Θεατρο - Οπερα

Το θέατρο ως επιθυμία και ανάγκη

Η σκηνή του θεάτρου ως εικόνα ενός μέλλοντος που δεν είναι καταστροφικό

Βασίλης Καραποστόλης
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Θέατρο για τις ώρες ανάγκης, με την τέχνη να λειτουργεί παραινετικά ή/και προτρεπτικά

Τα φώτα χαμηλώνουν, η αυλαία ανοίγει, αρχίζει η παράσταση. Τα τελευταία χρόνια η έλξη που ασκεί η θεατρική σκηνή στους Έλληνες μεγαλώνει μ’ έναν ρυθμό που αποκαλύπτει πολλά για τις ανάγκες και τις στερήσεις τους. Το γεγονός ότι πληθαίνουν τόσο πολύ οι θίασοι, οι παραστάσεις και οι θεατές τους δεν μπορεί να μη συνδέεται με το τι λείπει στους θεατές, στην πραγματική τους ζωή, και ποια υποκατάστατα βρίσκουν τα βράδια, παρακολουθώντας τα δρώμενα επί σκηνής. Αν αναλογιστούμε τα όσα συμβαίνουν έξω, στους δρόμους και στα σπίτια, θα καταλάβουμε και τι συμβαίνει μέσα στις αίθουσες των θεάτρων. Εκεί έξω, η ανθρώπινη δράση εμποδίζεται, οι πρωτοβουλίες σπανίζουν. Αντίθετα, μέσα στον χώρο του θεάτρου η δράση πάντα πρωταγωνιστεί.

Σε ό,τι κι αν κάνουν οι άνθρωποι του καιρού μας διαπιστώνουν πως έχουν όλο και μικρότερο έλεγχο. Όποιο χαρτί κι αν τύχει και κρατάνε στο χέρι τους έχουν την εντύπωση πως η παρτίδα είναι ήδη παιγμένη. Είναι μια αίσθηση που έχει κάμψει πολύ τη θέληση των Ελλήνων. Εδραιώθηκε μετά από τα αλλεπάλληλα σοκ που προκάλεσε η κατάρρευση του χρηματιστηρίου, η κατά κύματα εισροή μεταναστών, τα μνημόνια και η πανδημία, και δεν λέει να υποχωρήσει. Και πώς να υποχωρήσει όταν ο κόσμος εξακολουθεί να κινείται ερήμην τους; Ό,τι γινόταν από παλιά εξακολουθεί, εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις, να γίνεται. Σε σχέση με την αμοιβή της εργασίας τους ή τις τιμές των προϊόντων στην αγορά, οι εργαζόμενοι κι αγοραστές βρίσκονται συνήθως προ τετελεσμένων, οι συμφωνίες μεταξύ κρατών ή εταιρειών υπογράφονται ή ακυρώνονται πίσω από πόρτες κλειστές, οι πόλεμοι ξεσπούν ξαφνικά και οι ανακωχές κηρύσσονται με ανακοινώσεις που αδιαφορούν για το αν γεννούν απορίες σ’εκείνους που τις διαβάζουν ή τις ακούν. Το παν είναι τα γεγονότα να φυτευτούν στα κεφάλια και να μην ξεφυτρώσει από κει ούτε ένα ερωτηματικό.

Με δυό λόγια, οι άνθρωποι υποχρεώνονται σε μια αδράνεια που τους προσβάλλει. Και για να μην ομολογήσουν στον εαυτό τους την προσβολή ψάχνουν όλο και πιο απεγνωσμένα να αναπληρώσουν τις απώλειες. Η αλήθεια είναι ότι τόσο η νοημοσύνη τους όσο και οι ενέργειές τους περιορίζονται στα στοιχειώδη. Τι άλλο θα μπορούσαν να κάνουν; Οι σχεδιαστές της μαζικής ψυχαγωγίας εδώ και καιρό τους έχουν προτείνει, υστερόβουλα, μια κάποια λύση. Τους είπαν να μάθουν να ξεχνιούνται. Θα τους βοηθούσαν σ’ αυτό ειδικοί που έχουν από καιρό προετοιμαστεί για να υποδεχτούν και να ανακουφίσουν τη λαϊκή δυσαρέσκεια. Πράγματι, με όσα μέσα διαθέτουν η μουσική βιομηχανία, ο κινηματογράφος, η τηλεόραση και το διαδίκτυο προσήλκυσαν το κοινό με την υπόσχεση ότι αυτά που το είχαν ταπεινώσει στους τομείς της εργασίας, των κοινωνικών σχέσεων ή των συναλλαγών με το κράτος, θα τα λησμονούσαν μέσα σε μία ή δύο ώρες το πολύ. Η επιχείρηση δεν πέτυχε εντελώς τους στόχους της. Κατέκλυσε μεν με εικόνες το μυαλό των θεατών ή τρύπησε τ’ αυτιά τους με ήχους- σφυριές, αλλά δεν ήταν δυνατόν να τους δώσει αυτό που ζητούσαν βαθύτερα. Τη ζωντανή αναπαράσταση δηλαδή του εαυτού τους εν δράσει. Όσες εικόνες κι αν έβλεπαν, όσοι ήχοι κι αν πέρναγαν στ’ αυτιά τους και κατέβαιναν μέχρι τα σπλάχνα τους, το κενό παρέμενε μέσα τους. Γιατί δεν ανέπτυσσαν πραγματικά τις δυνάμεις τους, δεν το επιχειρούσαν, δεν φαντάζονταν ότι το επιχειρούν.

© Yiran Ding / Unsplash

Αυτό μόνο στο θέατρο μπορούσαν να το αναζητήσουν. Γιατί μόνο εκεί παρουσιάζεται ο άνθρωπος να μην υφίσταται απλώς τις καταστάσεις, αλλά και να επεμβαίνει σ’αυτές. Στη διάρκεια της παράστασης παρακολουθούμε το πώς ξετυλίγονται η ανθρώπινη βούληση και η επιθυμία, τις δυσκολίες που συναντούν, τις συντριβές που έρχονται ή, άλλοτε, το απροσδόκητο άνοιγμα μιας διεξόδου από τους ίδιους τους ήρωες του έργου. Καθισμένοι, ασάλευτοι, απορροφημένοι, οι θεατές βλέπουν τον εαυτό τους σ’ έναν καθρέπτη να διεκδικεί την ευτυχία του, να αντιδρά όταν τον μειώνουν, να υψώνει τη φωνή του όταν τον λοιδορούν ή τον αδικούν. Άραγε η περίοδος της ναρκωμένης διασκέδασης πάει να λήξει; Μήπως πέρασε ο καιρός όπου τα άτομα το μόνο που ζητούσαν ήταν να ξεφύγουν για λίγο από τη ρουτίνα της κάθε ημέρας; Και θέλουν πια, χωρίς να το λένε, να ξαναπάρουν από την τέχνη μαθήματα για το πώς να ζουν;

Θα ήταν πολύ βιαστικό να βγάλει κανείς ένα τέτοιο συμπέρασμα. Το μόνο βέβαιο είναι ότι χάρη στη ζωντάνια που το χαρακτηρίζει το θέατρο έχει μεγαλύτερα περιθώρια να λειτουργήσει σήμερα παραινετικά ή και προτρεπτικά- ας μην πούμε «διδακτικά», μια και τη λέξη την έχουν τόσο κακομεταχειριστεί. Τι έχει λοιπόν να υποδείξει ή να προτείνει το σύγχρονο θέατρο; Εδώ ανοίγει ένα άλλο κεφάλαιο. Είναι όμως κεφάλαιο κεντρικό, και δεν γίνεται να παραμεριστεί. Ας αρκεστούμε να πούμε αυτό: ότι αφού στις μέρες μας οι θεατές γεμίζουν τις αίθουσες, οι σκηνοθέτες και οι ηθοποιοί, βασισμένοι στο έργο κάθε φορά, οφείλουν να τους ανταμείψουν. Και αφού οι θεατές υποφέρουν από την έλλειψη μιας δράσης που να έχει νόημα γι’ αυτούς, οι καλλιτέχνες πρέπει να προσφέρουν δράση με νόημα. Μπορούν;

Πριν από μερικές δεκαετίες στις θεατρικές παραστάσεις δέσποζε η ιδέα ενός κόσμου «παράλογου» (με τα έργα του Ιονέσκο, του Μπέκετ, του Αρραμπάλ ή του Πίντερ). Η κατάδειξη του παράλογου ερέθιζε τη λογική των θεατών, την κέντριζε ώστε να αναλάβει τις ευθύνες της. Σήμερα τα πράγματα έχουν αλλάξει. Το παράλογο χωνεύτηκε μέσα στην καθημερινότητα, και δεν προκαλεί καμιά βαρυστομαχιά. Κι αν ενοχλεί, υπάρχουν γι’ αυτό τα κατάλληλα χάπια. Ωστόσο, άλλες παθήσεις έχουν κάνει την εμφάνισή τους. Θέλετε να τις απαριθμήσουμε; Είναι πολλές - ας κρατήσουμε την πιο διαδεδομένη. Είναι η απουσία ορίζοντος στη ζωή του καθενός, στη ζωή της χώρας, ολόκληρης της ανθρωπότητας. Οι άνθρωποι δεν εμπιστεύονται τίποτα σχεδόν απ’όσα αναγγέλλονται επισήμως. Ευτυχώς όμως υπάρχουν και άλλα, πιο πιστευτά, που αναγγέλλονται μόλις οι άνθρωποι αποφασίσουν να τολμήσουν κάτι, να σκαλίσουν τα πράγματα, να ανιχνεύσουν τις πηγές μιας ανανέωσης ή και μιας ανατροπής. Ίσως το θέατρο να συλλάβει εγκαίρως αυτή την προσδοκία και να παρουσιάσει με τον τρόπο του το πιο σπάνιο θέαμα: τη ζωντανή εικόνα ενός μέλλοντος που δεν θα είναι καταστροφικό. Ποιος ξέρει, ίσως ακουστεί ξανά, παραλλαγμένος και ανανεωμένος, ένας από εκείνους τους θερμούς μονολόγους του γιατρού Αστρώφ στον «Θείο Βάνια» του Τσέχωφ που μας φέρνει μπροστά στο αύριο και μας ζητά να εργαστούμε γι’ αυτό, χωρίς μεμψιμοιρίες και παράπονα. Ας μην ξεχνάμε ότι πιο σημαντικό και από το να βρούμε την ευτυχία, είναι να την αξίζουμε.