνει και με τη Τζίλντα στον Ριγκολέττο- όταν η θυσία και η συγχώρεσή της φέρνουν τη λύτρωσή του. 

Δ.Κ.: Θαυμάζω τον Κωνσταντίνο γιατί πάντα κάνει τρομερή μελέτη πάνω στο ρόλο. Εγώ πάλι χρειάστηκε να κάνω έρευνα για να καταλάβω το υπόβαθρο της ηρωίδας μου. Το λιμπρέτο μας δίνει πολλές πληροφορίες για τον Αλφρέντο, αλλά για την καταγωγή, το παρελθόν, την οικογένεια της Βιολέτας δεν μαθαίνουμε τίποτα -μια παράλειψη που και πάλι καταδεικνύει τη θέση της γυναίκας. Είναι απλά μια λαμπερή εταίρα που περνά καλά. Ενώ δε οι πράξεις του Αλφρέντο είναι κατά κανόνα δικαιολογημένες, εκείνη κρίνεται σκληρά μέχρι τη στιγμή που υποχωρεί και θυσιάζεται.

Οι άνθρωποι που τους διαμόρφωσαν

Και οι δύο ανήκετε στη νέα γενιά λυρικών τραγουδιστών με σημαντικά βήματα στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Αν κάνετε ένα φλασμπάκ, υπήρξε κάποιος δάσκαλος που καθόρισε τη μετέπειτα πορεία σας ως καλλιτέχνες;

Δ.Κ.: Κοινός παρονομαστής για μένα και νομίζω και για τον Κωνσταντίνο είναι η δασκάλα μας, η Χριστίνα Γιαννακοπούλου, ο μέντοράς μας. Στη δική μου τουλάχιστον ζωή, έχει παίξει τεράστιο ρόλο. Μου έδωσε ελευθερίες, να είμαι ο εαυτός μου και να κάνω τις δικές μου επιλογές, Ποτέ δεν με εγκλώβισε σε δικές της νόρμες, ήθελε να είμαι ανοιχτή: «άκου, μάθε, ρώτα κι άλλους» έλεγε διαρκώς. Με έμαθε ότι πέρα από τις καλές φωνές, τις υψηλές νότες και τις μεγάλες ερμηνείες, πρέπει να έχεις αγάπη για τη δουλειά σου, να δείχνεις κατανόηση και, το σημαντικότερο, να μη βγαίνεις από το δρόμο σου για να «κλωτσήσεις» τον άλλο . Δεν ξεχνώ φυσικά και την εκπληκτική Μονσεράτ Καμπαγιέ. Την επιμονή της, με ώρες σκληρής εκπαίδευσης, στη σημασία της αναπνοής, αλλά και μια αντίδρασή της που με σημάδεψε, όταν σε μια συναυλία που τραγουδούσα Λακμέ την είδα να δακρύζει συγκινημένη…

Κ.Κ:. Κι εγώ λατρεύω την κοινή μας δασκάλα. Είμαστε τα παιδιά της. Όταν στο μυαλό σου, στην ύπαρξή σου υπάρχουν λόγια της, βλέμματα που κουβαλάς μέσα σου και σε κάθε δύσκολη ή και καλή στιγμή μπορούν, μετά από τόσα χρόνια, να σε αφυπνίσουν, αυτό λέει πολλά. Τώρα σε πιο τεχνικό επίπεδο, η μαθητεία μου δίπλα στον σκηνοθέτη Άικε Γκραμς στο πανεπιστήμιο Mozarteum του Σάλτσμπουργκ ήταν μεν συγκρουσιακή- δεν συμφωνούσα στην αρχή μαζί του- αλλά η ουσία της ήταν πολύ βαθιά. Απαιτούσε πάνω από το 100% των ψυχικών μας δυνάμεων, ακόμα και στην έρευνα, στη μελέτη, στην πρόβα που κάναμε. Έλεγε «οκ αλλά θέλω να πάτε βαθιά, δέκα ορόφους πιο κάτω» εννοώντας ότι το δέσιμο με κοινά βιώματα του καλλιτέχνη με το κοινό, θέλει αφοσίωση και θυσία.

© Guangming Arts Center

Το ότι γνωριζόσαστε φαντάζομαι κάνει τη συνύπαρξη σας στη σκηνή ακόμα πιο εύκολη. Πώς χτίζεται όμως μια σχέση εμπιστοσύνης ανάμεσα σε δύο τραγουδιστές άγνωστους μεταξύ τους;

Δ.Κ.: Είμαι τυχερή που έχω δίπλα μου τον Κωνσταντίνο στη συγκεκριμένη παραγωγή, όχι απλά επειδή γνωριζόμαστε αλλά επειδή σαν ερμηνευτές έχουμε τους ίδιους κώδικες, τις ίδιες αξίες. Όταν συναντηθήκαμε στην πρώτη πρόβα, παρόλο που είχαμε να βρεθούμε χρόνια, όλα κύλισαν αυτόματα, ακριβώς επειδή υπήρξε ταυτόχρονα, και από τους δύο, απόλυτη εμπιστοσύνη. Κανείς δεν ήθελε να επισκιάσει τον άλλο , να τον φέρει σε δύσκολη θέση, να νιώσει ανασφάλεια. Αυτή τη συνθήκη δεν έχουμε την τύχη να τη συναντάμε συχνά. Προσωπικά, ποτέ δεν αισθάνομαι άβολα στη σκηνή, θυμώνω μόνο όταν ο ένας σολίστ προσπαθεί να «καπελώσει» φωνητικά ή ερμηνευτικά τον άλλο. Ευτυχώς στις μέρες μας τέτοιες ακραίες συμπεριφορές είναι εξαιρέσεις.

Κ.Κ.: Γνωριζόμασταν από παλιά, όμως πέρα από την αύρα της Δήμητρας που τη νιώθεις μόλις τη βλέπεις, ουσιαστικά γνώρισα την ποιότητα και το ταλέντο της, στην Τραβιάτα. Η συνεργασία μας έχει όλα αυτά που απλά τα ονομάζεις χημεία. Δεν έχεις ανάγκη να αποδείξεις τίποτα και σε κανέναν, μοιράζεσαι καλλιτεχνικά και συναισθηματικά τον εαυτό σου με τον άλλο και όταν αυτό «δένει» δεν χρειάζεται καν να το συζητήσεις. Βέβαια, συμφωνώ, δεν συμβαίνει συχνά. Στη δουλειά αυτή, είναι πιθανό να συγκρουστείς με την κακή πλευρά της ανθρώπινης φύσης. Ωστόσο, πάντα θα υπάρχει η μουσική, ένας Βέρντι κάτω στην ορχήστρα που θα εξομαλύνει τις δύσκολες καταστάσεις επί σκηνής…

Ποιος εκπαιδεύει ποιον

Επιστρέφοντας στην Τραβιάτα, η πιστή αναπαράσταση του 19ου αιώνα που δημιούργησε ο Νίκος Πετρόπουλος πριν 25 χρόνια, συνεχίζει να συγκινεί το κοινό. Αναρωτιέμαι, η οπτική αυτή επηρεάζει και τη δική σας ερμηνεία και αν ναι, σε ποιο βαθμό;

Κ.Κ.: Η θεατρική σύμβαση είναι πάντα η ίδια, δεν μπορεί να αλλάξει. Είτε η σκηνοθεσία είναι σύγχρονη είτε κλασική, δηλαδή πιο κοντά στην εποχή που γράφτηκε το έργο, αυτό που καλείσαι να υπηρετήσεις είναι η αλήθεια. Τώρα, το ποια οπτική συγκινεί περισσότερο τον κόσμο, δεν θα πρέπει να μας επηρεάζει. Είμαστε εκπαιδευτές του κοινού και αυτό δικός μας εκπαιδευτής. Δεν γίνεται όμως τα θέλω του να υπερισχύουν ενός καλλιτεχνικού ρεύματος. Άλλωστε, μια παραγωγή δεν μπορεί να αρέσει σε όλους-και δεν θα έπρεπε. Από την άλλη δεν παραβλέπεις αυτό που συμβαίνει στην κοινωνία σήμερα, το συγκρίνεις ιστορικά, πνευματικά, ανθρώπινα με αυτό που συνέβαινε στο παρελθόν. Το να αλληλοεπιδρούμε, ίσως για κάποιους να είναι αναχρονισμός, δεν είναι όμως κακό. Όσο για εμάς, το σκηνικό, τα κοστούμια, η σύμβαση του παρελθόντος σε αυτή την παραγωγή αναμφίβολα μας επηρεάζουν σωματικά και ψυχολογικά-δεν θα έκανες κάτι που θα έκανε ένας άνθρωπος του σήμερα- όμως συνεχίζουμε να λέμε την αλήθεια.

Την περασμένη χρονιά η Τραβιάτα που θα παρακολουθήσουμε παρουσιάστηκε στην Σεντσέν της Κίνας και γνώρισε πρωτόγνωρη επιτυχία. Από τη δική σας εμπειρία, πώς αποδέχτηκε το κοινό ένα τόσο βαθιά ευρωπαϊκό έργο;

Δ.Κ.: Η Σεντσέν είναι μια πόλη βγαλμένη από το μέλλον. Σε αυτό το φουτουριστικό σκηνικό, μπροστά σε μια γενιά ανθρώπων απόλυτα εξοικειωμένων με την τεχνολογία, εμείς φέραμε το παρελθόν. Ήμασταν λοιπόν περίεργοι να δούμε τις αντιδράσεις του κοινού. Ειλικρινά δεν περιμέναμε τέτοιο ενθουσιασμό. Το μπαμ που έγινε με το χειροκρότημα δεν το ζεις συχνά.

Κ.Κ.: Πράγματι, η αντίδρασή τους ήταν σχεδόν γηπεδική! Τελικά, η επίδραση της μουσικής στον άνθρωπο αποδεικνύεται ξανά και ξανά. Δεν έχει σημασία ποιος είναι αυτός ούτε σε ποιο γεωγραφικό πλάτος της γης βρίσκεται. Η τέχνη της ακουμπάει τους πάντες.

© Guangming Arts Center
INFO
Τραβιάτα στην Εθνική Λυρική Σκηνή Όπερα
Διάρκεια: '

  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Νίκος Σ. Πετρόπουλος / Αναβίωση σκηνοθεσίας: Ίων Κεσούλης / Χορογραφία: Δήμητρα Σβήγκου
  • ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Βιολέττα Βαλερύ: Βασιλική Καραγιάννη (18, 21, 24, 28/7), Δήμητρα Κωτίδου (19, 23, 26, 30/7). Φλόρα Μπερβουά: Μαρισία Παπαλεξίου (18, 21, 24, 28/7), Χρυσάνθη Σπιτάδη (19, 23, 26, 30/7). Αννίνα: Τζούλια Σουγλάκου (18, 21, 24, 28/7), Σοφία Κυανίδου (19, 23, 26, 30/7). Αλφρέντο Ζερμόν: Γιάννης Χριστόπουλος (18, 21, 24, 28/7), Κωνσταντίνος Κληρονόμος (19, 23, 26, 30/7). Τζόρτζιο Ζερμόν: Τάσης Χριστογιαννόπουλος (18, 21, 24, 28/7), Διονύσης Σούρμπης (19, 23, 26, 30/7). Γκαστόνε: Γιάννης Καλύβας (18, 21, 24, 28/7), Νικόλας Μαραζιώτης (19, 23, 26, 30/7). Βαρόνος Ντουφόλ: Μαξίμ Κλονόφσκι (18, 21, 24, 28/7), Χρήστος Ραμμόπουλος (19, 23, 26, 30/7). Μαρκήσιος του Ομπινύ: Νίκος Κοτενίδης (18, 21, 24, 28/7), Σωτήρης Τριάντης (19, 23, 26, 30/7). Δόκτωρ Γκρανβίλ: Μάριος Σαραντίδης (18, 21, 24, 28/7), Γιώργος Παπαδημητρίου (19, 23, 26, 30/7). Τζουζέππε: Νίκος Κατσιγιάννης (18, 21, 24, 28/7), Αντώνης Αντωνιάδης (19, 23, 26, 30/7). Οικονόμος / Μαντατοφόρος: Ιωάννης Κοντέλλης (18, 21, 24, 28/7), Βασίλης Δημακόπουλος (19, 23, 26, 30/7). Με την Ορχήστρα, τη Χορωδία και το Μπαλέτο της ΕΛΣ
  • ΘΕΑΤΡΟ: Εθνική Λυρική Σκηνή
Δες αναλυτικά