Θεατρο - Οπερα

O Γιάννης Ευθυμιάδης μιλάει για τη μεταφορά του ποιήματος «Αλκίνοος» στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά

Το μακροσκελές, βαθιά ερωτικό του ποίημα μεταπλάθεται σε θεατρικό δρώμενο

Γιώργος Φλωράκης
11’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ο Γιάννης Ευθυμιάδης μιλάει για τη θεατρική παράσταση «Αλκίνοος» που ανεβαίνει στη σκηνή Ω του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά τον Σεπτέμβριο και βασίζεται στο ομώνυμο ποίημα του

Πάει ένας ολόκληρος χρόνος από τότε που είχαμε πρωτομιλήσει με τον Γιάννη Ευθυμιάδη για τον «Αλκίνοο», το μακροσκελές, βαθιά ερωτικό του ποίημα. Δεν ήταν ανάμεσα στις πρώτες μου σκέψεις ότι επρόκειτο για ένα «σκηνικό ποίημα», όπως το χαρακτηρίζει ο ίδιος. Εκείνο που ήξερα μόνο, ήταν ότι λειτουργούσε καλύτερα -εννοώ, πήγαινε πιο βαθιά- όταν διαβαζόταν φωναχτά. Και να τώρα που από τις 21 έως τις 25 του Σεπτέμβρη ανεβαίνει στη Σκηνή Ω του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά με ερμηνευτή τον Βαγγέλη Παπαδάκη. Αυτή ακριβώς η σκηνή λοιπόν θα γίνει ο τόπος όπου θα συναντηθεί ο ποιητικός με τον δραματικό τρόπο, ο τόπος όπου ο ερωτικός λόγος θα συναντήσει τον άλλο αλλά και τα βάθη της ύπαρξης του καθενός από εμάς.

Τώρα που ο «Αλκίνοος» ως κείμενο έχει φύγει εδώ και καιρό από τα χέρια σου, ποια είναι η αίσθηση που έχεις από την πρόσληψή του από τους αναγνώστες;
Ο «Αλκίνοος» γραφόταν για αρκετά χρόνια πριν από την περσινή έκδοσή του. Και ωρίμαζε μέσα μου όλο και πιο πολύ. Η αρχική σύλληψη γινόταν ολοένα και πιο καθαρή, ώσπου να πάρει την τελική της μορφή και να γίνει στέρεη πρόθεσή μου να γράψω ένα μακροσκελές συνθετικό ποίημα για τον έρωτα και τον θάνατο, δηλαδή για τη ζωή. Επιβεβαιώνει για μιαν ακόμη φορά πως στην ποίηση γράφουμε, αιώνες τώρα, για τα ίδια πάντα μεγάλα ζητήματα, μοχθώντας με αγώνα μεγάλο να διαφοροποιηθούμε στο πώς θα τα εκφράσουμε. Υπό την έννοια αυτή και ο «Αλκίνοος» αγγίζει τα μεγάλα διαχρονικά θέματα που αφορούν τον καθένα. Γι’ αυτό και η υποδοχή του, τόσο από το αναγνωστικό κοινό όσο κι από την επίσημη κριτική ήταν πολύ θετική. Δεν μπορώ και δεν μου επιτρέπεται να αποτιμήσω σε βάθος την πρόσληψη του έργου. Άλλωστε είναι νωρίς, δεδομένου ότι το ποίημα κυκλοφορεί έναν μόλις χρόνο τώρα. Ήδη όμως οι πρώτες σπίθες της αγάπης με την οποία το έχουν περιβάλει οι αναγνώστες έχουν μια δυναμική που προδιαγράφει τον δρόμο του από ’δω και πέρα. Ξέρεις, η άγνοια της πραγματικής αποδοχής ενός έργου μας προφυλάσσει και από λοξοδρομήματα. Έτσι κι αλλιώς η ποίηση είναι μια τέχνη μοναχική, μονήρης. Όταν γράφεις κλεισμένος (όπως ο ήρωας του «Αλκίνοου») μόνος σε ένα κλειστό σκοτεινό δωμάτιο -και με τούτο αλληγορικά μιλώ για τα σκοτάδια της ψυχής μας- δεν ξέρεις, δεν μπορεί να ξέρεις πώς θα φτάσουν οι λέξεις σου να ξεδιπλωθούν ξανά στα στόματα των άλλων. Αυτό σε σώζει και από το να επιδιώκεις την αποδοχή, την ευρεία πρόσληψη του έργου σου, προσαρμόζοντάς το σ’ αυτό που οι άλλοι ενδεχομένως περιμένουν. Αν ένα έργο φτάσει να συγκινήσει όσο το δυνατόν περισσότερους, τότε αυτό είναι μια ευλογία μεγάλη.

Στη συζήτηση που είχαμε κάνει πριν από μερικούς μήνες για τον «Αλκίνοο»  ως ποίημα, είχαμε κλείσει με το σχέδιο να κυκλοφορήσει σε δίσκο ως μελοποιημένο έργο. Και ξαφνικά -για μένα, τουλάχιστον- ανεβαίνει στο θέαρο. Πώς γεννήθηκε αυτή η ιδέα;
Από την πρώτη στιγμή που έγραφα το ποίημα ήταν ξεκάθαρο στο μυαλό μου ότι επρόκειτο για έναν ποιητικό μονόλογο, για ένα ποίημα με σκηνικό χαρακτήρα. Γι’ αυτό και πολύ νωρίς κατά τη σύνθεση του λειτούργησε η δραματική ποιητική φωνή, δηλαδή η απεύθυνση. Ο ήρωας απευθύνεται σε ένα γυμνό ασάλευτο σώμα ενός νεαρού άντρα που κείτεται αντίκρυ του - δεν είναι σαφές αν κοιμάται ή αν είναι νεκρός. Αυτός ο «άλλος» άντρας δεν είναι παρά η άλλη υπόσταση του ήρωα, του καθενός από μας. Και καθώς εξελίσσεται το ποίημα η αλληγορική ερωτική ένωση των δύο συμβολίζει την ένωση μας με ό,τι πιο βαθύ κι αληθινό κρύβουμε μέσα μας. Έτσι που ο έρωτας να γίνεται εξαγνισμός και η «αποχώρηση» από τον κόσμο αυτόν «ευλογία μαρτυρική», όπως αναφέρεται και στο ποίημα. Δεν σου κρύβω ότι από την πρώτη στιγμή πρόθεσή μου ήταν η δραματοποίηση του «Αλκίνοου». Όχι μόνο γιατί για τον λόγο αυτόν πρωταρχικά γράφτηκε, αλλά και γιατί ως φόρμα, νομίζω, σε αυτή την εκδοχή λειτουργεί ισχυρότερα. Στο μεταξύ έγιναν οι έξοχες μελοποιήσεις του Γιώργου Καγιαλίκου που ήρθαν, έστω πρωθύστερα, να συμβάλουν και στη δυναμική που θα έπαιρνε το έργο αλλά και να μου αποκαλύψουν δυνάμεις και αλήθειες του. Και το σημαντικότερο, να αναδείξουν τον παλλόμενο ρυθμό πάνω στον οποίο χτίστηκε το ποίημα. Ωστόσο ποτέ δεν με εγκατέλειψε η ιδέα της μεταφοράς του «Αλκίνοου» επί σκηνής. Όλο αυτό τον τελευταίο χρόνο, και με δεδομένη την κυκλοφορία του cd, που είχε πάρει πια τον δρόμο του, ασχολήθηκα επισταμένα με το ενδεχόμενο δραματοποίησης. Θέλω να τονίσω με αυτό πως ίσως για κάποιον τρίτο είναι, πράγματι, ξαφνική και ανέλπιστη η κίνηση αυτή. Στο δικό μου μυαλό όμως ωρίμαζε για χρόνια, ίσως θα τολμούσα να πω, από την πρώτη ώρα της σύλληψής του.

Ο Γιάννης Ευθυμιάδης στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά

Ο «Αλκίνοος» ήταν σε κάθε περίπτωση κάπου ανάμεσα στο ποίημα και τον θεατρικό μονόλογο. Έχεις κάνει κάποιου είδους παρεμβάσεις στο κείμενο ή παρουσιάζεται όπως το ξέρουμε;
Χαρακτηρίζω τον «Αλκίνοο» ως σκηνικό ποίημα. Τούτο σημαίνει πως πατάει με το ένα πόδι στον ποιητικό λόγο και με το άλλο στον δραματικό. Ξαναπιάνει, αν θέλεις, την παλιά οδό των ποιητικών θεατρικών έργων. Είναι βαθιά πεποίθησή μου πως ποίηση και θέατρο είναι σφιχτά αγκαλιασμένα. Ως προς τον μαγικό, τον τελετουργικό και τον παραμυθικό τους χαρακτήρα, με τη διπλή έννοια του παραμυθιού και της παραμυθίας. Έτσι θα μπορούσα να πω πως ο «Αλκίνοος» γεννήθηκε απ’ αρχής με τα υλικά της ποίησης και του θεάτρου, τόσο ως προς το λόγο όσο και ως προς τη δομή και την κατασκευή του έργου. Στην παράσταση δεν διαφοροποίησα καθόλου το κείμενο, όχι μόνο για να μην χάσει την ποιητική του υπόσταση αλλά και γιατί ήταν μια ισχυρή πρόκληση να αποδομήσω τον έρρυθμο ποιητικό λόγο έτσι που να ακούγεται ως λόγος καθημερινός, κουβεντιαστός, άμεσος, δηλαδή θεατρικός, χωρίς ωστόσο να χάνει την υπερβατική του υφή. Αυτό που κυρίως αλλάζει είναι η σκηνοθετική προσέγγιση. Προσπάθησα -και τούτο ήταν ιδιαίτερα δύσκολο- να αποστασιοποιηθώ από τον ποιητή και να το «ξαναδιαβάσω» ως σκηνοθέτης, ως ένας τρίτος αποδέκτης, που με τόλμη και ελευθερία «μεταφράζει» το μήνυμα του ποιήματος. Έτσι στην σκηνική εκδοχή του «Αλκίνοου» ο ήρωας δεν αντικρίζει, όπως ρητά δηλώνεται στο ποίημα, το γυμνό σώμα ενός νέου, αλλά το επινοεί, το πλάθει με τη φαντασία του. Γεννά έναν άλλο εαυτό για να σμίξει μαζί του και να φτάσει στην υπέρβαση των ορίων του. Να δικαιώσει δηλαδή την πιο υψηλή ποιότητα της ανθρώπινής του φύσης. Στη «σκηνική» αυτή εκδοχή τολμώ να πω ότι βρίσκω πολύ ενδιαφέρουσα την απεύθυνση του ήρωα στο… κενό. Έτσι όπως η εποχή μας μάς έχει όχι μόνο διδάξει αλλά και αναγκάσει να κάνουμε συχνά. Κι όμως, μέσα από αυτή την φαινομενικά μάταια εξομολόγηση βγαίνουν συχνά αλήθειες βαθιές και αισθήματα γενναία.

Τι δυσκολίες συνάντησες στη μεταφορά του ποιήματος στη σκηνή;
Οι δυσκολίες ήταν πολλές. Τόσο οι καλλιτεχνικές όσο και οι πρακτικές. Με τις πρώτες εννοώ, όπως προανέφερα, το πώς θα κατόρθωνα να ακουστεί ο ποιητικός υπερβατικός λόγος ως λόγος καθημερινός, οικείος. Εννοώ επίσης την απόσταση που έπρεπε να πάρω από το δικό μου έργο. Γιατί όσο κι αν φαντάζει -και ίσως είναι- μια ευκολία να γνωρίζει κανείς σε βάθος το έργο που ο ίδιος έχει γράψει, την ίδια στιγμή είναι και παγίδα, να εγκλωβιστείς στις ποιητικές σου προθέσεις που ίσως δραματικά, σκηνικά θέλω να πω, δεν λειτουργήσουν. Με τις δεύτερες, τις πρακτικές δυσκολίες, εννοώ τα χίλια δυο πράγματα για τα οποία πρέπει να μεριμνήσει κανείς που επιχειρεί αυτό το τόλμημα. Από την επιλογή του ηθοποιού, τον χώρο στον οποίο θα γίνει η παράσταση ως και τα πιο πρακτικά και καθημερινά προβλήματα που έχουν να κάνουν με την οργάνωση ενός τέτοιου εγχειρήματος. Από τη μια ήταν η δυσκολία να αντέξω το βάρος της παραγωγής κι από την άλλη η πάγια πεποίθηση μου πως τα έργα της τέχνης πρέπει να πληρούν οπωσδήποτε κάποιες προϋποθέσεις αισθητικής. Και σ’ αυτό ήμουν και παραμένω ανυποχώρητος. Αισθάνομαι ευλογημένος που ο «Αλκίνοος» θα παρουσιαστεί σε έναν εμβληματικό θεατρικό χώρο, το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά. Έναν χώρο που είναι συνδεδεμένος με την πόλη στην οποία μεγάλωσα και εξακολουθώ να ζω. Η παράσταση θα ανέβει στη νέα Σκηνή Ω, που λειτουργεί λίγα μόλις χρόνια, φιλοξενώντας μικρές και πειραματικές παραγωγές. Είμαι ιδιαίτερα ευγνώμων στον καλλιτεχνικό διευθυντή του ΔΘΠ, τον Λευτέρη Γιοβανίδη, που τόσο φιλόξενα αγκάλιασε την πρόταση που του υπέβαλα.

Πόσο διαφορετικός είναι ο ρόλος του ποιητή από εκείνον του σκηνοθέτη;
Μοιάζει να είναι πολύ διαφορετικός, αλλά… δεν είναι. Συνηθίζω να σκέφτομαι πως οι ποιητές σκηνοθετούν τις λέξεις τους. Δεν είναι τυχαίο που οι πρώτοι σκηνοθέτες, και για αιώνες πολλούς, ήταν οι ίδιοι οι ποιητές. Και τούτο δεν συμβαίνει γιατί γνωρίζει ο ποιητής σε βάθος καλύτερα από τον καθένα το έργο του (είναι τάχα αλήθεια αυτό;) αλλά κυρίως γιατί μέσα στην ίδια του την καλλιτεχνική φύση υπάρχουν όλα τα σπέρματα που απαιτούνται και για τη σκηνοθετική λειτουργία: οξεία παρατήρηση της λεπτομερειών που συνθέτουν τον κόσμο μας, κατανόηση των ανθρώπινων αισθήσεων και αισθημάτων, κυρίως η συμπλήρωση των όσων λέγονται με όσα αποσιωπώνται. Γιατί τόσο στην ποίηση όσο και τον δραματικό λόγο μετρούν εξίσου, για να μην πω και περισσότερο, οι σιωπές, οι εκκωφαντικές εκείνες σιωπές που καμιά φορά λένε πολύ περισσότερα από εκείνα που οι λέξεις εκφράζουν. Είναι όλα εκείνα που δεν τολμάμε να πούμε, που αγνοούμε, που θολά αναδεύουμε μες στο κεφάλι μας. Κι είναι δουλειά του σκηνοθέτη να ανασύρει το ανείπωτο, να βοηθήσει τον ηθοποιό και μέσω αυτού και τον θεατή να φτάσουν σε μεγαλύτερα βάθη από αυτά των λέξεων. Εκεί που πιο πολλά συναισθανόμαστε παρά αντιλαμβανόμαστε. Τελικά εκεί που είμαστε απογυμνωμένοι από τη σύμβαση των λέξεων, γι’ αυτό ίσως και πιο αληθινοί.

Ο Βαγγέλης Παπαδάκης κατά τη διάρκεια πρόβας στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά

Πώς διάλεξες τον Βαγγέλη Παπαδάκη για πρωταγωνιστή σου; Τι συνεισέφερε στο έργο;
Ομολογώ πως δυσκολεύτηκα πολύ να καταλήξω στον ηθοποιό που θα ενσάρκωνε τον ρόλο. Για περίπου τρεις μήνες την άνοιξη μίλησα με πάνω από είκοσι ανθρώπους. Με κάποιους από αυτούς προχωρήσαμε σε πρώτες αναγνώσεις του έργου. Κάποιους απέρριψα εγώ. Κάποιοι αποχώρησαν. Νομίζω είτε γιατί δεν επικοινώνησαν με το έργο είτε γιατί ίσως φοβήθηκαν το τόλμημα της μεγάλης αυτής έκθεσης ενός ποιητικού μονολόγου. Όταν συναντήθηκα με τον Βαγγέλη Παπαδάκη θα τολμήσω να σου πω ότι -θες από ένστικτό, θες από βαθιά συνείδηση των χαρακτηριστικών του ρόλου- κατάλαβα αμέσως ότι είχα μπροστά μου τον «Αλκίνοο». Ο Βαγγέλης περιέβαλε από την πρώτη στιγμή με αγάπη και μεγάλο σεβασμό το έργο και αφέθηκε να βυθιστεί στις αλήθειες του. Είναι μεγάλο το τόλμημα που αναλαμβάνει. Όμως έχει πάθος για τον ρόλο, βρίσκεται σε ερμηνευτική ωριμότητα μεγάλη και έχει και κάτι που… αποτελεί σημαντική, καθοριστική, θα έλεγα προϋπόθεση. Διαθέτει μια «δαιμονική αγιότητα» όπως συνηθίζω να τη χαρακτηρίζω. Είναι ένας ηθοποιός που, ενώ ξεχειλίζει από συναίσθημα, ταυτόχρονα ελέγχει απόλυτα τα εκφραστικά του μέσα. Κι ενώ αποδύεται στην εκστατική ερωτική παραφορά του ήρωα, την ίδια στιγμή όλο αυτό αποπνέει μια ιερότητα λυτρωτική. Θεωρώ ότι ο ρόλος αυτός είναι γι’ αυτόν ένα μεγάλο στοίχημα που θα κερδίσει.

Πώς τοποθέτησες τη μουσική και τα τραγούδια στο έργο;
Έπειτα από τη συνεργασία μου με τον Γιώργο Καγιαλίκο και τις αισθαντικές μελοποιήσεις του ήταν αναπόφευκτο να αξιοποιήσω τις μελωδίες του στην παράσταση. Εξάλλου πιστεύω πως στις περισσότερες περιπτώσεις η μουσική, αυτή η τέχνη που φτάνει αδιαπραγμάτευτα στις πιο μύχιες γωνιές της ψυχής μας, ενισχύει το δραματικό αποτέλεσμα και φτάνει να ξεκλειδώσει αισθήματα που κρύβονται ανάμεσα στις λέξεις. Θα χρησιμοποιήσω κάποιες από τις μελωδίες του Γιώργου, ο οποίος ετοίμασε ειδικά για την παράσταση νέα ενορχήστρωση. Ένα μικρό δείγμα μπορεί κανείς να πάρει από το τρέιλερ που ετοιμάσαμε ως προπομπό της παράστασης. Από τα τραγούδια του cd θα ακούγεται μόνο ένα, όμως σε καίρια θέση, ώστε να υπηρετήσει κι αυτό με τη σειρά του την δραματική κορύφωση. Κι έτσι θα ακουστεί η έξοχη ερμηνεία του Βασίλη Γισδάκη.

Γιάννης Ευθυμιάδης, Βαγγέλης Παπαδάκης

Θα ήθελες να μας πεις δυο λόγια για την εικαστική πλευρά της παράστασης (σκηνικά, video, φωτισμοί κλπ);
Το εικαστικό αποτέλεσμα είναι κάτι που με ενδιαφέρει πολύ. Άλλωστε στο θέατρο βαραίνει πρωτίστως αυτό που βλέπει κανείς. Το ίδιο το έργο υποβάλλει, ίσως και επιβάλλει, μιαν άκρα λιτότητα στον σκηνικό κόσμο που θα φτιάξει κανείς. Το αφαιρετικό σκηνικό που έστησε ο Γιώργος Χαριλάου, ο οποίος έχει και την γενικότερη καλλιτεχνική επιμέλεια της παράστασης, λειτουργεί  υπηρετώντας ακριβώς την πρόθεση αυτή. Όμως θα ήθελα να σταθώ σε ένα εικαστικό έργο που θα πρωταγωνιστεί στο σκηνικό χώρο αλλά και στο στήσιμο της παράστασης. Πρόκειται για ένα γλυπτό που κατασκεύασε η αγαπημένη φίλη εικαστικός Μίνα Κορδαλή. Πρόκειται για ένα ιδιαίτερα σημαίνον αντικείμενο, τόσο εικαστικά όσο και δραματουργικά. Συζητήσαμε πολύ πάνω σε μια αρχική δική μου ιδέα και η Μίνα του έδωσε την εικαστική της ματιά, αποδίδοντας σ’ αυτό όλο το «φως και το σκοτάδι» του έργου. Τέλος δεν θα μπορούσα να μην αναφερθώ στη μαγική νυχτερινή ατμόσφαιρα που πλάθει με τους φωτισμούς του ο Δημήτρης Κουτάς. Είμαι πολύ χαρούμενος για αυτές τις συνεργασίες και τους ευχαριστώ όλους από καρδιάς που πλαισίωσαν το όραμά μου γι’ αυτή την παράσταση.

Είναι φανερό ότι έχεις τη δύναμη να οραματίζεσαι πράγματα που αφορούν την τέχνη σου και να τα πραγματοποιείς. Τι έχεις οραματιστεί για το επόμενο διάστημα;
Δεν έχει νόημα η τέχνη, δεν έχει νόημα η ζωή μας δίχως όραμα. Για μένα το όραμα είναι η αναπνοή της κάθε μέρα μας. Κι ίσως είναι αυτό που ολοένα και περισσότερο λείπει από την εποχή μας. Ίσως γι’ αυτό βουλιάζουμε ολοένα και περισσότερο μέσα σε σκοτάδια απραξίας και παραίτησης. Κι είναι η τέχνη, ίσως, αυτή που θα τολμήσει να θέσει νέα οράματα, ατομικά και συλλογικά. Να μας δείξει έναν δρόμο να βαδίσουμε. Γιατί, αν χάσουμε το πολύτιμο αγαθό της ελπίδας, είμαστε καταδικασμένοι σε αποτυχία. Ίσως να χαρακτηρίσει κανείς το τελευταίο μου αυτό τόλμημα αποκοτιά παράτολμη. Πώς κι από πού κι ως πού ένα ποιητής σκηνοθετεί; Μοναδικό μου όπλο ήταν από την πρώτη στιγμή η παραδοχή της άγνοιάς μου, η λαχτάρα μου να πειραματιστώ. Ίσως σε αυτό ο καλύτερος δάσκαλος και τώρα και πάντα είναι η δημιουργική αφέλεια των παιδιών. Η άγνοιά τους χτίζει νέους κόσμους. Κι εγώ, ακολουθώντας αυτή την οδό, θέλω να παραμένω ανοιχτός στο ενδεχόμενο.

Βαγγέλης Παπαδάκης

Θεατρική Ομάδα «Κοίλον» - «Αλκίνοος» του Γιάννη Ευθυμιάδη

Κείμενο – σκηνοθεσία: Γιάννης Ευθυμιάδης
Ερμηνεία: Βαγγέλης Παπαδάκης
Μουσική: Γιώργος Καγιαλίκος
Τραγούδι: Βασίλης Γισδάκης
Σχεδιασμός φωτισμού: Δημήτρης Κουτάς
Κίνηση: Πλωτίνος Ηλιάδης
Φωτογραφίες – βίντεο: Αντώνης Γιαμούρης
Επεξεργασία βίντεο: Χρυσάννα Φιλιππίδη
Επικοινωνία: Μαρίκα Αρβανιτοπούλου
Καλλιτεχνική επιμέλεια: Γιώργος Χαριλάου
Παραγωγή: ΚΟΙΛΟΝ & MENESTRELLI

Πληροφορίες:

Δημοτικό Θέατρο Πειραιά – Σκηνή Ω
21 –25 Σεπτεμβρίου
Τιμές εισιτηρίων: 12 ευρώ [μειωμένο 10 ευρώ]
Προπώληση: ticketservices.gr