Μιλήσαμε με τον δημοφιλή ηθοποιό με αφορμή την παράσταση «Μισάνθρωπος» στο θέατρο Φιλίπ
- CITY GUIDE
- PODCAST
-
17°
Γεράσιμος Γεννατάς: «Ζούμε σε μια εποχή αφόρητης ψευτιάς»
Ο Γεράσιμος Γεννατάς υποδύεται τον Άλκηστο στον «Μισάνθρωπο» του Μολιέρου στο θέατρο Φιλίπ, σε σκηνοθεσία Ιόλης Ανδρεάδη
Συνάντησα τον Γεράσιμο Γεννατά λίγo πριν τη παράσταση «Μισάνθρωπος», στο θέατρο Φιλίπ, όπου υποδύεται τον Άλκηστο. Το έργο του Μολιέρου, στη διασκευή που συνυπογράφουν ο Άρης Ασπρούλης και η Ιόλη Ανδρεάδη ξεκίνησε το ταξίδι του τη σεζόν 2025-2026 από το Θεσσαλικό Θέατρο, στο πλαίσιο της επετείου για τα 50 χρόνια λειτουργίας του υπό την καλλιτεχνική διεύθυνση του Ορέστη Τάτση. Η παράσταση κατέβηκε στην Αθήνα τον Μάρτιο του 2026, στο θέατρο Φιλίπ, σε συμπαραγωγή του Θεσσαλικού Θεάτρου με την εταιρεία Μέθεξις του Χρήστου Τριπόδη, και ολοκληρώνει τον κύκλο της στις 5 Απριλίου.
Ευγενικός και φιλικός, εστίασε στις αξίες και ιδανικά που θίγονται στο έργο και τείνουν να χαθούν στις μέρες μας, ενώ η συζήτησή μας κινήθηκε πολύ στη διαχρονικότητα της παράστασης, αλλά και στις αναλογίες με το σήμερα.
Συνέντευξη με τον Γεράσιμο Γεννατά για τον «Μισάνθρωπο» του Μολιέρου
Η συζήτησή μας με τον Γεράσιμο Γεννατά ξεκίνησε από το κείμενο της παράστασης. Η μετάφραση του Γιάγκου Ανδρεάδη έχει διασκευαστεί από την Ιόλη Ανδρεάδη και τον Άρη Ασπρούλη και, όπως σε όλες τους τις παραστάσεις, γίνεται και εδώ μια αναγωγή στο σήμερα, με απόλυτο σεβασμό στο αρχικό κείμενο. «Υπάρχει μια σκηνική διασκευή που έχει να κάνει περισσότερο με τους χαρακτήρες. Από την κεντρική σκηνή του κουτσομπολιού, των εθυμοτυπικών συζητήσεων του καλού κόσμου, λείπουν κάποιοι χαρακτήρες. Επικεντρώνεται στα κύρια πρόσωπα του έργου. Οπότε επί της ουσίας το κείμενο δεν έχει αλλάξει, απλώς έχει γίνει μια περίληψη των ρόλων, κάτι που βοήθησε τη δράση και τον ρυθμό του έργου. Η μετάφραση του Γιάγκου Ανδρεάδη –που έχει διατηρήσει τον έμμετρο λόγο του Μολιέρου– χρησιμοποιεί πολύ όμορφες λέξεις. Και, πίστεψέ με, είναι τόσο ευχάριστο, τόσο αγαλλιαστικό ν’ ακούς αυτά τα λόγια. Πρώτα απ’ όλα γιατί είναι πάρα πολύ ωραία ελληνικά, αλλά και για το σαγηνευτικό περιεχόμενό τους».
Είναι η πρώτη φορά που υποδύεστε τον Άλκηστο, τον πρωταγωνιστή στον «Μισάνθρωπο» του Μολιέρου. Τι κοινά στοιχεία έχετε με τον ήρωα;
Η μόνη μου επαφή επί σκηνής με το συγκεκριμένο έργο ήταν το 1997 στο ανέβασμα του Λευτέρη Βογιατζή, όπου είχα τρεις μικρούς ρόλους.
Κοινά στοιχεία με τους ρόλους έχουμε όλοι μας, διότι αποτελούν εκδοχές και πτυχές των ανθρώπων. Θα έλεγα ότι κάποια χαρακτηριστικά των ηρώων προβάλλονται κάπως περισσότερο, ώστε να γίνεται πιο εύληπτο, πιο ξεκάθαρο αυτό που μεταφέρουν ως υλικό σκέψης και να μπορείς πιο εύκολα να κάνεις την αναγωγή στα πιστεύω τους.
Για μένα ο Άλκηστος είναι ένας αντι-ήρωας. Αν και οι περισσότεροι ήρωες έχουν, θεωρώ, στοιχεία αντι-ήρωα, με την έννοια ότι στέκονται απέναντι σε κάτι το οποίο είναι αμετακίνητο, είναι καθεστώς, και προσπαθούν με την ενέργειά τους να το μετακινήσουν.
Ωστόσο δεν είναι όλοι οι ήρωες ίδιοι. Στον αντίποδα του Άλκηστου βρίσκεται ο Ορόντης, που προσωποποιεί την εποχή της υποκρισίας και της κολακείας.
Ο Ορόντης (Στάθης Κόκκορης) προσωποποιεί αυτό που συμβαίνει στην τότε κοινωνία. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι ο «Μισάνθρωπος» γράφτηκε μέσα στην αυλή του Λουδοβίκου IV, του επονομαζόμενου Βασιλιά- Ήλιου. Μιλάμε για συνθήκες αφόρητης ολιγαρχίας, όπου κυριαρχούσε ένα τραγικό μείγμα υποκρισίας και επιβολής, της υποκρισίας και του αυταρχισμού και του φαίνεσθαι.
Οι αναλογίες με το σήμερα είναι τρομακτικές. Σήμερα υπάρχει ένα περιτύλιγμα γύρω από τα πάντα και κανείς δεν μπαίνει στη διαδικασία να το ξετυλίξει. Δεν ασχολούμαστε με τα ποιοτικά χαρακτηριστικά των πραγμάτων, με τις ιδέες.
Και, όσον αφορά το κοινωνικό πλαίσιο, βλέπουμε πως σε όλες τις χώρες έχουμε δημοκρατίες που νοιάζονται για τους αριθμούς, όχι τους ανθρώπους. Το πρώτο υλικό της δημοκρατίας, όμως, είναι ο άνθρωπος. Και το ζητούμενο θα έπρεπε να είναι το πώς θα δημιουργηθούν οι συνθήκες για να χαμογελάμε, να ζούμε όμορφα, χαρούμενα, χωρίς αυτό το άχθος της επιβίωσης που κουβαλάμε στην καθημερινότητα.
Θα έλεγα, ωστόσο, ότι ο ήρωας που πριμοδοτείται από τον Μολιέρο δεν είναι ο Άλκηστος, αλλά ο Φιλήντας (Αστέρης Κρικώνης), ο οποίος είναι ένας άνθρωπος υποχωρητικός, συγκαταβατικός, θέτει τα όριά του ως προς το μέχρι πού θα συνθηκολογήσει και θα υποχωρήσει – κάτι πολύ σημαντικό. Ο Άλκηστος, αντιθέτως, καταφεύγει στον αυτοεξορισμό, μπαίνει σε μια σπηλιά και ζει μόνος του. Δεν είναι κοινωνικό ον.
Αυτό που κάνει εντύπωση εξαρχής στην παράσταση είναι το σκηνικό, όπου έχουν τοποθετηθεί μεγάλα κάδρα. Κάθε κάδρο αντιστοιχεί και σε έναν ήρωα, που, όταν δεν βρίσκεται επί σκηνής, μένει εντός του κάδρου του κάνοντας μικρές, ανεπαίσθητες κινήσεις, σε διάλογο με την επί σκηνής δράση. Παράλληλα, υπήρχε μόνο ένα μικρόφωνο, που το χρησιμοποιούσατε για συγκεκριμένους σκοπούς. Πώς δουλέψατε με αυτά τα δυο σκηνοθετικά μέσα;
Την Ιόλη την ενδιαφέρουν πολύ οι εσωτερικοί κόσμοι των ανθρώπων. Το μικρόφωνο παίζει αυτόν τον ρόλο, είναι μια πιο εσωτερική φωνή.
Τώρα όσον αφορά τα κάδρα, η Ιόλη ξεκίνησε τη σκέψη αυτή εμπνεόμενη από την τοπολογία της παράστασης, που λέει σε ένα σημείο ότι διαδραματίζεται στην Πινακοθήκη της Σελιμένης. Οπότε με τα κάδρα δημιουργείται μια πινακοθήκη των ηρώων της παράστασης, όπου αυτοί αποκτούν και μια οντολογική υπόσταση. Ο κάθε ρόλος στο κάθε κάδρο έχει αναπαρασταθεί από 100άδες ηθοποιούς, έχουν γραφτεί γι’ αυτόν 100άδες άρθρα, περικλείει μια γενικότερη ενέργεια. Είναι ένα ζωντανό μουσείο, θα λέγαμε. Σε κάθε κάδρο βλέπουμε τον ήρωα του Μολιέρου, που έχει ταξιδέψει τρεις αιώνες και συμπυκνώνει μέσα του μια αισθητική ιστορία, μια πορεία, αλλά και ένα καταστάλαγμα σκέψεων, ανθρώπων που έχουν ασχοληθεί μαζί του. Είναι ένα κάδρο που ζωντανεύει. Για να το συνοψίσω, όταν ο ήρωας είναι μέσα στο κάδρο, δρα σαν μια ζωντανή αποτύπωση του χρόνου. Δηλαδή εγώ πολλές φορές νομίζω ότι ενστερνίζομαι συμπεριφορές που θα μπορούσαν να προέρχονται κι από ένα άλλο ανέβασμα, άλλου ύφους, πιο γκροτέσκου.
Ο Άλκηστος βρισκόταν σχεδόν συνεχώς εκτός κάδρου. Γιατί;
Ο Άλκηστος δρα out of the box (γέλια). Mόνο στο τέλος, που επιλέγει να φύγει, εισέρχεται με έναν τρόπο περίεργο μέσα στο κάδρο του, φορώντας βέβαια και μια μάσκα, ενώ ακούγεται το τραγούδι του Σώτου Παναγόπουλου «Μη μένεις μόνος μέσα στη νύχτα». Αυτό προέκυψε στην πρόβα, με την παραίνεση της Ιόλης «Για κάνε κάτι, βρε Γεράσιμε». Επειδή το μυαλό μπορεί να κάνει πολλές σκέψεις γύρω απ’ αυτό και δεν μπορεί να καταλήξει σε μία, γι’ αυτό το κρατήσαμε. Ο Άλκηστος μπήκε μεν μέσα στο κάδρο, αλλά με έναν περίεργο τρόπο. Είναι σαν να είναι κάποιος άλλος…
Είναι η 5η σας συνεργασία με την Ιόλη Ανδρεάδη. Πώς δουλεύετε μαζί της; Τι περιθώρια ελευθερίας δίνει στους ηθοποιούς η προσέγγισή της;
Κάθε φορά έχω να αντιμετωπίσω ένα στιβαρά τοποθετημένο υλικό. Στην πρώτη πρόβα η Ιόλη έρχεται με μια παράσταση που θα μπορούσε να σκηνοθετηθεί έτσι ακριβώς όπως είναι γραμμένη, χωρίς καμία αλλαγή από τους ηθοποιούς. Ωστόσο, είναι πάρα πολύ ανοιχτή στο να ενταχθούν στην παράσταση ακόμα και στοιχεία εντελώς διαφορετικού οντολογικού περιεχομένου, αρκεί να νιώθει η ίδια ότι αυτό είναι εφικτό. Αυτό άλλωστε μπορεί να σου φέρει η πρόβα. Φέρνει το απρόσμενο, σου αποκαλύπτει αυτό που δεν θα μπορούσες εύκολα να σκεφτείς μόνο με τη λογική.
Οπότε, απαντώντας στο ερώτημά σου περί ελευθερίας, θα μπορούσα να πω ότι η ελευθερία μου δουλεύοντας μαζί της είναι απόλυτη και καμία. Μπορεί να επιλέξει την πιο αιρετική πρόταση και να την εισάγει στην παράσταση, γιατί τα περνάει από το κόσκινο και της σκέψης και της καρδιάς. Αυτό είναι το ζητούμενο τελικά.
Και βέβαια έχει και μια πολύ σαφή κοινωνική τοποθέτηση. Δεν αφήνει τα πράγματα να μιλήσουν μόνο για τα πρόσωπα, τους ήρωες της παράστασης. Πάντα κάνει και αναγωγή στη μεγαλύτερη κλίμακα. Πάντα θα μιλήσει και για την κοινωνία. Αλλά το κάνει με έναν τρόπο που ενσωματώνεται στο κείμενο και φαίνεται εντελώς φυσικό.
Κάποια στιγμή ο Άλκηστος λέει «είναι αγάπη αυτή η τιμωρία»; Θα ήθελα να το αντιστρέψω και να ρωτήσω: η αλήθεια εντέλει γίνεται τιμωρία;
Απολύτως. Ή, αν δεν είναι, πρέπει να ξέρεις ότι οποιαδήποτε στιγμή μπορεί να χρειαστεί να πληρώσεις το τίμημα.
Όμως ένας άνθρωπος τόσο αυθεντικός μπορεί να είναι εντέλει αποδεκτός;
Ζούμε σε μια εποχή αφόρητης ψευτιάς, σε σημείο που το ψεύδος τείνει να μετατραπεί σε αλήθεια. Αυτό το βρίσκω σκιαχτικό. Δεν θα μας βγει σε καλό. Γιατί το κακό είναι αδηφάγο και άπληστο, δεν σταματά. Και νιώθω ότι είναι πολύ θολωμένη η σκέψη μας. Νομίζουμε ότι η καλοπέραση έγκειται στο να έχουμε πολλά πράγματα γύρω μας. Για μένα προσωπικά είναι πολύ σαφές –το έχω πει κι άλλες φορές, γιατί το νιώθω σε υπερβολικό βαθμό– ότι δεν υπάρχει πια ο κόσμος των ιδεών. Δηλαδή ότι κάθε εξουσία κόπτεται να απομακρύνει τους ανθρώπους από την ιδεολογία, ότι η ιδεολογία που προτείνεται αυτή τη στιγμή είναι τρομακτικά ατομικιστική. Οπότε, ο υλισμός νικά κατά κράτος. Δεν μπορούμε να καταλάβουμε ότι τα πράγματα που είναι άυλα, άπιαστα, όπως η τιμή, η αγάπη, η ομορφιά, η ηθική, η αλληλεγγύη, δεν κοστίζουν καθόλου. Άρα δεν μπορούν να συμπεριληφθούν σε καμία αγορά, γι’ αυτό και δεν πωλούνται. Όμως η ζωή δεν μετριέται μόνο με υλικά αγαθά. Δεν είναι δυνατόν να αντιλαμβανόμαστε την ύπαρξή μας μόνο μέσω του τι έχουμε, όχι του τι νιώθουμε, τι πιστεύουμε, τι είμαστε. Αυτό που λείπει σήμερα από τη ζωή μας είναι η ενσυναίσθηση, δεν αντιλαμβανόμαστε τι σημαίνει το να ζούμε μαζί με άλλους.
Ωστόσο, ο Άλκηστος ερωτεύεται τη Σελιμένη, μια όμορφη 20χρονη γυναίκα που τη θέλουν όλοι για τα κάλλη της. Εκείνη, βέβαια, έχει επιλέξει τον Άλκηστο, αλλά κολακεύεται και από τους υπόλοιπους. Στο συγκεκριμένο ανέβασμα ο μοναδικός αντίζηλος είναι ο Ορόντης, ο οποίος, ενώ στην ουσία δεν εγκρίνει τη συμπεριφορά της και θέλει να την αλλάξει, την ερωτεύεται. Είναι το άπιαστο αυτό που κυνηγά;
Στη δική μου τη σκέψη –επειδή υπάρχουν πολλές τέτοιες νύξεις στο κείμενο και επειδή ο ήρωας αυτός προσπαθεί να διαμορφώνει την κοινωνική του συμπεριφορά ανάλογα με την προσωπική του ηθική– το κίνητρό του ή το άλλοθί του για τον έρωτά του είναι ότι η χάρη που αποπνέει η Σελιμένη τού φανερώνεται ως η ίδια η φρεσκάδα της ζωής, η ζωοποιός δύναμή του. Ο ίδιος λέει ότι γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο αξίζει να μετατοπιστεί: «Η χάρη της υπερτερεί – και μάθε πως η φλόγα μου από τα πάθη των καιρών θέ’ να την εξαγνίσει».
Στο τέλος μέσα του καταλαβαίνει ότι δεν μπόρεσε να ενεργοποιήσει τη φρεσκάδα της προς ένα πιο κοινωνικο-ηθικό μονοπάτι. Γι’ αυτό και φεύγει.
Πόσες φορές μένουμε με ανθρώπους των οποίων κάποιες ιδέες και σκέψεις τους για τη ζωή δεν ταυτίζονται με τις δικές μας; Αυτό που λένε σε γοητεύει και σε ελκύει και σε εθίζει – είναι εθισμός να θέλεις να βλέπεις κάποιον 24 ώρες το 24ωρο. Συμβαίνει η χημεία ή η αύρα κάποιων ανθρώπων να είναι τόσο ακραία που σε γοητεύει, σε μαγεύει, σε υπνωτίζει. Κι έτσι είτε θέλεις να βρίσκεσαι γύρω τους απλώς να τους παρατηρείς είτε για να ξιφασκείς, να παλεύεις μ’ αυτή την ενέργεια και να παίρνεις εντέλει ζωή από εκείνη.
Ωστόσο, η Σελιμένη θα το βρει μπροστά της. Γιατί τη σκέψη την έχει. Και ξέρει και επιλέγει. Αλλά επιλέγει βάσει των 20 της χρόνων. Και, θα έλεγα, καλά κάνει.
Οι επιλογές της όμως δεν είναι πιο κοντά σε αυτό που ζούμε σήμερα στο πεδίο των σχέσεων;
Προσωπικά θεωρώ ότι υπάρχει ένα γκρέμισμα των σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων, καθώς πριμοδοτείται ένα αδυσώπητο, κενό εγώ. Όλο αυτό που ζούμε είναι ένα περίεργο μείγμα υποκρισίας και πρωτογονισμού. Πάμε πίσω. Ζούμε κατ’ εφημισμόν μαζί.
«Μες στην ψυχή μου, συγχωρώ τα σφάλματά σου. Τα ονομάζω… «νεανική αδυναμία». Και σου καταλογίζω μόνο ότι σε σέρνει η σήψη των καιρών και των ηθών η αμηχανία. Σε συγχωρώ, φτάνει η καρδιά σου να δεχτεί να δραπετεύσουμε μαζί πέρα από κάθε ανθρώπου παρουσία. Στην ερημιά μου. Εκεί που ορκίστηκα να ζω Εκεί – θα φύγει το κακό που κάναν τα γραπτά σου. Εκεί – θα αντέξω να αγαπάω την καρδιά σου».
Συνδέω τον «Μισάνθρωπο» με το ταξίδι σου στην Αμερική τον Απρίλιο. Θα παρουσιάσετε το «Κόκαλο» και την «Γκενίκα» στο The Tank στη Νέα Υόρκη, με αφορμή τα 130 χρόνια από τη γέννηση του Αρτώ. Και τα δυο κείμενα τα συνυπογράφει το δίδυμο Ιόλη Ανδρεάδη- Άρης Ασπρούλης, σε σκηνοθεσία της δεύτερης. Ξεκινάω από το δεύτερο και θα ήθελα να σχολιάσετε τη σχέση του Αρτώ με την Γκενίκα, αυτόν τον ανεκπλήρωτο έρωτα που κράτησε σε όλη του τη ζωή. Αντάλλασσαν, μάλιστα, ερωτικές επιστολές για χρόνια. Πώς φαντάζει αυτό τώρα; Και πώς θα ορίζατε εσείς την αγάπη μέσω του Αρτώ;
Ως παλαιολολιθικό εύρημα. Δεν ξέρω, μπορεί να υπάρχουν ακόμη και σήμερα άνθρωποι που ανταλλάσσουν γράμματα – ίσως ηλεκτρονικά. Απλώς η ταχύτητα του πάρε δώσε διαφοροποιεί τα πράγματα. Ωστόσο, η περίπτωση του Αρτώ ήταν αυτή μιας κατεστραμμένης ζωής, δεν είχε γυρισμό.
Αλλά η αγάπη εδώ για τον Αρτώ είναι σαν να πίνεις ένα ποτήρι νερό, ένα καταστάλαγμα, μια ευλογία, μεταβάλλει λίγο το εντός σου, σου ξαναδίνει μια πνοή ζωής. Είναι μια όαση, ένα καταφύγιο, ένας τόπος επιστροφής, όπου μπορείς να ξαναμπείς όταν όλα έχουν χαθεί. Αλλά είναι προδιαγεγραμμένο νομίζω το τέλος.
Άλλωστε, ο Αρτώ υπέφερε από μια πολύ σοβαρή διαταραχή και δεν του ήταν οργανικά και διανοητικά δυνατό να ζει μέσα στον κόσμο. Πλήρωσε, άλλωστε, πολύ ακριβά την αλήθεια του, ανατινάχτηκε από αυτήν.
Το «Κόκαλο» είναι ένας μονόλογος που εμπνέεται από αληθινά γεγονότα και έχει διαγράψει μέχρι τώρα μια σημαντική πορεία. Μεταφέρει με έναν πολύ ρεαλιστικό και σκοτεινό τρόπο μια φανταστική παράσταση του Αρτώ μέσα από το ψυχιατρείο μπροστά σε ένα κοινό που έχει πλάσει με το μυαλό του. Πώς αντιμετωπίζετε εσείς σκηνικά αυτό το κείμενο;
Είναι μια παράσταση το κείμενο της οποίας με αφορά πολύ. Μου αρέσει να μπλέκομαι μαζί του. Απολαμβάνω πολύ αυτή τη συνεργασία. Μεταφέρω με μεγάλη χαρά στον θεατή αυτό το υλικό, αυτές τις ιδέες. Και παρόλο που το σκηνικό περιβάλλον είναι αρκετά ζοφερό, στην παράσταση υπάρχουν αρκετές ανάσες σαρκαστικής ευθυμίας, οι οποίες λίγο πολύ κοροϊδεύουν τη συνθήκη τη σκοτεινιάς. Όπως ακριβώς συμβαίνει και στη ζωή.
Φυσικά, το «Κόκαλο» δεν θα μπορούσε να υπάρξει δίχως τον Γιώργο Παλαμιώτη και τον ηχητικό κόσμο που εκείνος δημιουργεί, διότι αναδεικνύει και μεταφέρει στον θεατή όλο το υλικό της παράστασης.
Επόμενα σχέδια;
Μόλις ολοκληρώσαμε τις παραστάσεις στους «Αλιγάτορες» του Άντριου Κίτλεϊ, σε σκηνοθεσία Γιάννη Λασπιά, στο θέατροAuditorium. Κατά τα άλλα, θα συνεχίσουμε με τον Παντελή Αμπαζή το «Σιγά το θέαμα!» στο Theatre of the No. Θα προσπαθήσουμε να το συνεχίσουμε και το καλοκαίρι, και βλέπουμε. Εδώ έχουμε κάτι αμιγώς μουσικό, όπου το τραγούδι μπλέκεται με πρόζα, αστείες ατάκες και αλληλεπίδραση με το κοινό.
Πέρα από το ταξίδι στην Αμερική τον Απρίλιο, τον χειμώνα θα ξαναπαίξουμε τον Αρτώ και θα παρουσιαστεί και στο Λονδίνο την 28η Οκτωβρίου.
Ξεκινήσατε από το θέατρο, αλλά γίνατε γνωστός από την τηλεόραση. Ωστόσο τα τελευταία χρόνια απέχετε από το μέσο αυτό σε γενικές γραμμές. Σας εκφράζει περισσότερο το θέατρο ως καλλιτέχνη;
Ξεκίνησα την καριέρα μου παίζοντας σε ΔΗΠΕΘΕ, όταν τα ΔΗΠΕΘΕ λειτουργούσαν σε μια πολύ καλύτερη συνθήκη από ό,τι σήμερα. Και ήμουν 5 χρόνια συνεχώς εκτός Αθηνών. Ήμασταν μια ομάδα με τη Λυδία Κονιόρδου και άλλους συναδέλφους και κάναμε θέατρο όπως πρέπει να γίνεται το θέατρο. Και μετά ήρθαν τα χρόνια του Βογιατζή, του Νέου Κόσμου, του Τουφεξή, του Παπαβασιλείου…
Η τηλεόραση ήρθε αργότερα στην πορεία μου. Μπορεί κι αυτό να είναι ένα δημιουργικό πεδίο. Προσωπικά προσπαθώ να αντιμετωπίζω και τις τηλεοπτικές μου εμφανίσεις με τον ίδιο τρόπο, να φέρνω κάθε φορά κάτι άλλο. Και σίγουρα η τηλεόραση αποτελεί ένα κομμάτι της δουλειάς μας που μπορεί να σε ζήσει πιο εύκολα.
Ωστόσο, το τελευταίο διάστημα νιώθω ότι μάλλον η τηλεόραση δεν με θέλει πια. Δεν της είμαι χρήσιμος. Κι όταν νιώθεις ότι δεν είσαι χρήσιμος, σε «επισκέπτεται» μια μικρή θλίψη.
Θεωρείτε ότι έχει αλλάξει το κοινό του θεάτρου τα τελευταία χρόνια με τα απανωτά sold out;
Νομίζω ότι έχει δημιουργηθεί μια αγορά στο θέατρο που λειτουργεί με τους νόμους της αγοράς. Προσωπικά η διατύπωση sold out δεν μου αρέσει. Ας αναρωτηθούμε τι θα πει, τι προσφέρει; Προσφέρει κάτι δημιουργικό; Όχι, είναι μια είδηση, είναι ένα σελοφάν.
Κατά τη γνώμη μου είναι λάθος η πρωταρχική μας ερώτηση, αυτή που κυριαρχεί σε όλα τα πράγματα σήμερα: «πόσο». Δεν ρωτάμε ποιο, τι, γιατί, τι είναι. Οπότε, με αυτό το σκεπτικό, αν μια παράσταση είναι sold out, είναι καλή.
Επομένως, ναι, το θεατρικό κοινό έχει αυξηθεί ποσοτικά, αλλά δεν μιλάμε για αμιγές θεατρικό κοινό. Αλλά τα ποιοτικά του χαρακτηριστικά δεν είναι τα ίδια.
Ωστόσο, ενώ αυτό που λέω μοιάζει ότι είναι εναντίον του θεάτρου, στην πραγματικότητα δεν είναι. Ακόμα και αυτό το θέατρο –που δεν θέλω να το χαρακτηρίσω εμπορικό, γιατί δεν είναι–καλά κάνει και υπάρχει. Γιατί μιλάει για τους ανθρώπους. Κάτι λέει στη σκέψη των ανθρώπων. Είναι εδώ για τους ανθρώπους. Και αυτό είναι σημαντικό. Το γεγονός ότι το θέατρο έχει φτιάξει μια αγορά γύρω από τον εαυτό του είναι πολύ πιθανό να αφήσει κάτι καλό.
Στην πορεία σας υπήρχαν άτομα που ξεχωρίζετε και θα θέλατε να αναφέρετε;
Δεν θέλω να σου πω ονόματα. Αλλά νιώθω πολύ μεγάλη τιμή, χαρά και ευγνωμοσύνη που υπήρξα στην ίδια σκηνή, στο ίδιο τραπέζι, στην ίδια ταβέρνα, στο ίδιο μπαρ, στο ίδιο σπίτι με πάρα πολλούς ηθοποιούς και σκηνοθέτες που πρόσφεραν κάτι στη σκέψη και στην καρδιά μου και κυρίως στη χαρά μου και στο να αντιλαμβάνομαι ότι είμαι ένα μικρό κομματάκι ενός μεγάλου συνόλου που προσπαθούμε όλοι να κάνουμε τον κόσμο να περάσει καλύτερα. Υπήρξαν πολλοί τέτοιοι άνθρωποι. Και τους ευχαριστώ πάρα πολύ γι’ αυτό.
Δειτε περισσοτερα
Μια μεγάλη αναδρομική έκθεση του σπουδαίου φωτογράφου μόδας στη Βενετία
Μας ξανασυστήνουν μια αρχαία αθηναϊκή τέχνη μέσα από τα social media του σήμερα
Απομονωμένες φυλές, αρχαίες παραδόσεις και άγρια τοπία. Ένα μοναδικό ταξίδι στην καρδιά της Αιθιοπίας.
Εγκαινιάζεται επίσημα στις 15 Απριλίου - Ενδέχεται να ανοίξει νωρίτερα στο κοινό
Τερατάκια που γελούν, γυναίκες που ποζάρουν και ένας κόσμος που εκρήγνυται