Από το Παγκράτι στο παγκόσμιο σινεμά και τη διεθνή αναγνώριση
- CITY GUIDE
- PODCAST
-
15°
Γιάννης Στάνκογλου: «Η εκδίκηση είναι πράξη αδυναμίας»
Γιάννης Στάνκογλου - Συνέντευξη: Ο ηθοποιός μιλάει για την παράσταση «Λόλα», τον ρόλο του Νίκου Κούρκουλου, το θέατρο και τη ζωή του.
Φτάνουµε στην οδό Θεάτρου και τσουπ, ο Γιάννης Στάνκογλου παρκάρει τη µηχανή του. Με ένα φούτερ του ράπερ Novel, µε αθλητικά Hoka και total black outfit, κατεβαίνει τα σκαλάκια στο «Δίπορτο». Πριν αλλάξει για να φορέσει ένα κοστούµι, που µας έχει παραχωρήσει ευγενικά ο σχεδιαστής Γιώργος Ελευθεριάδης για τις ανάγκες της φωτογράφισης, κάνει λίγη πλάκα µε τον κυρ-Ανέστη, µιµείται µε τροµερή οµοιότητα και σπασµένη φωνή τον Σπύρο Καλογήρου. Έπειτα αρχίζει να ποζάρει.
Έχοντας µόλις ολοκληρώσει µε µεγάλη επιτυχία το παιδικό µιούζικαλ «Annie», ο Γιάννης Στάνκογλου ετοιµάζεται να πρωταγωνιστήσει στη «Λόλα» ως Άρης, τον ρόλο που ερµήνευσε ο Νίκος Κούρκουλος και δεν τόλµησε κανείς να δοκιµάσει. 62 χρόνια µετά την προβολή της στους ελληνικούς κινηµατογράφους, η δραµατική ταινία, σε σενάριο Ηλία Λυµπερόπουλου, µεταφέρεται για πρώτη φορά στη θεατρική σκηνή και στο ιστορικό θέατρο Παλλάς, σε διασκευή και σκηνοθεσία του Χρήστου Σουγάρη. Από τις 30 Ιανουαρίου 2026, και για 20 µόνο παραστάσεις, η θρυλική ηρωίδα της Τρούµπας, η Λόλα, ζωντανεύει ξανά µε πάθος και ένταση, σε µια παράσταση που έχει χαρακτηριστεί «παράσταση της χρονιάς» πριν καν ανέβει.
Όταν είδα τη «Λόλα» πιτσιρικάς, όταν γνώρισα τον Νίκο Κούρκουλο
«Ήταν κάπου στα 80s. Μία ατµόσφαιρα πολύ δυνατή, ένα κοντράστ άσπρο-µαύρο, πολύ έντονο. Νοµίζω ότι είναι από τα πρώτα ελληνικά νουάρ που είδα και µου άρεσαν απ’ όταν ήµουν µικρός. Αυτή και τον “Κατήφορο”. Ήταν από τις ταινίες που κάπως µε στιγµάτισαν όσον αφορά τον ελληνικό κινηµατογράφο. Έβλεπα και τις κωµωδίες, αλλά αυτή η ταινία… δεν ξέρω… Ίσως και γιατί ο Κούρκουλος ήταν αυτός που ήταν –τόσο όµορφος, τόσο ήρεµος–, η Καρέζη πάντα µια κούκλα, και µετά όλες οι άλλες φάτσες, οι άλλοι ηθοποιοί που βλέπαµε στις κωµωδίες. Ένας Παπαγιαννόπουλος ο οποίος γαµάει σε αυτή την ταινία, παίζει εξαιρετικά, ο Διανέλλος που έκανε τον µπαµπά της Καρέζη, τον φύλακα. Είχε πράγµατα που και για την εποχή ήταν λίγο άγρια – ασχέτως αν ήταν παρουσιασµένα πολύ όµορφα στην ταινία.
»Τον Νίκο Κούρκουλο τον γνώρισα όταν ήταν διευθυντής στο Εθνικό Θέατρο. Θα ανέβαινε τότε ο “Ιούλιος Καίσαρας” του Σαίξπηρ, σε σκηνοθεσία του Νίκου Καραθάνου, και εγώ θα έπαιζα τον Μάρκο Αντώνιο, οπότε πήγα στο γραφείο του για να µιλήσουµε για τα οικονοµικά. Πάνω στην κουβέντα ανακαλύψαµε αρκετά κοινά στοιχεία και τα µάτια του φώτισαν – είχαµε δουλέψει και οι δύο οικοδοµή, παίζαµε µπάλα. Όµως όταν µου ανέφερε ότι την προηγούµενη φορά που είχε ανέβει το έργο είχε αναλάβει εκείνος τον ρόλο του Μάρκου Αντώνιου, το ένιωσα λίγο σαν βάρος. Εκείνος, βέβαια, ήταν πολύ ζεστός µαζί µου, ένας υπέροχος καλλιτέχνης και διευθυντής, πάντα κοντά στους ανθρώπους. Ήταν χαρά µου που τον γνώρισα, έστω και προς το τέλος της ζωής του, που όµως δεν φαινόταν καθόλου ότι θα ερχόταν – οδηγούσε 1000άρα µηχανή, κάπνιζε».
Ο ρόλος του Άρη, από τον Νίκο Κούρκουλο, σε έναν σαµουράι
Στην πρώτη της προβολή στους κινηµατογράφους της Αθήνας και του Πειραιά, τον Φεβρουάριο του 1964, η «Λόλα» έκοψε 313.822 εισιτήρια, γοητεύοντας µε το στόρι της. Τι διαφορετικό θα δουν οι θεατές στη σκηνή του Παλλάς; «Με πήρε τηλέφωνο ο παραγωγός Γιώργος Λυκιαρδόπουλος και µου πρότεινε τον ρόλο του Καλογήρου. Του απάντησα ότι τον ρόλο του Καλογήρου τον έχω, τον µιµούµαι κιόλας, αλλά µε ενδιαφέρει πολύ ο ρόλος του Άρη. Το συζήτησα µετά µε τον Χρήστο Σουγάρη και τα βρήκαµε, µου άρεσε πάρα πολύ ως ιδέα. Ήθελα να ξέρω ποιο θα είναι το κόνσεπτ, γιατί είναι πάντα ρίσκο το να φέρνεις στο παρόν µια κινηµατογραφική επιτυχία εποχής. Η αλήθεια είναι ότι δεν θα κάνουµε ηθογραφία, θα δούµε την Τρούµπα σαν να είναι ένα κολαστήριο. Η παράσταση θα είναι νουάρ, γιατί ο σκηνοθέτης κάνει ένα κινηµατοθέατρο. Οπότε θα έχει κάµερες on stage, κοντινά στα πρόσωπα – αυτό µε ενδιέφερε κάπως. Είναι µια ιστορία πολύ όµορφη, αλλά είναι µια ιστορία εκδίκησης αν µη τι άλλο, τουλάχιστον έτσι ξεκινάει. Τον Άρη τον έχει προδώσει ο κολλητός του φίλος. Γυρνάει κι από εκεί και πέρα είναι και αυτά που συµβαίνουν µε τον έρωτα της ζωής του, τη Λόλα», εξηγεί.
Η έννοια της εκδίκησης διαπερνά τη «Λόλα». Είναι πράξη δύναµης ή αδυναµίας; «Νοµίζω είναι αδυναµίας. Κι αυτό που φέρει ο Άρης στην παράστασή µας, µετά από τρία χρόνια φυλακή, είναι ότι δεν θέλει να έχει σχέση µε αυτόν τον κόσµο· κάπως τον απαρνείται τον κόσµο της Τρούµπας, της νύχτας, τα ναρκωτικά, την πορνεία, τα µαχαίρια, τους θανάτους. Επιστρέφει σαν να είχε πάει στο Άγιο Όρος, σαν να έχει αγιάσει. Γυρίζει σαν ένας Σαµουράι, ο οποίος βασικά θέλει να πάρει το “λουλούδι” του, τη Λόλα του, και να εξαφανιστούν. ∆εν θέλει να κάνει άλλο έγκληµα. Οι καταστάσεις τον οδηγούν στο ότι πρέπει να το κάνει. Γιατί αλλιώς δεν µπορεί να φύγει, αν δεν χτυπηθεί µ’ αυτόν τον κόσµο θα πάρει την αγωνία µαζί του. Τα πρώτα λόγια που λέει είναι: “δεν γύρισα γι’ αυτούς, γύρισα γι’ αυτήν· γιατί τρία χρόνια δεν βγήκε ποτέ από τη σκέψη µου, ήταν διαρκώς στο µυαλό µου, στο αίµα µου, στα µάτια µου”.
»Αυτό που κατάλαβα από την πρώτη ανάγνωση του κειµένου –γιατί η αλήθεια είναι ότι η ταινία δεν έχει πάρα πολλή πρόζα– είναι ότι µιλάει πολύ η εικόνα, ο ηθοποιός µε το sub text, τα βλέµµατα – αυτό είναι και το ωραίο στην παράσταση. Το στοιχείο που µε εντυπωσίασε στον Άρη είναι αυτή η ησυχία που έχει, ενώ είναι ο µεγαλύτερος φονιάς της Τρούµπας –έτσι παρουσιάζεται βγαίνοντας από τη φυλακή–, όλοι τον κοιτάζουν και τον φοβούνται, είναι άνθρωπος ο οποίος “έκοβε και έραβε” στην Τρούµπα, έσφαζε, είχε πόρνες, ναρκωτικά. Όµως από τη φυλακή βγαίνει αλλαγµένος.
Μου άρεσε αυτό το στοιχείο, αυτό που βλέπουµε σε κάποιες νοτιοκορεάτικες ταινίες, το “badass” που δεν θέλει να εµπλακεί, αλλά, αν τον πειράξεις, θα σε τσακίσει. Αυτά τα στοιχεία µου άρεσαν, αυτή η ησυχία του. Τον Άρη τον βλέπω λίγο σαν σαµουράι, ο οποίος ξέρει ότι το έχει, αλλά έχει καταλάβει πια ότι δεν τον απασχολεί αυτός ο κόσµος, δεν θέλει να βρίσκεται σε αυτόν τον κόσµο. Έχει φιλοσοφήσει πάνω στο ποιος ήταν, τι είναι η ζωή, τι θέλει να έχει, πώς θέλει να ζήσει. Και αυτό µου άρεσε πάρα πολύ. Η προσέγγιση στο θέατρο έχει να κάνει πάρα πολύ µε το τι ζητάει ο σκηνοθέτης, τι δουλειά έχω κάνει κι εγώ, και από εκεί και πέρα ποιους έχεις απέναντί σου. Έχω την τύχη να δουλεύω µε ανθρώπους που εκτιµώ πάρα πολύ, όπως ο Γιώργος Γάλλος, η Έλλη Τρίγγου, ο Πανάγος Ιωακείµ, ο Νίκος Αρβανίτης, όλα τα παιδιά που πλαισιώνουν την παράσταση είναι ένα πολύ ωραίο team».
Η ευθύνη απέναντι στον ρόλο
«Πιο νέος ξεκινούσα από τα εξωτερικά στοιχεία. Τώρα πια καταπιάνοµαι κατευθείαν µε τον πυρήνα του έργου ή του χαρακτήρα και βγαίνω προς τα έξω. Η δουλειά που έκανα παλαιότερα ήταν αντίθετη. ∆ιαβάζοντας το έργο, έφτιαχνα ένα σχήµα όπως το φανταζόµουν και αυτό προσπαθούσα να το περάσω στο έργο. Τώρα είναι αντίστροφη η δουλειά που κάνω· έχει να κάνει µε την εµπειρία.
Η αλήθεια είναι ότι στην τηλεόραση και στο σινεµά έχω παραστήσει πολλούς χαρακτήρες όπως αυτόν του Άρη – παρόµοιους, όχι απόλυτα ίδιους. Έχω δουλέψει µε περίστροφα, µε µαχαίρια, µε σκηνική πάλη. Αυτά µου φαίνονται κάπως πιο εύκολα. Το δύσκολο πια είναι να κρατήσεις µία γραµµή για τον χαρακτήρα, που να είναι ουσιαστική και να µη βάζει τον θεατή στη σκέψη “αυτό τώρα, γιατί;”. Αυτό θα προσπαθήσω να κάνω και µε τον Άρη. Είναι ένας σαµουράι ο οποίος είναι συγκεντρωµένος σε αυτό που θέλει, δεν έχει εξάρσεις, δεν φοβάται κάτι».
Η πρώτη φορά στο θέατρο
«Η πρώτη µου εµπειρία ήταν στην Πέµπτη ∆ηµοτικού. Στον Περισσό, όπου γεννήθηκα, οργανώσαµε στο σχολείο µια θεατρική παράσταση για το 1821, κι εγώ έκανα τον Μάρκο Μπότσαρη. ∆εν ήθελα να το κάνω. Μετά οι γονείς µου µε έφερναν στην “Εβροκυψέλη” στην πλατεία Κουµουνδούρου, αργότερα µάλιστα έµενα απέναντι από αυτόν τον χώρο. Στην “Εβροκυψέλη” άνθρωποι από τον Έβρο έφερναν τα παιδιά τους για παραδοσιακούς χορούς, θέατρο, µουσική, τραγούδια. Εκεί οργανώσαµε την παράσταση «Ανέβα στη στέγη να φάµε το σύννεφο», βασισµένη στο βιβλίο του Γιάννη Ξανθούλη, ο οποίος επίσης ήταν από τον Έβρο (από την Αλεξανδρούπολη). Αυτή ήταν η δεύτερη εµπειρία µου, γύρω στα 10-11 χρόνια µου. (Αργότερα έτυχε να κάνω και “Το τανγκό των Χριστουγέννων”, και πάλι µυθιστόρηµα του Ξανθούλη.) Την παράσταση την ανεβάσαµε στο ∆ηµαρχείο Ταύρου, µε πολύ κόσµο, και υποδύθηκα τον εφηµεριδοπώλη. Από εκεί και µετά δεν είχα άλλη θεατρική εµπειρία.
»Μετά, αφού είχα αλλάξει κάµποσες δουλειές, τέλειωσα το σχολείο και τον στρατό. Ο πατέρας µου ήταν οικοδόµος και η µάνα µου δούλευε νύχτα σε κλωστοϋφαντουργείο στον Περισσό. Άνθρωποι του µόχθου και οι δύο, εργάτες. Τα πρώτα µου ένσηµα ήταν το 1988 ως σίδερας σε οικοδοµή, στο πλευρό του πατέρα µου. Σκληρή δουλειά.
Οι γονείς µου έµαθαν ότι πέρασα στη δραµατική σχολή από µια φίλη µου που είχε περάσει κι αυτή. Ήµασταν φίλοι από το νηπιαγωγείο κι ενώ ήξερε ότι δεν είχα πει στους δικούς µου ότι θα δώσω, από τη µεγάλη της χαρά, όταν πέτυχε τη µάνα µου στον δρόµο της είπε “περάσαµε, περάσαµε!”. Η αλήθεια είναι ότι είχα βγάλει κάποια χρήµατα από το Μετρό τότε –έχω µονώσει κάποιους σταθµούς του Μετρό Αττικής–, πήρα και µια αποζηµίωση, οπότε µπόρεσα να πληρώσω τη σχολή.
»Στην αρχή οι γονείς µου σκέφτονταν “τι θα κάνει τώρα αυτός”. Τελείωσα τη σχολή, µε είδαν να παίζω, αλλά τότε έκανα κοντάρι (σ.σ. είχα µικρό ρόλο). Ανάµεσα στο 2ο και 3ο έτος, λοιπόν, µας είχε πάρει ο Κιµούλης και ανεβάσαµε τον “Κοριολανό” του Σαίξπηρ, σε σκηνοθεσία Ρόµπερτ Στούρουα – ενός εξαιρετικού Γεωργιανού σκηνοθέτη. Αυτή ήταν η πρώτη φορά που οι γονείς µου µε είδαν στη σκηνή, αλλά δεν είχα πρόζα. Μετά τη Νέα Υόρκη, κάναµε µια θεατρική οµάδα µε τα παιδιά της σχολής, την Εν Δυνάµει, κι ανεβάσαµε ένα δικό µας έργο που είχαν γράψει και σκηνοθετήσει δύο παιδιά από τη δραµατική σχολή. Εκεί ήρθαν οι γονείς µου, µε είδαν και κατάλαβαν ότι κάτι παίζει. Τώρα νιώθουν και πολύ περήφανοι».
Η πρώτη φορά στη Θύρα 13
«Ήµουν πολύ µικρός, γύρω στα 13, και χωρίς να το ξέρουν οι γονείς µου. Έχω κάνει εκδροµές για τον Παναθηναϊκό χωρίς να το ξέρουν οι γονείς µου, Τούµπα, Χαριλάου, Αλκαζάρ – ήµουν στο Cockney’s Club, χούλιγκαν, ξύλο, πορείες. Από τα 13 µέχρι τα 19 µου, µέχρι να φύγω για στρατό, ήµουν πολύ οργανωµένος. Νοµίζω ότι έχει πολύ µεγάλη σχέση αυτή η οπαδικότητα στο γήπεδο µε το πώς οι θεατές στο θέατρο παρακολουθούν µια πολύ καλή παράσταση. Το έχει πει και ο Καµύ αυτό».
Ο Γιάννης Στάνκογλου έχει κάνει πολλές δουλειές
«Η πιο δύσκολη δουλειά ήταν στη Νέα Υόρκη, έκανα installation εσωτερικών χώρων, µε αλουµίνια και πλέξιγκλας. Αλλά ο Αυστριακός φίλος µου που δουλεύαµε µαζί, µε εµπιστεύτηκε. Έχω κάνει promotion για προφυλακτικά σε κλαµπ, promotion σε σερβιέτες ως υπεύθυνος, σε τσιγάρα, έχω δουλέψει ως µπάρµαν, σερβιτόρος, ντελιβεράς, οικοδόµος, σε µονώσεις – έχω κάνει µόνωση σε 3-4 σταθµούς του Μετρό: Σύνταγµα, Μέγαρο Μουσικής, Ευαγγελισµό, Σεπόλια, έχω βάλει πολλά PVC. Δεν θυµάµαι όλες τις δουλειές που έχω κάνει. Έχω πάντως υλικό, έρχοµαι πολύ κοντά µε τους ανθρώπους. Θέλω να είµαι κοντά γιατί πιστεύω πάρα πολύ στην παρατήρηση, ήταν και κάτι που µας το έλεγαν στη σχολή, ότι είναι πολύ καλό για έναν ηθοποιό να παρατηρεί τον κόσµο και, όσο γίνεται, να αναπτύσσει τη φαντασία του».
Η διαφορά του θεάτρου µε τον κινηµατογράφο και την τηλεόραση
«Το θέατρο είναι πολύ διαφορετικό. Είναι το παρόν. Το πόσο ανοιχτή µπορεί να είναι µια παράσταση στο λάθος, στο καινούργιο, στο πώς ζυµώνεται. Παίζει ρόλο και το πώς βλέπει ο θεατής την παράσταση, ποιοι βρίσκονται στην αίθουσα. Το θέατρο διαµορφώνεται µε το παρόν, πράγµα το οποίο δεν συµβαίνει στον κινηµατογράφο, ούτε στην τηλεόραση. Όσον αφορα τον κινηµατογράφο ή την τηλεόραση, θα πας εκεί, θα κάνεις αυτό που είναι να κάνεις, θα σε µοντάρουνε, θα σου βάλουν ατµόσφαιρα, µουσική. Στο θέατρο έχεις 2,5 µήνες για πρόβες, ετοιµάζεσαι, µπαίνεις στην παράσταση κι εκεί κρίνεσαι, και πιστεύω ότι κρίνεται και ο θεατής. Πολλές φορές έχω πάει κι εγώ να δω παράσταση, ως ηθοποιός, και σκέφτοµαι ότι πολλά τα έχω ξαναδεί, δεν πάω “καθαρός”, ενώ το προσπαθώ».
Αναµνήσεις από τη Νέα Υόρκη: Μιλώντας µε τη Μίλα Γιόβοβιτς, περνώντας δίπλα από τον Mοby
«Στη Νέα Υόρκη έζησα για δύο χρόνια, 2000-2002. Συνέβη η επίθεση στους Δίδυµους Πύργους κι εγώ είχα κλείσει εισιτήριο, στις 12 Σεπτέµβρη, µε το αεροπλάνο για να επιστρέψω από Ελλάδα, γιατί είχα έρθει να µείνω για έναν µήνα εκείνο το καλοκαίρι. Τελικά πετάξαµε µετά από έναν µήνα. ∆ούλευα στο Κέντρο Ελληνικού Πολιτισµού. Στην αρχή δεν ήξερα τι να κάνω, βρήκα δουλειά εκεί, έκανα θέατρο –το “Closer” του Patrick Marber, το σκηνοθετούσε τότε η πρώην γυναίκα µου–, αγγλικά στο Hunter College και µετά, τη δεύτερη χρονιά, έκανα σεµινάρια στο HB Studio. Ταυτόχρονα έκανα τα installations σε εσωτερικούς χώρους, σε διάφορους πλούσιους Νεοϋορκέζους, καλλιτέχνες και µη. Είναι πολλές οι αναµνήσεις. Το πρώτο πράγµα που παρατήρησα όταν πρωτοέφτασα στη Νέα Υόρκη ήταν όλη αυτή η άπλα – µεγάλα κτίρια, µεγάλοι δρόµοι, µεγάλα δέντρα, ο κόσµος έξω... Είχα πάει Σεπτέµβρη, γινόντουσαν φεστιβάλ στον δρόµο. Στην Αθήνα είχα δει πολύ λίγα πράγµατα. Εκεί περπατώντας συνάντησα, ας πούµε, τον Μoby, γνώρισα ανθρώπους που είναι παγκοσµίως γνωστοί, τη Μίλα Γιόβοβιτς, είδα τους Gogol Bordello σε υπόγειο στο Μπρούκλιν πριν γίνουν διάσηµοι».
«Τον Νίκο Κούρκουλο τον γνώρισα όταν ήταν διευθυντής στο Εθνικό Θέατρο… Πάνω στην κουβέντα ανακαλύψαµε αρκετά κοινά στοιχεία και τα µάτια του φώτισαν – είχαµε δουλέψει και οι δύο οικοδοµή, παίζαµε µπάλα» - Γιάννης Στάνκογλου
Το απωθηµένο του ροκ σταρ
«Γενικά ακούω πολλή µουσική. Βασικά θα ήθελα να είµαι frontman, ροκ σταρ τραγουδιστής. Αλλά εντάξει, δεν έκατσε. Ίσως γιατί δεν ασχολήθηκα µε τη µουσική από µικρός. Δεν ξέρω να παίζω κάποιο όργανο, κι αυτό είναι το απωθηµένο µου. Ξεκίνησα πριν από 1,5 χρόνο να µαθαίνω κιθάρα, την παράτησα ύστερα από 4 µήνες. Έµεινε η κιθάρα και παίζει η κόρη µου τώρα, η οποία πήγαινε σε µουσικό σχολείο. Ξέρει τσέλο, πιάνο, γράφει τη δική της µουσική, τα δικά της τραγούδια. Αυτό που ήθελα να κάνω εγώ το κάνει η κόρη µου».
Tι κάνει έναν ηθοποιό σταρ;
«Δεν ξέρω αν είµαι σταρ ή αντιστάρ. Πιστεύω ότι έχει να κάνει µε το τι έχεις κάνει µέσα στα χρόνια. Υπάρχουν πολλοί που έγιναν σταρ µέσα σε µια νύχτα και µετά από 4 χρόνια τους ξέχασε κι η µάνα τους. Δεν ξέρω αν αυτή την εποχή το θέατρο έχει σταρ. Σίγουρα έχει να κάνει µε το βιογραφικό. Εµένα µου ήρθαν όλα σιγά σιγά: µπήκα στο θέατρο, δούλεψα µε ανθρώπους που εκτιµούσα πάρα πολύ, έχω δουλέψει µε τους σηµαντικότερους θεατρικούς σκηνοθέτες πριν κάνω τηλεόραση και πριν έρθει αυτή η αναγνωρισιµότητα. Μπήκα στην τηλεόραση µε τη “10η Εντολή”, τα επεισόδια ήταν αυτοτελή, δεν ήταν ένα σίριαλ που σε καθιέρωνε. Όλα ήρθαν φυσιολογικά, σκαλί σκαλί. Από την άλλη, είµαι ένας άνθρωπος που έχω ψηθεί στη ζωή, έχω δουλέψει πάρα πολύ, έχω φίλους στους οποίους δεν µπορώ να το παίξω κάποιος άλλος. Οπότε διαχειρίστηκα το κοµµάτι της αναγνωρισιµότητας όπως οποιοδήποτε πράγµα στη ζωή µου, πολύ απλά και λογικά. Όταν, όµως, κάποιος ξεπεράσει τα όρια και µε ενοχλήσει θα πω: “µέχρι εδώ είσαι”. Είµαι πάντως πολύ ok που µε αναγνωρίζουν και µου συµπεριφέρονται όµορφα και µε σεβασµό. Έχω την εντύπωση ότι σέβονται και τη δουλειά µου και αυτό που είµαι».
Το θέατρο στην εποχή του Instagram και του TikTok
«Σήµερα υπάρχει περισσότερη έκθεση, πολύ πιο άµεση. Σίγουρα έχει αλλάξει το πώς ανακοινώνεις τη δουλειά στην οποία θα συµµετέχεις, αλλά αυτό είναι ανάγκη των καιρών κάπως. Και τα περιοδικά κάποτε ήταν πολλά, απλώς τώρα είναι διαφορετικοί οι χρόνοι, η προσέγγιση, το πώς φεύγει από εσένα η πληροφορία γι’ αυτό που κάνεις. Από την άλλη, το θέατρο έχει αλλάξει πάρα πολύ στην Ελλάδα. Μάλιστα πιστεύω ότι το ελληνικό θέατρο είναι και πολύ µπροστά. Όχι όλες οι παραστάσεις, αλλά από τις 1.500 που ανεβαίνουν κάθε χρόνο, οι 60 είναι παραστασάρες, οι οποίες κάλλιστα θα µπορούσαν να ανεβαίνουν σε οποιαδήποτε πόλη του κόσµου. Υπάρχουν και νέοι σκηνοθέτες, µε κάποιους έχω δουλέψει, µε άλλους θέλω πολύ. Ο Άρης Μπινιάρης θεωρώ ότι είναι πολύ καλός και θα µπορούσε να σκηνοθετεί στην Αγγλία ή στην Αµερική. Επίσης, η Κατερίνα Ευαγγελάτου, ο Γιώργος Κουτλής, ο Ανέστης Αζάς. Νιώθω πολύ τυχερός που ζω σ’ αυτήν την πόλη, άσχετα που η χώρα δεν πληρώνει αυτό που κάνεις – είναι και άλλη η αγορά. Θα µπορούσε κάλλιστα να υπάρχει µια εξωστρέφεια. Γιατί να πηγαίνει κανείς στο Λονδίνο ή στο Βερολίνο για να δει παραστάσεις και να µην έρχεται στην Ελλάδα; Είναι και θέµα µάρκετινγκ».
Είναι πολλά τα λεφτά, Γιάννη;
«Είµαι αρκετά γεµάτος µε τα πράγµατα που έχω κάνει, και ξέρω γιατί τα έκανα. Τα περισσότερα που ήθελα να κάνω δεν τα είχα φανταστεί όταν ήµουν 18-20. Έχω κάνει εµπορικά πράγµατα, έβγαλα και χρήµατα – όχι µόνο από την τηλεόραση αλλά και από το θέατρο. Το έκανα γι’ αυτό, ξέροντας από την αρχή ότι το κάνω γι’ αυτό. Για εµένα δεν αλλάζει κάτι, µε τον ίδιο τρόπο που δούλευα τότε που έπαιρνα 600€, µε τον ίδιο τρόπο δουλεύω και τώρα».
Υπάρχει µία δαιµονοποίηση του χρήµατος στον καλλιτεχνικό χώρο; «Υπάρχει και όχι µόνο στον καλλιτεχνικό χώρο. Δεν µπορεί ο βασικός µισθός, ύστερα από 25 χρόνια στο ευρώ, να είναι 880€. Είναι λίγο ανώµαλο και παρανοϊκό να ζήσεις µία οικογένεια, ειδικά όταν έχεις παιδιά και υποχρεώσεις. Από την άλλη, έχω περάσει και φάσεις που θα µπορούσα να βγάλω χρήµατα και είπα όχι. Από “Το νησί” και µετά, που µου πρότειναν να κάνω τηλεόραση και θα µπορούσα να είχα βγάλει παραπάνω χρήµατα, εγώ έλεγα όχι. Ίσως ήταν και αυτό που µε κράτησε για να κάνω µετά άλλες συνεργασίες, γιατί λειτουργεί κι έτσι το σύστηµα».
Δεν είναι χρήσιµο εργαλείο τα χρήµατα για µια καλύτερη καθηµερινότητα; «Βέβαια, κι όχι µόνο, µπορεί να σου κερδίσουν και χρόνο για να σκεφτείς τι θέλεις να κάνεις µετά. 3-4 χρόνια πριν, είχα τη δυνατότητα, ύστερα από 21 χρόνια σερί θέατρο τον χειµώνα και πολλές φορές µε 2 παραστάσεις το καλοκαίρι, να µην κάνω θέατρο για έναν χειµώνα. Αυτή τη δυνατότητα µου την έδωσε η τηλεόραση, µια δουλειά που δέχτηκα να κάνω και για την οποία πήρα περισσότερα χρήµατα. Δεν µιλάµε για τρελά χρήµατα – κανένας ηθοποιός δεν είναι πλούσιος. Κάποιοι µπορούν απλώς να ζουν κάπως πιο άνετα, αλλά κανείς δεν έχει χρήµατα για να κάνει ό,τι γουστάρει. Αυτό, λοιπόν, µου έµαθε πολλά και θα ήθελα να το επαναλάβω στο άµεσο µέλλον, να κάνω, δηλαδή, κάτι που θα µου εξασφαλίσει τα χρήµατα για µια κανονική ζωή και τον χρόνο για να γυµναστώ, να διαβάσω, να σκεφτώ τι θέλω να κάνω µετά, να γνωρίσω ανθρώπους, να κάνω κάτι καινούργιο. Ακόµα µε καίει, ψάχνω τι θέλω να κάνω σε 1-2 χρόνια».
Τα ταξίδια της ζωής του
«Την περασµένη χρονιά βρέθηκα στο Lion Rock – έκανα ένα ταξίδι µε τα παιδιά µου στη Σρι Λάνκα. Δεν είχα ξαναπάει, ήταν πολύ ωραία, άλλος κόσµος. Και φτώχεια βέβαια, αλλά υπάρχει µια αλήθεια, κάτι που µου αρέσει στην Ανατολή. Μου αρέσουν πολύ και τα ταξίδια στη Λατινική και Κεντρική Αµερική. Γενικά έχω ταξιδέψει πολύ. Έχω βάλει στόχο κάθε καλοκαίρι να πηγαίνω µε τα παιδιά µου για 10-15 ηµέρες στο εξωτερικό. Φάση backpack και πάµε... Γενικά αποφεύγω τον δυτικό πολιτισµό, ειδικά µε τα παιδιά µου, γιατί έχουν κάνει ταξίδια στη Δύση και µε εµένα, και µε τη µάνα τους, έχουµε πάει και οικογενειακώς. Έχουµε πάει Λονδίνο, Παρίσι. Έχουν γυρίσει µε τη µάνα τους όλη την Ευρώπη µε τρένο µένοντας για 1-2 ηµέρες σε πόλεις. Το καλύτερο µέρος που έχω βρεθεί ποτέ είναι η Γουατεµάλα. Είχε τα πάντα: Καραϊβική, Ειρηνικό, ενεργά ηφαίστεια, ζεστές και κρύες λίµνες, ποτάµια, ζούγκλα, άγρια ζωή, ωραίους ανθρώπους, ωραίο φαγητό. Δύσκολο, βέβαια, να έµενα εκεί. Δεν την αλλάζω την Ελλάδα. Πιστεύω ότι η γεύση των νερών του Αιγαίου δεν υπάρχει πουθενά στον κόσµο. Το να βουτάς στα διαυγή νερά των Κυκλάδων, για παράδειγµα, και να έχεις αυτή την αρµύρα στο στόµα σου, είναι κάτι µαγικό».
Η πατρότητα και ο χρόνος
«Υπάρχουν πολλοί άντρες που έκαναν παιδιά, δεν ολοκληρώθηκαν ποτέ και συνεχίζουν να είναι µαλάκες. Εµένα η πατρότητα µε έχει κάνει λίγο καλύτερο άνθρωπο, να σκέφτοµαι πρώτα τα παιδιά µου και µετά εµένα, να προσέχω τον εαυτό µου γιατί έχω υποχρέωση να είµαι κοντά τους µέχρι µία ηλικία, να νιώθουν ασφάλεια, στήριξη. Όλο αυτό µε έχει δυναµώσει. Κι εκείνα κατάλαβαν από νωρίς τι συµβαίνει µε τον µπαµπά τους, γιατί τα παίρνω µαζί µου σε όλες τις περιοδείες το καλοκαίρι. Γουστάρουν τρελά. Κάθε χρόνο η κόρη µου µε ρωτάει “θα πας περιοδεία φέτος;”. Μεγαλώνοντας ζητούν πράγµατα... Τρελάθηκαν µε το “Annie”, είδαν 3-4 φορές την παράσταση. Ασκούν κριτική, την οποία ακούω. Ένας από τους λόγους, άλλωστε, που έκανα το µιούζικαλ ήταν τα παιδιά µου. Από τη στιγµή που η κόρη µου, το πρώτο µου παιδί, απέκτησε συνείδηση και έχω τη δυνατότητα να συνεννοούµαι µαζί της, έχει περάσει ο χρόνος ανεπιστρεπτί, τόσο γρήγορα που δεν µπορούσα να σκεφτώ ότι την είχα στο µάρσιπο και τώρα έχουν περάσει 16 χρόνια. Μου φαίνεται σαν τώρα, αν και είναι πολύ παλιά. Το γεγονός ότι ο χρόνος περνάει πολύ γρήγορα µε έχει προσδιορίσει και µε έχει τροµάξει µερικές φορές».
Μαγειρεύοντας σπανακόρυζο µε πανκ και Τσιτσάνη
«Έµενα στου Ψυρρή για 21 χρόνια. Πρώτα Περισσός, Κάτω Πετράλωνα (η πρώτη στέγη µακριά από τους δικούς µου), µετά Ρουφ-Γκάζι, Νέα Υόρκη, Ψυρρή και τώρα ξανά Κάτω Πετράλωνα. Είναι πολύ ήσυχα και ωραία, µου αρέσει το σπίτι όπου µένω, οπότε θέλω να περνάω χρόνο σ’ αυτό. Απολαµβάνω να διαβάζω, να βλέπω ταινίες, να ακούω µουσική, να καλώ φίλους και να µιλάµε, να πίνουµε», θυµάται και µοιράζεται τη σπιτίσια καθηµερινότητά του.
«Μετρά πολύ ο τρόπος που θα κοιµηθώ. Τώρα τελευταία χρησιµοποιώ ένα φυτικό σπρέι κι ανοίγει η αναπνοή µου, θα σηκωθώ, θα πιω το οµοιοπαθητικό µου χάπι (γιατί κάνω οµοιοπαθητική χρόνια τώρα), θα φτιάξω καφέ ντεκαφεϊνέ. Μου αρέσει να µε φροντίζω, µαγειρεύω τα πάντα – κάνω πολύ ωραία γεµιστά κι αν πήγαινα στο “Master Chef” µπορεί να παρουσίαζα σπανακόρυζο. Μπορώ να κάνω αντικριστό αρνί µε πατάτες, τροµερή κρεατόσουπα, ψαρόσουπα. Η µαγειρική είναι σαν διαλογισµός για εµένα, βάζω τα υλικά στην άκρη, τα κόβω, ιεροτελεστία µετά µουσικής. Πανκ, David Bowie, ηλεκτρονική µουσική, Placebo, µπορεί να πεταχτεί και κανένας Αγγελάκας, Παυλίδης, Μάλαµας, Τσιτσάνης, Lady Gaga, αναλόγως το κέφι και τη φάση µου».
«Δεν µπορώ µέσα στην πόλη µε το αµάξι, αρρωσταίνω»
Στην πόλη καβαλά µόνιµα µηχανή. «Οδηγώ από τα 13 µου. Παπιά στο χωριό, χωρίς δίπλωµα. Ήµουν απαράδεκτος. Καλοκαίρια, τρεις µήνες, εκεί οι πρώτοι έρωτες, εκεί τα πρώτα παιχνίδια, οι πρώτες µηχανές. Θυµάµαι το πρώτο µοτοποδήλατο που οδήγησα, µετά µία 400άρα πολύ βαριά µηχανή. Στον Περισσό ο πατέρας µου είχε µια Floretta παρατηµένη, την πήρα κανά δυο φορές, µετά είχε ένα Simpson 50άρι, ωραίο και γρήγορο. Η πρώτη µηχανή που πήρα µε δικά µου λεφτά ήταν το XT, το είχα 21 χρόνια και το άλλαξα τώρα», λέει ενώ ετοιµάζεται να φορέσει το κράνος του για να πάει στην πρόβα της «Λόλας».
Η φωτογράφιση του Γιάννη Στάνκογλου πραγματοποιήθηκε στο ιστορικό κουτούκι «Δίπορτο». Τα ρούχα της φωτογράφισης παραχωρήθηκαν ευγενικά από τον σχεδιαστή μόδας Γιώργο Ελευθεριάδη. Βοηθός Φωτογράφου: Ειρήνη Σιούσιουρα
Δειτε περισσοτερα
Μια θρυλική πορεία 60 και πλέον ετών στην αρχιτεκτονική, που συνεχίζει να εξελίσσεται σήμερα στο γραφείο Vikelas Architects με τον γιο του, Αλέξη Βικέλα
Μια προσωπική συζήτηση μακριά από την επικαιρότητα για το οικονομικό-πολιτικό σκηνικό της μεταπολεμικής Ελλάδας και το αύριο της χώρας. Αφορμή το νέο του βιβλίο, «Ελλάδα 1953-2024 - Χρόνος και Πολιτική Οικονομία».
Ο αντιστάρ µεταµορφώνεται ξανά πρωταγωνιστώντας στη µυθική «Λόλα», που ανεβαίνει για πρώτη φορά στην ιστορία του ελληνικού θεάτρου στο Παλλάς
Ο γνωστός εικαστικός μας μίλησε για τη ζωή του, με αφορμή τη νέα ατομική έκθεσή του «Οροπέδια»
Ο δραματικότερος ζωγράφος του αμερικανικού ρεαλισμού, στην πλήρη ακμή του - Η ιστορία του εμβληματικού έργου