Περίμενα να βρω κάτι σκοτεινό, και μυστικιστικό. Ίσως δρυΐδες να κάνουν ιεροτελεστίες στην σκιά των πετρών. Αντί για αυτό βρέθηκα ανάμεσα σε εικοσιπέντε χιλιάδες ανθρώπους, τύμπανα, και μια παράδοση που μένει ζωντανή για χιλιετίες.
- CITY GUIDE
- PODCAST
-
17°
Περιμένοντας τον ήλιο να φανεί - Μέσα στο αρχαίο τελετουργικό του Stonehenge
Όλοι μας έχουμε δει τον ήλιο να ανατέλλει.
Όμως ποτέ δεν είχα νιώσει εκείνη τη συγκρατημένη ανάσα ενός ολόκληρου πλήθους πριν φανεί
Έφτασα λίγο πριν τα μεσάνυχτα. Το πάρκινγκ ήταν ήδη γεμάτο με αυτοκίνητα και τροχόσπιτα. Στα αριστερά, ένα μονοπάτι και ένα ατέλειωτο ποτάμι ανθρώπων που βάδιζαν αθόρυβα στο σκοτάδι, κατευθυνόμενοι προς ένα σημείο που δεν μπορούσα ακόμα να δω. Ακολούθησα το πλήθος. Σχεδόν μισή ώρα δρόμος, με μια μόνιμη προσμονή για το τι θα συναντούσα στο τέλος του. Δίπλα από το μονοπάτι, άνθρωποι με μπύρες στα χέρια καθόντουσαν στα λιβάδια που απλώνονταν. Μόνο τα κεφάλια τους ξεχώριζαν από τα φυτά.
Όταν φάνηκαν οι πέτρες, σταμάτησα για λίγο.
Λουσμένες σε μπλε και βιολετί φως, ξεπρόβαλλαν από το σκοτάδι. Τεράστιες, επιβλητικές, πιο παλιές από οτιδήποτε είχα αντικρίσει ποτέ.
Το Stonehenge μετρά πάνω από 5.000 χρόνια. Οι πέτρες του ταξίδεψαν από την Ουαλία για να σταθούν εδώ με τέτοια ακρίβεια ώστε σε κάθε θερινό ηλιοστάσιο ο ήλιος να φωτίζει την καρδιά του. Για αιώνες αποτελούσε τόπο ταφής, θεραπείας, λατρείας. Πλέον, κατά τα ηλιοστάσια δύο φορές τον χρόνο, τα σχοινιά γύρω από το μνημείο πέφτουν και ο κόσμος μπορεί να μπει ξανά μέσα να υποδεχθεί τον ήλιο, όπως ακριβώς έκαναν και οι πρόγονοί τους.
Έξω από τις πέτρες υπήρχε η αίσθηση μιας μεγάλης, ήρεμης συνάντησης. Άνθρωποι καθόντουσαν στο γρασίδι κουβέντιαζαν, έπιναν, παρατηρούσαν. Άλλοι ξαπλωμένοι κοιμόντουσαν με μαξιλάρια και παπλώματα.
Μπαίνοντας στον πέτρινο κύκλο του μνημείου, όλα άλλαζαν. Στο κέντρο, μουσικοί μαζεμένοι σε κύκλο με κρουστά στα χέρια. Έπαιζαν συγχρονισμένα έναν πρωτόγονο ρυθμό που ένιωθες τις δονήσεις του στο σώμα σου πριν καν φτάσει στα αυτιά σου. Σαν να μετέφραζαν κάτι πανάρχαιο σε ήχο, αγγίζοντας ένα εξίσου αρχαίο κομμάτι μέσα σου.
Γύρω τους, το πλήθος χόρευε στον ρυθμό. Άνθρωποι από κάθε γωνιά της γης, κάθε ηλικίας, γέμιζαν τα κενά ανάμεσα στις πέτρες. Κάθε παύση συνοδεύονταν από χειροκροτήματα. Ώσπου ο ρυθμός ξαναγύριζε, και όλοι πάλι βυθίζονταν μέσα του.
Κάποια στιγμή πρόσεξα τα βλέμματα γύρω μου να στρέφονται προς τον ορίζοντα πίσω μου, το ένα μετά το άλλο. Η σελήνη είχε μόλις εμφανιστεί ανάμεσα από δύο πέτρες. Ήταν απλά εκεί, απόμακρη αλλά παρούσα.
Μόλις έβγαινες εκτός του πέτρινου κύκλου, ο ήχος έσβηνε σε ένα αχνό βουητό. Κάθισα στο γρασίδι λίγα μέτρα μακριά. Παντού γύρω μου παρέες που είχαν επιλέξει το δικό τους κομμάτι γης για τη νύχτα. Κουβέντιαζαν, έπαιζαν μουσική, κοιμόντουσαν κι ούτε ένας δεν φαινόταν να ενοχλείται. Σήκωσα το βλέμμα μου ψηλά. Τα σύννεφα είχαν φύγει και ο ουρανός ήταν για λίγο καθαρός, γεμάτος αστέρια. Η Μεγάλη Άρκτος στεκόταν πάνω από τις πέτρες και το πλήθος που χόρευε, σαν να έδειχνε τον δρόμο σε όσους πρόκειται να έρθουν. Έμεινα ακίνητος να κοιτάζω τη θέα. Δεν ξέρω αν ένιωσα περισσότερο δέος για την εικόνα που έβλεπα ή ευγνωμοσύνη που βρισκόμουν εκεί να το δω. Μάλλον και τα δύο.
Έπαιζαν συγχρονισμένα έναν πρωτόγονο ρυθμό... Σαν να μετέφραζαν κάτι πανάρχαιο σε ήχο, αγγίζοντας ένα εξίσου αρχαίο κομμάτι μέσα σου
Η νύχτα κυλούσε αργά. Ήταν περίπου τρεισήμισι όταν το σκοτάδι άρχισε να λιγοστεύει και ο ρυθμός των κρουστών να επιταχύνεται. Όσοι κοιμόντουσαν σιγά σιγά σηκώθηκαν όρθιοι. Χωρίς να το συνεννοηθεί κανείς, το πλήθος μαζεύτηκε γύρω από τις πέτρες με βλέμμα στραμμένο προς την ανατολή. Η ώρα πλησίαζε. Χιλιάδες σώματα, το ένα δίπλα στο άλλο, απλά να περιμένουν.
Όπως περιμένεις κάποιον αγαπημένο σου να φανεί.
Ο ουρανός είχε σχεδόν φωτίσει, αλλά ο ήλιος ακόμα δεν είχε φανεί. Κανείς δεν ήξερε με σιγουριά πού ακριβώς να κοιτάξει. Τα κρουστά σταμάτησαν. Σιωπή, ή κάτι πολύ κοντά σε αυτή. Και τότε, αργά, σχεδόν ντροπαλά, ένα χρυσό φλεγόμενο τόξο αποκαλύφθηκε στον ορίζοντα.
Το πλήθος ξέσπασε. Πιο πολύ ακούσια παρά συνειδητά, λες και το σώμα πήρε την απόφαση πριν ο νους προλάβει.
Ένα κοριτσάκι, ανεβασμένο στους ώμους του πατέρα της, χειροκροτούσε με τα μικρά της χέρια και με ένα τεράστιο χαμόγελο. Πιο δίπλα, ένα ζευγάρι κρατούσε αγκαλιά το μωράκι τους μπροστά στο φως, με τους παππούδες δεξιά κι αριστερά — τρεις γενιές σε ένα κάδρο. Μια νεαρή γυναίκα είχε ανέβει σε μια από τις μικρότερες πέτρες και ζωγράφιζε σε ένα μπλοκ, ξυπόλητη, αδιάφορη για τις χιλιάδες ματιές γύρω της, ή για το αν επιτρέπεται να κάθεται εκεί. Άνθρωποι αγκαλιασμένοι έβλεπαν τον ήλιο να ανεβαίνει, με πρόσωπα ζεστά, όπως σπάνια τα βλέπεις. Ένας άλλος φυσούσε σαπουνόφουσκες, και ενώ σε μια άλλη συνθήκη αυτό ίσως φαινόταν παιδικό, εκεί ήταν ακριβώς αυτό που έλειπε.
Χιλιάδες σώματα, το ένα δίπλα στο άλλο, απλά περιμένοντας.
Όπως περιμένεις κάποιον αγαπημένο σου να φανεί.
Στεκόμουν ανάμεσα στις πέτρες και κοίταζα τον ήλιο, όταν συνέβη κάτι που ακόμα δεν έχω καταφέρει να εξηγήσω. Μέσα σε μια στιγμή ο κόσμος γύρω μου στένεψε, άρχισα να ζαλίζομαι και ένα δυνατό βουητό κατέκλυσε τα αυτιά μου. Οι φωνές δίπλα μου έγιναν θαμπές, σαν να ήμουν κάτω από το νερό. Το έδαφος δεν ένιωθε σταθερό. Ταραγμένος, απομακρύνθηκα από το πλήθος, τριάντα μέτρα ίσως παραπάνω, και κάθισα στο χορτάρι.
Σε λίγα λεπτά, είχε περάσει.
Ήμουν εξαντλημένος, άυπνος και μέσα σε ένα τεράστιο πλήθος — λογικό να συμβεί κάτι τέτοιο θα έλεγε κανείς. Και πάλι, συνέβη ακριβώς εκείνη τη στιγμή, σε εκείνο το μέρος, και δεν είχα νιώσει ποτέ τίποτα αντίστοιχο.
Από εκεί που καθόμουν, μπορούσα να δω τα πάντα. Οι πέτρες, ο κόσμος γύρω τους και ο ήλιος να ανεβαίνει στον ουρανό. Ολόκληρη η σκηνή απλωμένη μπροστά μου σε μια ματιά. Δίπλα μου στεκόταν μια ηλικιωμένη γυναίκα, γαλήνια με ένα αχνό χαμόγελο στο πρόσωπό της.
«Πόσο όμορφα είναι» της είπα.
«Δέκατη έβδομη φορά που βλέπω την ανατολή από αυτό το σημείο», απάντησε.
Τη ρώτησα τι την κάνει να ξαναγυρίζει.
«Είναι ο τρόπος μου να δείχνω την ευγνωμοσύνη μου στη φύση», είπε.
Σώπασα, έκλεισα τα μάτια κι έκανα ακριβώς το ίδιο.
Γυρίζοντας προς τον κύκλο, είδα ανθρώπους να ακουμπούν τις παλάμες τους πάνω στις πέτρες, μερικοί ξυπόλητοι, ακίνητοι, με κλειστά μάτια. Έπαιρναν ή έδιναν κάτι πίσω, δεν κατάλαβα τι από τα δύο.
Στο κέντρο, τα τύμπανα συνέχιζαν να ορίζουν το ρυθμό. Όλο το βράδυ τα άκουγα αλλά ακόμα δεν είχα καταφέρει να φτάσω δίπλα τους. Όμως τώρα το πλήθος είχε αραιώσει και βρισκόμουν αρκετά κοντά. Ώσπου μια στιγμή κάποιος κουνήθηκε, ένα κενό άνοιξε μπροστά μου, κι ένας από τους μουσικούς γύρισε το κεφάλι του προς το μέρος μου. Για ένα δευτερόλεπτο είδα το πρόσωπό του. Ένας από τους αρχιτέκτονες της νύχτας είχε μόλις αποκαλυφθεί. Γύρω του, οι υπόλοιποι μουσικοί καθισμένοι σε κύκλο, άνθρωποι κάθε φυλής με όργανα στα χέρια.
Το σύμπαν μόλις είχε ευθυγραμμιστεί. Σήκωσα τη κάμερά.
Τη ρώτησα τι την κάνει να ξαναγυρίζει.
«Είναι ο τρόπος μου να δείχνω την ευγνωμοσύνη μου στη φύση», είπε.
Έφυγα λίγο μετά τις οκτώ, ακολουθώντας μια ουρά από ανθρώπους που γυρνούσαν πίσω μέσα από τα χωράφια. Πιο σιωπηλός απ' όταν είχα φτάσει. Κουρασμένος, μα γεμάτος.
Είκοσι πέντε χιλιάδες άγνωστοι είχαν περάσει μια ολόκληρη νύχτα μαζί για να δώσουν λίγη από την ενέργειά τους πίσω στη φύση, αγγίζοντας, έστω για λίγο, κάτι ασύγκριτα μεγαλύτερο από αυτούς.
Όλοι μας έχουμε δει τον ήλιο να ανατέλλει. Όμως ποτέ δεν είχα νιώσει εκείνη τη συγκρατημένη ανάσα ενός ολόκληρου πλήθους πριν φανεί, ποτέ δεν είχα ακούσει χιλιάδες ανθρώπους να χειροκροτούν τον ουρανό τη στιγμή που εμφανίστηκε.
Αξίζει το χειροκρότημα. Αξίζει η ευγνωμοσύνη.
Απλά το ξεχνάμε.
Δειτε περισσοτερα
«Κάθε κόσμημα έχει περάσει από ανθρώπινα χέρια»
Ο ιστορικός τέχνης και επιμελητής δεν αφηγείται ιστορίες άλλων, αλλά επιμελείται το ίδιο του το βλέμμα: τις εμμονές, τις επιστροφές και τις αγάπες που το διαμόρφωσαν.
Δες το βίντεο και ανακάλυψε το περιβαλλοντικό σου σκορ!
Το ανατρεπτικό ντοκιμαντέρ για τη νέα γενιά και τη σχέση της με την αγορά εργασίας
Μιλήσαμε με τον φωτογράφο, με αφορμή την έκθεσή του για την τσικουδιά, στα Χανιά