«Ρέα» του Σαμάρα στο Θέατρο Ολύμπια 1943-1944
«Ρέα» του Σαμάρα στο Θέατρο Ολύμπια 1943-1944 © Αρχείο ΕΡΤ/ert.gr
Θεατρο - Οπερα

Θέατρο Ολύμπια – Δημοτικό Μουσικό Θέατρο Μαρία Κάλλας: 120 χρόνια μουσικής και θεατρικής ιστορίας

Ένα θέατρο που ταυτίστηκε με τη λυρική ιστορία της Αθήνας από το 1904 έως σήμερα
125052-280643.jpg
Έλενα Ντάκουλα
ΤΕΥΧΟΣ 989
5’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
UPD

Λειτούργησε για περίπου 100 χρόνια ως χώρος αφιερωμένος στο λυρικό θέατρο, αποτελώντας αναπόσπαστο τμήμα της σύγχρονης πολιτιστικής ιστορίας του τόπου.

O χώρος όπου βρίσκεται το σημερινό θέατρο Ολύμπια – Δημοτικό Μουσικό Θέατρο «Μαρία Κάλλας», ο οποίος υπήρξε για δεκαετίες το «σπίτι» της Λυρικής Σκηνής, έχει μακρά μουσική και θεατρική ιστορία, που ξεκινά από το 1904, όταν εκεί, σε οικόπεδο εμβαδού 1,295 τ.μ., χτίστηκε το υπαίθριο θέατρο του επιχειρηματία Λεωνίδα Αρνιώτη (1862-1939), σε σχέδια του αρχιτέκτονα Πάνου Καραθανασόπουλου. Επρόκειτο για το εντυπωσιακότερο και πολυτελέστατο θέατρο ποικιλιών της Αθήνας, γνωστό ως ο «Κήπος του Αρνιώτη».

Αξίζει να αναφερθεί ότι ο Καραθανασόπουλος ήταν ήδη πολύ γνωστός από τον σχεδιασμό του ιστορικού ξενοδοχείου Ακταίον στο Νέο Φάληρο, ιδιοκτησίας Ι. Πεσμαζόγλου, το οποίο κατεδαφίστηκε το 1994 και στη θέση του βρίσκεται σήμερα το νοσοκομείο Metropolitan.

Το θέατρο Ολύμπια διέθετε περίτεχνη σκηνή, που παρέπεμπε σε σκηνές της ιταλικής όπερας, πλατεία και εξώστη με 1.000 θέσεις, καθώς και πλούσιο διάκοσμο με αγάλματα. Όπως διαβάζουμε στο βιβλίο-διατριβή της Ελένης Φέσσα: «στον καταστόλιστο κήπο του υπήρχαν φωτισμένα δέντρα, δύο σιντριβάνια, ένα αναβρυτήριο, δύο ορειχάλκινα αγάλματα και πολυτελής αίθουσα καφενείου».

Εκτός από λαϊκά θεάματα, ο Αρνιώτης ανέβαζε συχνά παραστάσεις με θίασο ζώων (κυρίως σκύλων και γατών), εκπαιδευμένων από τον ίδιο. Για τον συγκεκριμένο εκκεντρικό και ιδιόρρυθμο επιχειρηματία, με τις πολλαπλές ιδιότητες (στιχουργός, συγγραφέας θεατρικών έργων, πυγμάχος, ιπποδαμαστής, εκπαιδευτής ζώων), υπάρχει και μια ιστορία η οποία είχε προκαλέσει γέλιο στους τότε Αθηναίους, αλλά χάρισε στον ίδιο τον τίτλο του πρώτου Έλληνα αεροπόρου, αυτού που έγραψε την πρώτη λέξη στο βιβλίο της ελληνικής αεροπορικής ιστορίας.

Πράγματι, ο Αρνιώτης, γοητευμένος από την ιδέα της πτήσης και την πρόοδο της αεροπλοΐας εκείνα τα χρόνια, πήγε στο Παρίσι, όπου απέκτησε γνώσεις χειριστή και μηχανικού. Επιστρέφοντας, μετέφερε σε κιβώτια το αεροπλάνο του, ένα Blériot 30 ίππων, το συναρμολόγησε κι έκανε δύο δημόσιες προσπάθειες απογείωσης, που όμως στέφθηκαν με πλήρη αποτυχία και κατέληξαν στην τελική καταστροφή του αεροσκάφους. Η πρώτη μάλιστα πραγματοποιήθηκε στο Τατόι στις 26 Σεπτεμβρίου 1910, παρουσία του Γεωργίου Α΄ και της βασιλικής οικογένειας, και καταγράφηκε από την κάμερα του Αιμιλίου Λέστερ, ενώ λίγο αργότερα έγινε και ταινία με τίτλο: «Η απόπειρα πτήσεως του Λ. Αρνιώτη εις Τατόιον».

Την αποφράδα εκείνη ημέρα για τον επίδοξο αεροπόρο περιγράφει, με ιδιαίτερο χιούμορ, ο Κώστας Δημητριάδης: «Για μια στιγμή, ο Αρνιώτης κατάφερε να το ξεσηκώσει απ’ τη γη –μόλις λίγους πόντους– για να το ξαναρίξει, ενώ χαλούσε ο κόσμος από τα γέλια. Εκείνη ακριβώς την ώρα –θέλεις από φιλότιμο για την πρόγκα, θέλεις από εκδίκηση;– το επίγειο αεροπλάνο αφηνίασε κι άρχισε να τρέχει με μανία προς τους επισήμους. Δεν εσεβάστηκε ούτε τα φουστάνια της βασίλισσας, που ο έλικάς του με ορμή τα εσήκωσε στα μεσοούρανα, όσο κι αν προσπαθούσε η Όλγα να τα περιμαζεύει... Μπροστά στον κίνδυνο να πάρει όλους σβάρνα το μανιασμένο θηρίο του Αρνιώτη, όπου φύγει φύγει τότε και βασιλιάδες, και πρεσβευταί, και λαός».

Την επόμενη μέρα οι εφημερίδες αναφέρθηκαν στο αεροπλάνο του Αρνιώτη, ονομάζοντάς το «γεωπλάνο». Ο δε βασιλιάς τον ευχαρίστησε δημοσίως που, αν και τελικά δεν πέταξε, του «όργωσε το χωράφι», αφού, καθώς ο Αρνιώτης προσπάθησε να απογειωθεί, η ουρά του αεροπλάνου έσπασε και άνοιγε αυλάκια ενώ το αεροπλάνο τροχοδρομούσε.

Από το 1907 ο χώρος λειτούργησε και ως κινηματογράφος, αλλά δεν μακροημέρευσε, και το 1910 το ακίνητο βγήκε σε πλειστηριασμό. Την περίοδο 1915-16 οι νέοι ιδιοκτήτες, Μ. Μεταξάτος και Ν. Καραντινός, έχτισαν στο ίδιο σημείο το πρώτο θέατρο Ολύμπια, σε σχέδια του Κωνσταντινουπολίτη αρχιτέκτονα Σταύρου Χρηστίδη, ώστε να στεγαστεί εκεί το ελληνικό μελόδραμα. Τον Μάιο του 1919, στη σκηνή του ανέβηκε ο «Οιδίπους Τύραννος» με τον Αιμίλιο Βεάκη, μια παράσταση που σηματοδότησε την αναβίωση του αρχαίου δράματος.

Το κτίριο διέθετε εξαιρετική διακόσμηση και έφερε στην Αθήνα τη φινέτσα των παριζιάνικων σκηνών. Η πολυτέλειά του και οι νεωτερισμοί ως προς τη λειτουργικότητά του (βοηθητικοί χώροι για τους ηθοποιούς, άνετο προσκήνιο, ευρύχωρη ορχήστρα κ.ά.) εκθειάστηκαν από τον Τύπο της εποχής. Από σχετικές φωτογραφίες φαίνεται ότι ήταν ένα κομψό κτίριο, με μνημειακή είσοδο και πολλά νεοκλασικά στοιχεία. Διέθετε 24 θεωρεία, μεγάλη αίθουσα γαλλικού τύπου, με ημικυκλική πλατεία, δάπεδο στρωμένο με παρκέ και πολυτελέστατα καθίσματα, ντυμένα με βελούδο. Μειονέκτημά του ήταν η μικρών διαστάσεων σκηνή, πλάτους 14.5 και ύψους 11 περίπου μέτρων, που δυσκόλευε το ανέβασμα μελοδραμάτων. Αυτή αναμορφώθηκε από τον αρχιτέκτονα Κίμωνα Λάσκαρι την περίοδο 1942-43, προκειμένου το θέατρο να υποδεχτεί τη Λυρική Σκηνή. Από το 1925 έως 1928 o χώρος λειτούργησε ξανά ως χειμερινός κινηματογράφος και τον Ιανουάριο του 1927, έγινε η προβολή της θρυλικής ταινίας «Θωρηκτόν Ποτέμκιν».

Από τον Μάιο του 1944, στο Ολύμπια στεγάστηκε η Λυρική Σκηνή, όταν αυτονομήθηκε και ανεξαρτοποιήθηκε από το Εθνικό Θέατρο, τμήμα του οποίου υπήρξε από το έτος ιδρύσεώς της (1940). Η πρώτη παράσταση στο Ολύμπια δόθηκε τον Μάιο του 1944 με την όπερα «Ρέα» του Κερκυραίου συνθέτη Σπυρίδωνος Σαμάρα. Στον χώρο αυτό εμφανίστηκαν κορυφαίοι συνθέτες και αρχιμουσικοί, όπως οι Μ. Καλομοίρης και Δ. Μητρόπουλος. Επίσης εκεί έκανε το επαγγελματικό ντεμπούτο της και η Μαρία Κάλλας, ερμηνεύοντας τον πρωταγωνιστικό ρόλο της Σαντούτσα στην «Καβαλερία Ρουστικάνα» του Πιέτρο Μασκάνι, σε παραγωγή της ΕΛΣ.

Το θέατρο Ολύμπια ανακατασκευάστηκε την περίοδο 1955-57, σύμφωνα με μελέτη του αρχιτέκτονα Πάνου Τσολάκη, και εκσυγχρονίστηκε με την κατασκευή του επταώροφου κτιριακού συγκροτήματος των οδών Ακαδημίας 59-61 & Χ. Τρικούπη, μέσα στο οποίο είναι ενταγμένο. Η είσοδος του σημερινού θεάτρου, επί της οδού Ακαδημίας 59, χωροθετήθηκε στο σημείο της αρχικής εξωτερικής σκάλας εισόδου. Ο Τσολάκης, ο οποίος κέρδισε τον διαγωνισμό που προκηρύχθηκε από τον ιδιοκτήτη του κτιρίου (Μετοχικό Ταμείο Υπαλλήλων Τράπεζας της Ελλάδας), ήταν απόφοιτος της Σχολής Καλών Τεχνών του Παρισιού, με βαθιά μουσική παιδεία, γεγονός που επηρέασε καθοριστικά τον σχεδιασμό του θεάτρου.

Όπως αναφέρει ο αρχιτέκτων στο περιοδικό «Αρχιτεκτονική» (1958): «Αι επιβεβλημέναι διαστάσεις αιθούσης και σκηνής και η ένταξις του Θεάτρου εις αστικόν κτηριακόν συγκρότημα διαφόρου σκοπιμότητος, επέβαλαν κατά την μελέτη κατευθύνσεις σαφείς όχι μόνον από της απόψεως της διατάξεως των χώρων αλλά και από εκείνης της μορφής και της κοσμήσεως. Απεκλείετο εκ των πραγμάτων η δυνατότης ανταποκρίσεως εις απαιτήσεις Λυρικού Θεάτρου (Όπερας) και απέμεινεν η επιδίωξις της πραγματοποιήσεως ενός συνόλου απλού και συγχρονισμένου, καταλλήλου διά πρόζαν και συναυλίας και πληρούντος τους όρους μιας σημερινής περί αιθούσης θεαμάτων αντιλήψεως. Κατεβλήθη πάσα προσπάθεια όπως ικανοποιηθούν διά τους θεατάς αι απαιτήσεις ακουστικής, οπτικής, ανέσεως διαμονής εις την αίθουσαν και κινήσεως εις τους γενικούς εξυπηρετικούς χώρους (κλίμακας, φουαγέ κ.λπ.) και επίσης όπως υπάρξη η δυνατότης ενότητος αιθούσης και σκηνής ίνα επιτρέπεται ούτω εις τον σκηνοθέτην η δημιουργία ατμοσφαίρας θεάτρου [...]».

Στο φουαγέ κυριαρχούν οι δύο εντυπωσιακές μαρμάρινες σκάλες που οδηγούν στον εξώστη και στα θεωρεία και δίνουν μια αίσθηση κυκλικότητας στον χώρο. Η αίθουσα με τη σκηνή, εκεί που χτυπάει η καρδιά του θεάτρου, δεν έχει καμία σχέση με την παλιά, που ήταν φτιαγμένη, όπως αναφέρθηκε, σε γαλλικό στιλ, με βαριά διακόσμηση, με μικρή απόσταση του εξώστη από τη σκηνή και πολύ μικρότερη χωρητικότητα. Με λιτές και καμπύλες γραμμές, αναπτύσσεται σε τέσσερα επίπεδα συνολικής επιφάνειας 1.798 τ.μ., φιλοξενεί 690 θεατές και διαθέτει εκπληκτική ακουστική, λόγω του κύριου δομικού της υλικού, του ξύλου. Η πλατεία είναι επικλινής, ώστε να παρέχει απρόσκοπτη θέα στη μήκους 21μ. σκηνή απ’ όλες τις θέσεις, ενώ 18 θεωρεία εκτείνονται στα πλαϊνά τμήματα της αίθουσας.

Στο ανακαινισμένο φουαγέ του πρώτου ορόφου φιλοξενείται η πρώτη μόνιμη έκθεση στη χώρα για τη Μαρία Κάλλας, με λίγα προσωπικά αντικείμενα (επιστολές, φωτογραφίες) και τεκμήρια (χειρόγραφα, παρτιτούρες κ.ά.) από τη ζωή και το έργο της μεγάλης ντίβας της όπερας. Στον χώρο πραγματοποιούνται μικρές παραστάσεις και μουσικές εκδηλώσεις.

Το θέατρο Ολύμπια, με υπουργική απόφαση του 2003 (ΦΕΚ 1927 Β΄), έχει κηρυχθεί διατηρητέο ως προς τη χρήση του. Όπως αναφέρεται στην απόφαση, λειτούργησε για περίπου 100 χρόνια ως χώρος αφιερωμένος στο λυρικό θέατρο και «ως τέτοιος παγιώθηκε στη συνείδηση της κοινωνίας, αποτελώντας αναπόσπαστο τμήμα της σύγχρονης πολιτιστικής ιστορίας του τόπου».

Στις 19 Μαΐου 2017, μέσα σ’ ένα ιδιαίτερα συγκινησιακό κλίμα, η ΕΛΣ με την ίδια όπερα –τη «Ρέα» – με την οποία είχε αρχίσει τον κύκλο των παραστάσεών της στο παλιό Ολύμπια το 1944, αποχαιρέτησε το κτίριο, προκειμένου να εγκατασταθεί στη νέα της στέγη, στο Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος (ΚΠΙΣΝ). Έτσι, έκλεισε ένας κύκλος, αλλά ταυτόχρονα άνοιξε ένας καινούργιος, τόσο για το ιστορικό θέατρο όσο και για την πόλη της Αθήνας, η οποία απέκτησε ξανά το δημοτικό μουσικό της θέατρο, το επονομαζόμενο πλέον Ολύμπια – Δημοτικό Μουσικό Θέατρο «Μαρία Κάλλας».

Τα Μουσικά Σύνολα Δήμου Αθηναίων, η Συμφωνική Ορχήστρα, η Χορωδία, το Εργαστήρι Ελληνικής Μουσικής, η Big Band και η Φιλαρμονική Ορχήστρα υποδέχονται πλέον το κοινό στη μουσική τους στέγη με ένα εξαιρετικό πρόγραμμα συναυλιών, όπου, συμπράττοντας με καλλιτέχνες που ξεχωρίζουν στον χώρο τους, υπόσχονται να ενθουσιάσουν και τους πιο απαιτητικούς ακροατές.

Δειτε περισσοτερα