Θεατρο - Οπερα

Απολαυστική «Μποέμ»

Είδαμε τη όπερα του Πουτσίνι στη Λυρική

Λένα Ιωαννίδου
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η Μποέμ είναι μια από τις αγαπημένες μου όπερες και δεν χάνω την ευκαιρία να την απολαύσω κάθε φορά που ανεβαίνει μια νέα παραγωγή ή και μια παλιότερη, όπως αυτή που παρουσιάστηκε στο θέατρο Ολύμπια την περασμένη εβδομάδα. Έχω δει τη δράση της όπερας να μεταφέρεται από το Παρίσι των υπαρξιστών του 50– σε ένα παλιότερο ανέβασμά της στο Λονδίνο-, στο Παρίσι του σήμερα– στην ωραιότερη και πιο τολμηρή Μποέμ που ανέβασε ποτέ η Λυρική σκηνοθετημένη από τον Γκρέιαμ Βικ το 2007, με τη Μιμή όχι φυματική αλλά … junkie –ή να ζωντανεύει το καρτιέ λατέν 19ου αιώνα – η παρισινή γειτονιά που ενέπνευσε, άλλωστε, τον Ανρύ Μυρζέρ , συγγραφέα της νουβέλας «Σκηνές απ’ την μποέμικη ζωή» και στη συνέχεια τον Πουτσίνι. Την εποχή αυτή επέλεξε και η Λίνα Βερτμύλλερ όταν το 1997 κλήθηκε για πρώτη φορά να σκηνοθετήσει Μποέμ στη Λυρική. Πρωτοείδα την παραγωγή αυτή το 2005 και αυτό που είχε μείνει έντονα στη μνήμη μου ήταν η ζωντάνια που απέπνεε η παράσταση καθώς και …η Art Nouveau είσοδος του καφέ Μομύς της δεύτερης πράξης! Παρακολουθώντας την έπειτα από 10 σχεδόν χρόνια αισθάνθηκα ότι δεν έχει χάσει τίποτα από τη ζωντάνια εκείνη – και το καφέ Μομύς ήταν όπως ακριβώς το θυμόμουν!

Η Βερτμύλλερ παρουσιάζει μια λαμπερή, ευφορική, προκλητική μερικές φορές, εικόνα της Παρισινής ζωής με τους λιμοκτονούντες αλλά ανέμελους καλλιτέχνες της αριστερής όχθης που αψηφούν τις κοινωνικές συμβάσεις και τα φτωχά κορίτσια που τους ερωτεύονται αλλά πέφτουν στην αγκαλιά πλουσίων εραστών για να επιβιώσουν…. Στις σκηνές της σοφίτας σκιαγραφεί με ακρίβεια τους χαρακτήρες των ηρώων της ιστορίας. Με τους αστεϊσμούς και την επιπολαιότητά τους, τη ζήλεια, τον έρωτα και την απελπισία τους αλλά πάνω από όλα με τη συντροφικότητά τους συνθέτουν μια γλαφυρή όσο και ρεαλιστική εικόνα μποέμικης ζωής. Στην πληθωρική δεύτερη πράξη, γκροτέσκες φιγούρες –οι φελινικές επιρροές της; –, πόρνες, σαλτιμπάγκοι, παιδιά, αστοί και μποέμ ενώνονται σε ένα δαιμονικό πανηγύρι, έναν ύμνο στα νιάτα και τη χαρά της ζωής. Το ίδιο έντονα όμως αποτυπώνει , στην τρίτη πράξη και το «άλλο Παρίσι», των μεροκαματιάρηδων, στα όρια της πόλης, μια εικόνα λιγότερο φωτεινή εξίσου όμως αληθινή .

image

image

Στη δεύτερη διανομή που παρακολούθησα, η Άννα Στυλιανάκη ήταν μια Μιμή ανάλαφρη, λαμπερή και ερωτευμένη στην αρχή, μελαγχολική και συγκινητική όσο οδεύει προς το δραματικό τέλος. Μοναδική μου αντίρρηση, η πολύ «υγιής» φωνή της, δεν πείθει εύκολα ότι η ηρωίδα είναι ασθενική και εύθραυστη, ότι αργοπεθαίνει…

Ο Γιάννης Χριστόπουλος στο ρόλο του ερωτευμένου Ροντόλφο, μας έδωσε μια εκφραστική ερμηνεία, τόσο φωνητικά όσο και υποκριτικά. Η Μουζέττα της Βασιλικής Καραγιάννη –ιδίως στην πασίγνωστη άρια της Β’ πράξης– ήταν εκρηκτική, όπως ακριβώς απαιτεί ο ρόλος, ενώ πολύ καλοί ήταν ο Σωνάρ του Ζαφείρη Κουτελιέρη και ο Κολλίνε του Πέτρου Μαγουλά. Αυτός που έκλεψε ωστόσο την παράσταση ήταν ο Μαρτσέλλο του Κύρου Πασχαλίδη. Με την παρουσία του μετέτρεψε ένα σημαντικό αλλά δευτερεύοντα ρόλο, σε πρωταγωνιστικό. Έξοχος!

image

Η ορχήστρα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής υπό τη διεύθυνση του Λουκά Καρυτινού ανέγνωσε την παρτιτούρα του συνθέτη με ευαισθησία, μελωδικότητα, αλλά και με ασυνήθιστη ένταση- δεν ήταν λίγες οι φορές που σκέπαζε τις φωνές των πρωταγωνιστών σε σημεία που ίσως δεν θα έπρεπε.

Με μια κουβέντα: Η παράσταση της Μποέμ του Πουτσίνι με τη σκηνοθετική υπογραφή της Βερτμύλλερ, αν και μετρά σχεδόν δύο δεκαετίες, δείχνει αγέραστη. Ακόμα κι αν την έχετε δει –όπως εγώ– δείτε την ξανά. Θα την απολαύσετε το ίδιο!