Μια εβδομάδα αφιερωμένη στον άνθρωπο, τις ιδέες και όσα μας ενώνουν
- CITY GUIDE
- PODCAST
-
17°
Βασίλης Χαραλαμπόπουλος: «Είχα από μικρός την ανάγκη να μη βλέπω στεναχωρημένα πρόσωπα»
Ο Βασίλης Χαραλαμπόπουλος υποδύεται τον Τρουφαλντίνο στον «Υπηρέτη δυο αφεντάδων» που ξεκινά την καλοκαιρινή του περιοδεία στις 29 Ιουνίου
Τον συνάντησα σε ένα καφέ στην Πλάκα. Ήταν χαμογελαστός, θερμός και πολύ ανθρώπινος, όχι μόνο μαζί μου αλλά και με όλον τον κόσμο που μας πλησίαζε για να του μιλήσει. Και δεν ήταν λίγοι… Η συζήτηση μας με τον Βασίλη Χαραλαμπόπουλο ξεκίνησε με αφορμή τον «Υπηρέτη δυο αφεντάδων», σε σκηνοθεσία του Γιάννη Κακλέα, όπου υποδύεται τον Τρουφαλντίνο, αλλά -όπως ήταν φυσικό- δεν περιοριστήκαμε εκεί. Μου μίλησε για τον ρόλο της κωμωδίας στη ζωή του, για την ενέργεια που παίρνει από την επαφή του με τον κόσμο, για την αγάπη του για την Αθήνα, αλλά και για τον κύκλο που κλείνει φέτος για να αρχίσει κάτι καινούριο στη συνέχεια.
Συνέντευξη με τον Βασίλη Χαραλαμπόπουλο για τον Υπηρέτη δυο αφεντάδων
Η επιστροφή 15 χρόνια μετά στην ίδια παράσταση
«Ο Υπηρέτης δυο αφεντάδων» σε σκηνοθεσία Γιάννη Κακλέα, με τον Βασίλη Χαραλαμπόπουλο στον πρωταγωνιστικό ρόλο ξεκίνησε το ταξίδι του το 2011, με διαφορετικό καστ. «Ήταν μια εντελώς διαφορετική παράσταση και ένα εντελώς διαφορετικό κοινό», μου αναφέρει. Και μάλιστα είναι μια παράσταση που χαρακτηρίζει τη συνεργασία χρόνων με τον Γιάννη Κακλέα. «Την αναπολούσαμε αυτήν την παράσταση, οπότε αποφασίσαμε να την ξαναπαρουσιάσουμε». Επέστρεψαν την περασμένη καλοκαιρινή σεζόν, καθώς είναι για εκείνον ένας από τους πιο εμβληματικούς του ρόλους. «Και ο κόσμος μας δικαίωσε διότι ήρθαν και μας είδαν 60.000 θεατές. Οπότε αποφασίσαμε να το ανεβάσουμε και φέτος για όσους δεν τα κατάφεραν να το (ξανα) δουν πέρυσι».
Υποδύεσαι έναν κωμικό ήρωα, τον Τρουφαλντίνο, ο οποίος, πέρα από τις παγαποντιές που κάνει, τσαλακώνεται συνεχώς πάνω στη σκηνή, όπως κάθε κωμικός ήρωας άλλωστε και αυτό προκαλεί το γέλιο στο κοινό. Πώς βιώνεις εσύ στη σκηνή αυτό το «τσαλάκωμα»;
Ο αμιγώς κωμικός ηθοποιός είναι λαϊκός ήρωας. Είναι ένα πρόσωπο που ανήκει στον κόσμο που τον παρακολουθεί. Είναι ένα κομμάτι του. Αυτό πρέπει να εμπεριέχει αλήθεια. Και κωμωδία πρέπει να εμπεριέχει οπωσδήποτε αλήθεια. Γιατί μέσα από τα πάθη του ήρωα, ο θεατής θα γελάσει. Αλλά αυτός που παθαίνει, παθαίνει. Γιατί αν απλώς υποδυθεί ότι παθαίνει, ο θεατής δεν θα γελάσει, θα το καταλάβει.
Οπότε, είναι πολύ σημαντικό, ο θεατής να ξεχαστεί και να μην βλέπει τον Χαραλαμπόπουλο να παίζει, αλλά να βλέπει τον Τρουφαλντίνο, τον λαϊκό αυτό Ιταλό, που με τις παγαποντιές του προσπαθεί να επιβιώσει. Αφού τα έφερε η μοίρα να βρεθεί με δυο αφεντικά -διότι νόμιζε ότι τον έναν τον είχε χάσει αλλά επέστρεψε-, σκέφτηκε μήπως βγάλει κάτι παραπάνω. Οπότε στην προσπάθειά του να μην τον ανακαλύψουν, τα κάνει λίγο μαντάρα. Αλλά για να περάσει καλά ο κόσμος, περνάμε και εμείς καλά πάνω στη σκηνή. Στην κωμωδία όλα τα κύτταρά μας το γλεντάνε. Δεν τα βάζουμε να υποφέρουνε για να βγάλουμε δράμα. Διότι για να μεταφέρουμε την αλήθεια σε κάθε είδος πρέπει να τη νιώθουμε πρώτα μέσα μας.
Όταν παίζουμε κωμωδία, όλα τα κύτταρά μας γλεντάνε
Τι διαφορετικό θα δούμε σε σχέση με το περσινό ανέβασμα;
Φέτος έχουμε και δύο αντικαταστάσεις, αλλά και πέρα των αντικαταστάσεων, φερόμαστε σαν να είναι πάλι ένα καινούργιο έργο και μπαίνουν και καινούργια πράγματα, το οποίο τελικά είναι ένας ζωντανός, αυθαίρετος οργανισμός, που εμείς απλώς είμαστε τα πιόνια του. Αυτό θα βρει ένα καινούργιο δρόμο και μια καινούργια οντότητα ως παράσταση. Έτσι κι αλλιώς, να σου πω την αλήθεια, όσες παραστάσεις και να κάνουμε σε μία σεζόν, ποτέ μία παράσταση δεν είναι ίδια με την άλλη. Γιατί κάθε φορά το κοινό είναι διαφορετικό και μας δίνει άλλη ενέργεια. Και αυτό είναι και η μαγεία του θεάτρου.
Ποια είναι εκείνα τα στοιχεία του ήρωά σου που θαυμάζεις και ποια ενδεχομένως δεν αντέχεις;
θαυμάζω τον αυθορμητισμό του, αυτή την ιταλιάνικη φινέτσα. Δηλαδή, βλέπει το όμορφο, θα το φωνάξει. Δεν θα ντραπεί. Όπως πας στην Ιταλία και άμα δουν μια όμορφη γυναίκα, θα ουρλιάζουν: «Bella, bella»! Αυτό με τρελαίνει, αυτό μου αρέσει. Αυτή η εξωστρέφεια, μου αρέσει πάρα πολύ. Την έχω σε ένα βαθμό, χωρίς να ουρλιάζω βέβαια στον δρόμο.
Αυτό είναι το πιο ουσιαστικό κομμάτι του που μου αρέσει πάρα πολύ στον Τρουφαλντίνο. Και δεν υπάρχει κάτι που να μη μου αρέσει σε εκείνον. Γιατί όλα όσα κάνει του τα δικαιολογώ.
Έχεις δυο αφέντες, τη Φαίη Ξυλά και τον Γιωργή Τσαμπουράκη, οι οποίοι κυνηγούν τον απαγορευμένο έρωτά τους.
Ναι, είναι απαγορευμένος λόγω της κατάστασης. Δηλαδή το φοβερό είναι ότι ο Γκολντόνι δεν είναι ένας συγγραφέας μιας απλής κωμωδίας. Έχει παντρέψει με μαγικό τρόπο την commedia del arte με κάτι εντελώς καθαρά ρεαλιστικό. Και μιλάμε για έναν φόνο που συμβαίνει και για έναν έρωτα που είναι κυνηγημένος εξαιτίας αυτού του φόνου. Οπότε έχουμε ένα δράμα που συμβαίνει μέσα σε αυτή την κωμωδία.
Και είναι για μένα και νομίζω και για τους θεατές ότι η ουσία της κωμωδίας που λέγαμε στην αρχή ότι είναι κάτι το οποίο ο θεατής μπορεί να μην μπορεί να αποκρυπτογραφήσει πολλά πράγματα και ίσως δεν έχει τις γνώσεις αλλά έχει τις αισθήσεις, το συναίσθημα μπορεί να νιώσει τη συγκίνηση, μπορεί να γελάσει κιόλας. Μετά θα συζητήσει κάποια πράγματα.
Είναι έτσι κι αλλιώς σε κάθε παράσταση είτε κωμωδία είτε δράμα, δεν αποζητάω έναν θεατή ο οποίος είναι σπουδαγμένος ή να έχει ακαδημαϊκές γνώσεις. Για μένα ο θεατής του θεάτρου είναι σαν έναν άνθρωπο που μπαίνει για πρώτη φορά σε ένα μουσείο σύγχρονης τέχνης και βλέπει πίνακες ζωγραφικής που μπορεί να μην καταλαβαίνει τίποτα να μην μπορεί να τους «μεταφράσει» και ξαφνικά να δει ένα πίνακα και κάτι να αισθανθεί. Αυτό είναι το ζητούμενο και στο θέατρο κατά τη γνώμη μου.
Πώς έχει δέσει το αριστοτεχνικό κείμενο του Γκολντόνι με τον ρυθμό που δίνει στις παραστάσεις του ο Γιάννης Κακλέας και τη δική σου ιδιοσυγκρασία που μοιάζει πολύ ταιριαστή με τον ρόλο;
Είναι κάποια πράγματα που η ίδια η κωμωδία σου δίνει. Δηλαδή ο ρυθμός είναι κάτι το οποίο βγαίνει αβίαστα και πρέπει να βγει αβίαστα. Γιατί η κωμωδία πρέπει να έχει έναν ρυθμό. Από εκεί και πέρα, άμα είσαι μάστορας όπως είναι ο Γιάννης Κακλέας, πρέπει να ξέρεις πότε μπορείς να χαμηλώσεις αυτό το ρυθμό της κωμωδίας, έτσι ώστε να πάρει την ανάσα και το κοινό να παρακολουθεί και το έργο και μετά να ξαναδώσει ένα μπουστ. Οπότε ένα βασικό κομμάτι είναι ο ρυθμός και φυσικά το μεγαλύτερο ουσιαστικό κομμάτι είναι η κατανόηση της συγκεκριμένης κωμωδίας ως προς το κοινό, δηλαδή στις σχέσεις του.
Το οποίο εκεί πέρα ο μαέστρος πάλι είναι φυσικά, έχεις τα ταλέντα, έχεις τους ηθοποιούς, αλλά πρέπει να ενορχηστρώσεις όλα αυτά τα όργανα σωστά, να είναι καλοκουρδισμένα. Ο Γιάννης έχει ένα πολύ μεγάλο ταλέντο να δημιουργεί σε μια παράσταση μια τέτοια σχέση με τη μουσική που υπάρχει και το ρυθμό της κωμωδίας από εμάς, οπότε να μην υπάρχει περίπτωση να ξεφύγουμε και να χάσουμε το ρυθμό μας. Κάνει ένα πολύ ωραίο μπλέξιμο. Και σε αυτό συντελεί και ο Βάιος Πράπας που είναι ένας μαγικός συνθέτης και μουσικός. Είμαστε πολύ ευγνώμονες που τον έχουμε. Πέρυσι συνεργάστηκα για πρώτη φορά μαζί και αισθάνθηκα τόσο ευλογημένος που κάναμε ξανά αυτή την παράσταση γιατί με τη δικιά του ουσιαστικά πινελιά, ζήσαμε κάτι εντελώς καινούριο.
Πώς είναι να ταξιδεύεις με την παράσταση σε διάφορα μέρη της Ελλάδας που δεν έχουν θέατρο και περιμένουν το καλοκαίρι να δουν κάποιες παραστάσεις;
Εκεί μας κάνει ο κόσμος να νιώθουμε πιο ευτυχισμένοι που κάνουμε αυτή τη δουλειά. Γιατί στην Αθήνα ο κόσμος έχει όλες τις ευκαιρίες να ψυχαγωγηθεί και έχει όλα τα θέατρα στα πόδια του. Όταν πηγαίνω σε ένα μέρος όπου δεν υπάρχει θέατρο, ο κόσμος αισθάνεται παραμελημένος. Και είναι διαφορετική η αντίδρασή τους. Δηλαδή στο τέλος, παρόλο που έχουν δει κωμωδία, μπορεί να κλαίνε από τη χαρά τους. Και είναι πάρα πολύ ωραίο συναίσθημα να βλέπεις την ευτυχία στα μάτια τους.
Οπότε αυτό μας δίνει δύναμη. Γιατί το ζήτημα περιοδεία στην Ελλάδα είναι μεγάλη κουβέντα. Έχει τρομερές δυσκολίες και μια από τις μεγαλύτερες είναι η οικονομική. Ευτυχώς όλα αυτά τα χρόνια στη ζωή μου δεν μου είχε τύχει κάποια αρνητική κατάσταση. Άλλωστε, νομίζω ότι και για μένα η σχέση με τον κόσμο ή αν θες η διαφήμιση του εαυτού μου στην Ελλάδα δεν ήταν μόνο η τηλεόραση. Ήταν ότι κάθε καλοκαίρι, έτσι κι αλλιώς είναι η χαρά μου, είναι το να ταξιδεύω την Ελλάδα. Οπότε, με βλέπουν από κοντά σε κάθε πόλη όπου πηγαίνω. Και είναι το marketing μου. Είναι τα social μου, το να πηγαίνω εκεί και να με βλέπουν. Και να βλέπουν και τη δουλειά μου ζωντανά, να με βλέπουν και εμένα, να συζητάμε, να μπορούμε να μιλήσουμε, να μπορούμε μετά να υπογράψουμε τα αυτόγραφα, να φωτογραφηθούμε. Οπότε υπολογίζουμε κάθε φορά και μια επιπλέον ώρα για να γίνουν όλα αυτά.
Σε διάφορες πόλεις έχουμε και θεατές που είναι γνωστοί μέσα απ' τα χρόνια, δηλαδή είναι σταθεροί. Και αυτό είναι πολύ όμορφο.
Το κλείσιμο ενός κύκλου
Μου εξηγεί τον λόγο που επιστρέφει σε αυτήν την παράσταση. «Αποφάσισα να επιστρέψω σε δυο παραστάσεις, τον Υπηρέτη δυο αφεντάδων και τον Σιρανό ντε Μπερζεράκ -τον χειμώνα- δυο αγαπημένες για μένα παραστάσεις, μια εντελώς κωμική και μια πιο δραματική αλλά με πολλά κωμικά στοιχεία, και με αυτές να κλείσω έναν κύκλο στη ζωή μου, ώστε να ανοίξει κάποιος άλλος. Θα προσπαθήσω να αγγίξω πράγματα θεατρκά, υποκριτικά, τα οποία δεν θα άγγιζα πιο νωρίς. Νιώθω πλέον την ωριμότητα και τη δύναμη να παλέψω για πράγματα -άλλα πιο κλασικά, άλλα πιο μοντέρνα- που είναι πάντως σίγουρα ιδιαίτερα.
Μιλάς με γρίφους, του είπα, αλλά δεν ήθελε να το αναλύσει περαιτέρω, γεγονός απολύτως σεβαστό.
Πώς μπήκε η κωμωδία στη ζωή σου;
Όταν κάποιος φέρνει στον νου του τον Βασίλη Χαραλαμπόπουλο, σίγουρα το μυαλό του πηγαίνει αυτόματα στην κωμωδία. Είναι το είδος με το οποίο έχει συνδεθεί περισσότερο. Όταν τον ρωτώ αν είναι η κωμωδία που τον εκφράζει περισσότερο καλλιτεχνικά, η απάντηση έρχεται αυτόματα: «Η κωμωδία είναι η φύση μου. Η μοίρα το θέλησε να ψαχτώ από πολύ μικρός μέσα από τη χαρά που δίνει ένας ηθοποιός κάνοντας κωμωδία. Οπότε αυτό μας φέρνει πίσω στην παιδική μου ηλικία. Γιατί από μικρός είχα την ανάγκη να μη βλέπω στεναχωρημένα πρόσωπα. Οπότε λογικά θα έκανα τον γελωτοποιό για να χαρούν όλοι. Ουσιαστικά η κωμωδία ήταν κάτι το οποίο μου έβγαινε αβίαστα. Κι ήταν κι ένας λόγος που αισθάνθηκα τη δύναμη να ακολουθήσω αυτό που αγαπούσα. Άλλωστε η κωμωδία, από τα σπάργανα, όταν βρίσκεσαι στην εφηβεία, μπορείς να νιώσεις αν αρέσει αυτό που κάνεις».
Στην κωμωδία το κείμενο είναι η βάση
«Όσο καλός και αν είναι ένας κωμικός, αν δεν έχει κάποια βάση κειμένου -κι ας ξεφύγει-δεν θα βγει κάτι καλό. Και εκεί θα δείξει και το ταλέντο του. Νομίζω ότι περισσότερο από τον δραματικό ηθοποιό, ο κωμικός πρέπει να έχει ταλέντο. Αν με ρωτήσεις βέβαια τι είναι ταλέντο, δεν ξέρω τι να σου πω. Είναι κάτι ιδιαίτερο, ίσως μοναδικό, που κάνει τη διαφορά χωρίς όμως να μπορώ να το ορίσω. Διότι δεν είναι εύκολο να ανέβει μια καλή κωμωδία».
Πόση ανάγκη έχει ο κόσμος μια καλή κωμωδία σήμερα;
Είναι πολύ σημαντικό όχι μόνο να γελάσει ο κόσμος αλλά να ξεχαστεί, ειδικά στην εποχή που ζούμε, που δεν είναι απλώς ζόρικη. Αλλά κάτι παραπάνω. Στο ρολόι που καταγράφει την καταστροφή του κόσμου δεν βρισκόμαστε στο παρά 5 απλώς αλλά στο στο παρά 2 δευτερολεπτα, όσον αφορά την καταστροφή της ψυχής μας. Γιατί, σε όποια ηλικία, σε όποια διαδρομή είναι ο καθένας μας. Ακόμα και να είναι σε μια καλύτερη φάση επιβίωσης, δεν πρέπει να έχει κλειστά τα μάτια του και τα αυτιά του, και να μην βλέπει γύρω του τι συμβαίνει. Και μιλάω για τις νεότερες γενιές, για το πώς τα περνούν, πώς δυσκολεύονται στα απλά και καθημερινά, όπως αν θα έχουν χρήματα να πληρώσουν το μετρό μέχρι το σουπερμάρκετ, το νοίκι και τα κοινόχρηστα.
Είμαι πέρα των κομμάτων. Αυτό που με νοιάζει είναι το πώς φέρονται στη χώρα και στους ανθρώπους που ζουν σε αυτή τη χώρα. Και το χειρότερο είναι ότι έχει κλαπεί η ελπίδα σε αυτή τη νεολαία. Δεν έχει κάτι να υπολογίζει, γιατί ξέρεις πάντοτε ήταν δύσκολες οι εποχές. Εδώ πέρα, το να δουλέψει η νεολαία, σημαίνει δουλεύω μόνο για να μη χρωστάω. Δεν δουλεύω για να μαζέψω και να πάω διακοπές.
Το άλλο δεν είναι, είναι καθαρά δημιουργικό. Η ελπίδα και τα όνειρα που πρέπει να κάνει ένας νέος, πρέπει να υπάρχουν οι βάσεις για να τα κάνει. Και όχι το να νιώθει με το καλημέρα ότι πρέπει να φύγει από αυτή τη χώρα, μήπως και καταφέρει κάτι κάπου άλλο.
Μιλάς κυρίως για τους δικούς σου νέους συναδέλφους, ένα επάγγελμα που βάλλεται από ανεργία και οικονομικές δυσκολίες;
Όσο σημαντικά είναι η τηλεόραση, ο κινηματογράφος και το θέατρο, επί της ουσίας το να σηκωθεί ο θεατής από το σπίτι του για να έρθει να σε δει στο θέατρο, είναι το σημαντικότερο πράγμα στην εξέλιξη ενός τοπιού. Το οποίο αυτό μπορεί να το καταφέρει ένας ηθοποιός μετά από πολλή χρονή τριβή. Ακόμα και με τη τηλεόραση. Δεν είναι ότι επειδή κάποιος έκανε μια επιτυχία στην τηλεόραση, ο κόσμος θα έρθει αμέσως στο θέατρο να σε δει. Υπάρχει μια πορεία και μια εμπιστοσύνη με το κοινό που χτίζεται σιγά σιγά. Και επειδή τώρα είναι fast food όλα, είναι πολύ δύσκολο να συμβεί κάτι τέτοιο. Αυτό είναι η μεγαλύτερη δυσκολία που έχουν οι νεότεροι ηθοποιοί τώρα.
Η συζήτησή μας αναπόφευκτα φτάνει στην τηλεόραση, στα «Εγκλήματα» και το «Είσαι το ταίρι μου»...
Αν νομίζετε ότι ο Βασίλης Χαραλαμπόπουλος έγινε γνωστός από τα «Εγκλήματα» και στη συνέχεια από το «Είσαι το ταίρι μου», εκείνος θα το διαψεύσει. Η καριέρα του ξεκίνησε από το θέατρο όπου σημείωσε σε παράσταση Δευτερότριτου στην εποχή που δεν υπήρχαν τα sold out. «Σε μεταφέρω πίσω στο 1999, όταν μας έδωσαν το θέατρο Μελίνα, το τότε φουαγιέ του Παλλάς, πριν την ανακαίνιση, για να ανεβάσουμε το "Μόλις χωρισα" που είχε γράψει ο υπέροχος Βαγγέλης Χατζηνικολάου- που ήταν ο πιο αγαπημένος φίλος μου μέχρι να φύγει από τη ζωή- μαζί με τον Βασίλη Μυριανθόπουλο. Μας είχαν δώσει εκείνες τις ημέρες μήπως έρθουν να μας δουν κάποιοι φίλοι, οι γονείς μας... Και ξαφνικά η παράσταση έγινε talk of the town, γεμίζοντας κάθε φορά το θέατρο. Εκεί ήρθαν να με δουν ο Βαγγέλης Πετρόπουλος, η Καίτη Κωνσταντίνου και η Μαρία Καβογιάννη. Η αρχική πρόταση που μου έκαναν ήταν ένα απλό γκεστ στα δυο τελευταία επεισόδια του πρώτου κύκλου στα "Εγκλήματα". Και αυτό μετά άλλαξε... Οπότε δεν μπορώ να πω ότι με ανέδειξε η τηλεόραση. Το θέατρο πρώτα με ανέδειξε και εν συνεχεία και η τηλεόραση.
Οπότε, βάζοντας ως απαρχή τα «Εγκλήματα» -παρόλο που είχα κάνει 1-2 σειρές πριν από αυτό- έχω μια πολύ ωραία διαδρομή και στην τηλεόραση, που ξεκίνησε πριν από 27 χρόνια. Ωστόσο, στο σύνολο δεν έχω κάνει πάνω από 6 σειρές.
Η ομορφιά ανήκει στα μάτια αυτών που μας ερωτεύονται
Και έπειτα ήρθε το «Είσαι το ταίρι μου»...
Με το «Είσαι το ταίρι» μου συνέβη κάτι μαγικό που δεν περίμενα ούτε εγώ ούτε και οι υπόλοιποι να συμβεί: να βλέπεις μικρά παιδιά τώρα, που όχι απλώς δεν είχαν γεννηθεί, αλλά δεν υπήρχαν καν ούτε ως σκέψη όταν παιζόταν και να τρελαίνονται με τη σειρά, να γνωρίζουν απ' έξω ατάκες... Και είναι φοβερό. Και όταν έρχονται και με βρίσκουν με κάνουν να νιώθω όπως ένιωθα εγώ για τους ηθοποιούς του παλιού ελληνικού κινηματογράφου. Είναι μεγάλη αυτή η κουβέντα και είναι λίγο ντροπή αυτό που λέω. Αλλά δεν το εννοώ με την έννοια της σημαντικότητας, αλλά με την έννοια του χρόνου που πέρασε. Περάσανε 25-26 χρόνια και είναι σαν να παίζεται τώρα. Δηλαδή ζούμε μια άλλη παρόμοια κατάσταση, που έχει φύγει ο χρόνος, αλλά οι αξίες έχουν καλλιεργηθεί στους γονείς, στα παιδιά τους, στα εγγόνια τους...
Στο «Είσαι το ταίρι μου» ζούσες έναν ασυνήθιστο στα μάτια του κόσμου έρωτα, θα πω. Πόσο επίκαιρο ενδεχομένως είναι τώρα όσον αφορά το ζήτημα της ομορφιάς και της εικόνας που κυριαρχεί στις μέρες μας;
Ναι γιατί δεν ήμουνα ζεν πρεμιέ, δεν ήμουνα ωραίος. Άλλος ήταν ο ωραίος. Ωστόσο το θέμα της ομορφιάς είναι μεγάλη κουβέντα, ειδικά σήμερα... Και σε αυτή τη σειρά υπήρχε έντονα αυτή η συζήτηση για την ομορφιά του χαρακτήρα, της ψυχής. Πώς μπορείς να κερδίσεις τον άλλον, χωρίς να είναι τα εξωτερικά χαρακτηριστικά τέτοια. Και αυτό είναι και η ουσία της ζωής μας πραγματικά. Δηλαδή τώρα, ειδικά στην εποχή που ζούμε, το θέμα ομορφιά, αν φανταστείς ότι είναι από το μικρότερο ή το μικρότερο, μέχρι το μεγαλύτερο, με ένα κινητό, όπου ουσιαστικά τι κάνει, κυνηγάνε κάτι το οποίο είναι άπιαστο. Να υπάρχει μια ομορφιά, ξέρεις, η στιγμιαία ομορφιά η οποία χάνεται. Όταν ξυπνάς, ξανασηκώνεσαι και να ξαναφτιαχτείς και να είσαι όμορφος, να είσαι όμορφη. Αλλά ξέρεις, επί της ουσίας, η ομορφιά ουσιαστικά δεν μας ανήκει. Δεν ανήκει στον καθένα μας. Η ομορφιά ανήκει στα μάτια αυτών που μας ερωτεύονται. Βλέπεις πόσο όμορφος είσαι μέσα από τα μάτια αυτού που σε έχει ερωτευτεί. Και επί της ουσίας, αυτή είναι η πραγματική ομορφιά. Από όπου κι αν πηγάζει. Τα υπόλοιπα είναι στιγμιαία.
Μιας και την επόμενη εβδομάδα ξεκινούν τα Επιδαύρια, θα ήθελα να θυμηθείς την πρώτη σου εμπειρία στην Επίδαυρο.
Ήταν το 2003, που μου έκανε πρόταση το ΚΘΒΕ να παίξω στους Βατράχους τα Αριστοφάνη σε σκηνοθεσία Σωτήρη Χατζάκη. Μέχρι τότε, ούτε στα όνειρά μου δεν μπορούσα να φανταστώ, να διανοηθώ ότι μπορεί να παίξω στην Επίδαυρο. Δεν ήταν στους στόχο μου για να μην πικραθώ. Φυσικά είχα τη χαρά να παίξω πολλές φορές μετά. Αν και και κάθε φορά που έπαιζα ήταν σαν να είναι η τελευταία για να τη χορτάσω. Έκανα λοιπόν το Ξανθία στους Βατράχους, μαζί με τον Χρήστο Στεργιόγλου που έκανε τον Θεό Διόνυσο με τον Αλέξανδρο Μυλωνά (Ευριπίδης), τον Κώστα Σάντα (Αισχύλος) και πολλούς πολλούς ηθοποιούς και της Θεσσαλονίκης που γνώρισα επάνω και παίξαμε μαζί και αγαπηθήκαμε. Και πέρα από το ότι ήμουν άτυχος γιατί στις μέρες της πρόβας εγώ είχα ένα ιατρικό θέμα και ήμουν στο κέντρο υγείας με ορούς. Οπότε θυμάμαι μέχρι τη γενική πρόβα να πηγαίνω σαν γεράκος για να κάνω σωστά τις κινήσεις μου. Και θυμάμαι λοιπόν την πρώτη στιγμή όπου παίρνουμε θέση στο σκηνικό -που ήταν ένα υπέροχο μεταλλικό δέντρο όπου έπρεπε να σκαρφαλώσουμε εγώ και ο Χρήστος και να πάρω θέση πάνω σε ένα κλαδί για να ξεκινήσει η παράσταση με μια δική μου ατάκα. Σβήνουν τα φώτα, αρχίζω να ανεβαίνω στον κορμό και καθώς ανέβαινα έβλεπα αυτή τεράστια ανθρώπινη βεντάλια -το οποίο δεν θα το ξεχάσω ποτέ- και μου είχε πάρει την ανάσα. Ένιωθα ότι δεν έχω οξυγόνο να μιλήσω. Και έλεγα Θεέ μου θα γίνω ρεζίλι. Αλλά με το που ανάβουν τα φώτα, ως δια μαγείας καταφέρνω και λέω την ατάκα και έπειτα πέφτει και το πρώτο γέλιο. Και αυτό ήταν μαγικό διότι ένιωσα ότι όλοι αυτοί οι χιλιάδες θεατές ήταν οικογένειά μου και έχουν μεγάλη χαρά που με βλέπουν να παίζω. Έτσι από αγωνία μου γύρισε σε ένα απίστευτο ψυχικό γλέντι.
Η Επίδαυρος για μένα δεν είναι το ιερό του πράγματος. Είναι η ευλογία να παίζεις σε ένα θέατρο που πραγματικά είναι χτισμένο με τις καλύτερες προϋποθέσεις - γιατί οι αρχαίοι ήξεραν να χτίζουν θέατρα- ώστε να είναι φιλικό και προς τον θεατή και προς τον ηθοποιό....
Και κλείνουμε με μια ερώτηση για την Αθήνα, μιας και γεννήθηκες και μεγάλωσες στο κέντρο της πόλης. Ποιοι είναι οι λόγοι που σε κάνουν να την αγαπάς;
Γεννηθήκα στο Αίγιο αλλά όμως όταν ήμουν ενός έτους ήρθα εδώ. Οπότε θα μπορούσες να πεις ότι είμαι σχεδόν γέννημα θρέμμα Αθηναίος. Έχω περάσει τα περισσότερα χρόνια της ζωής μου στη συνοικία του Βύρωνα, όπου έχω ζήσει τα πάντα. Άλλωστε είναι πολύ κοντά στο κέντρο. Αλλά τα πρώτα της σχολής δούλευα σε ένα βιβλιοπωλείο στον Βύρωνα και θυμάμαι κατέβαινα καθημερινά για παραγγελίες στο κέντρο. Έπειτα δούλευα στη Ρόμβης σε ένα μαγαζί με δαντέλες... Έχω κάνει διάφορα πράγματα και μέσα από αυτή την την τριβή μου την καθημερινή με τους ρυθμούς της Αθήνας θέλω να σου πω ότι λατρεύω το κέντρο, λατρεύω τη ζωντάνια, την έντονη κυκλοφορία του κόσμου. Δεν θα μπορούσα να με φανταστώ να μένω σε ένα προάστιο που μπορεί να έχω μεν έναν ωραίο κήπο, αλλά να είμαι μόνος μου και να μην υπάρχει ζωντάνια έξω από το σπίτι. Γι' αυτό μένω και κέντρο πλέον- για μένα είναι κάτι μαγικό. Βέβαια και η Θεσσαλονίκη είναι η δεύτερη πατρίδα της ψυχής μου. Κάθε φορά που πάω μένω κέντρο γιατί είναι άλλο πράγμα να κατεβαίνεις και να μιλάς με τον κόσμο, να πίνεις καφέδες να είσαι στη θάλασσα. Είναι πιο προνομίουχα η Θεσσαλονίκη από την Αθήνα. Αλλά η χαρά που μου προσφέρει η Αθήνα είναι ότι με κάνει να αισθάνομαι πιο ζωντανός. Εν κατακλείδι, ο λόγος που αγαπώ την Αθήνα είναι η ίδια η Αθήνα.
Δειτε περισσοτερα
Ο άνθρωπος που ταξίδεψε μόνος στην Ευρώπη για να φωτογραφίσει τον χρόνο
Τι θα δούμε στα μεγάλα μουσεία, τα ιδρύματα, τις γκαλερί και τους χώρους τέχνης της πόλης
Τι θα δούμε στα θερινά θέατρα, στα άλση, τις ταράτσες και στα νέα φεστιβάλ της Αθήνας
Οι νομάδες αποφάσισαν να ριζώσουν ανοίγοντας το δικό τους εστιατόριο σε ένα κτήριο που μετρά 100 χρόνια ιστορίας
Οι άνθρωποι που κρατούν την πόλη όρθια όταν οι υπόλοιποι πατάμε παύση