Θεατρο - Οπερα

Διασχίζοντας με τον Θεόδωρο Τερζόπουλο την Αθήνα και τον κόσμο

Η μηχανή Άττις πήρε μπρος. «Νόρα», «Alarme», νέα παράσταση το φθινόπωρο, κι άλλες στο εξωτερικό
Αγγελική Μπιρμπίλη
ΤΕΥΧΟΣ 817
14’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Θεόδωρος Τερζόπουλος: Ο διεθνής σκηνοθέτης μιλάει στην ATHENS VOICE για το θέατρο, το αρχείο του, τα ταξίδια, την πόλη.

«Επανακαθορισμός της αναγκαιότητας της ποιότητας της τέχνης. Αυτό, σημείωσέ το», μου λέει ο διεθνής σκηνοθέτης Θεόδωρος Τερζόπουλος. «Αυτό είναι η ουσία και πίσω από την απόφαση να ανεβάσουμε 10 χρόνια μετά το Alarme».

Ποτέ δεν θαυμάζω αλλά πάντα σιωπηλά κάνω μια εξαίρεση για αυτόν τον αναρχικό σκηνοθέτη με την αστείρευτη περιέργεια. Περιέργεια, η κινητήριος δύναμη της δημιουργίας.

Είμαι στο σπίτι του, στο μπλε κομπάλτ σαλόνι, είναι οκτώ το πρωί μιας χειμωνιάτικης μέρας. Οι ακτίνες του ηλίου φωτίζουν σε ακανόνιστα τρίγωνα το δωμάτιο, σαν φίλος που έρχεται απρόσμενα και μας γεμίζει φως και χαρά, έτσι νιώθω, αλλά μπορεί να φταίει όλη αυτή η περίοδος της πανδημίας όπου δεν αγγιζόμασταν πια. Τριγύρω μάσκες με κοιτούν χωρίς μάτια και τα μηνύματά τους καταφθάνουν από χώρες μυθικές. Στους τοίχους κρέμονται αυτοκρατορικά κιμονό με άδεια μανίκια, αγγελούδια κεντημένα στο χέρι από τη γιαγιά, μια κούκλα, από το 17ο αιώνα, απλώνει τις φτερούγες της πάνω από ένα μαύρο σιδερένιο ντιβάνι, που από κάποιο οίκο ανοχής της Μασσαλίας βρήκε μια θέση εδώ. Στη βεράντα η λεμονιά έχει τρελαθεί, σα να θέλει να μεγαλώσει τόσο που να κρύψει την Ακρόπολη - κάδρο στο βάθος.

Όποτε έρχομαι σε αυτό το σπίτι δεν μου κάνει καρδιά να ξαναβγώ στη βοή της Σκουφά, να κατηφορίσω προς το γραφείο μου, προς το εφήμερο.

Κι ο Θόδωρος Τερζόπουλος έχει πάρει «ρεπό», όχι πρόβες σήμερα, όχι θέατρο. Θα τον ακολουθήσω στην καθορισμένη του διαδρομή, Σόλωνος, Πανεπιστημίου, Ομόνοια, Ζήνωνος, Λεωνίδου, ως το θέατρό του.

Η μηχανή Άττις πήρε μπρος. «Νόρα», «Alarme», νέα παράσταση το φθινόπωρο, κι άλλες στο εξωτερικό. Και το αρχείο. Η καραντίνα του έκλεψε τα ταξίδια αλλά του χάρισε χρόνο. Να βάλει σε τάξη 40 χρόνια δουλειάς, τόπους, σκέψεις. Τον άλλαξε; Τι άφησε πίσω της αυτή η μη κανονική, η απάνθρωπη συνθήκη που ζήσαμε – ζούμε δύο χρόνια τώρα;

Ύστερα από μία περίοδο μη θεάτρου, τι σας έλειψε περισσότερο;
Μου έλειψε η έρευνα, οι πρόβες, αυτή η αίσθηση, όχι η ίδια η παράσταση. Το δημιουργικό κομμάτι, που πυρήνας του είναι η περιέργεια. Όταν δεν είσαι περίεργος για τη δουλειά σου, για τη ζωή, για τον άνθρωπο, για εσένα τον ίδιο, δεν εξελίσσεσαι, στεγνώνεις πραγματικά. Όμως αυτή την περίοδο της παύσης έκανα άλλα πράγματα καθημερινά, πολύ ανθρώπινα – έβαψα το σπίτι μου, έφτιαξα ένα κήπο στο μπαλκόνι σαν τον κήπο της Εδέμ. Ασχολήθηκα με το αρχείο και προετοίμαζα πάντα και μία δουλειά στο εξωτερικό – είχα πέντε σκηνοθεσίες αυτή τη διετία, παρόλο που ήξερα ότι μπορεί να ακυρωθούν ή να αναβληθούν. Αυτό μου έδινε μία χαρά, αλλά η διαδικασία της διαρκούς ματαίωσης και αιώρησης των πραγμάτων με είχε κατακουράσει. Όταν μπαίνει ο φόβος στη ζωή επηρεάζει πολλά πράγματα. Όλα τα παράτολμα, τα riskante, τα επικίνδυνα πειράματα δεν τα κάνεις, θέλεις μία κατάσταση πιο ανθρώπινη, θα έλεγα απλή, άμεση.

Σε λίγες μέρες ετοιμάζετε να ξαναδείξετε στο αθηναϊκό κοινό μια ιστορική παράσταση. Γιατί το «Alarme» δέκα χρόνια μετά;
Χρειαζόμουν κατεπειγόντως μία επανασύνδεση με το θέατρο, χωρίς να είναι η επιστροφή στην προσωπική μου κανονικότητα – δεν πιστεύω ότι θα επιστρέψουμε γιατί τα πάντα έχουν αλλάξει.
Με αυτή την έννοια επέλεξα το «Alarme», για να επανασυνδεθώ με κάποιες αρχές της δουλειάς μου, που στη συγκεκριμένη παράσταση είναι η αφαίρεση, η ακινησία και ο εσωτερικός ίλιγγος, η τρέλα που δημιουργεί την απροσδιοριστία, o εκτροχιασμός των νοημάτων, η απονοηματοδότηση και η νέα υπονοηματοδότηση. Χρειαζόμουν ένα υλικό που θα με επηρέαζε και θα με κατηύθυνε. Το  «Alarme» για εμένα είναι μοντέλο. Είναι μία παράσταση που έχει πολύ συγκεκριμένα στοιχεία τα οποία τεκμηριώνουν την ενέργεια, το χώρο, τον χρόνο, τον ρυθμό, τη σαγήνη, το κενό μέσα στο οποίο κολυμπούν οι ηθοποιοί και βρίσκουν την επόμενη κατάσταση.

Αλλάξατε την παλιά παράσταση; Θα δούμε ένα καινούργιο «Alarme»;
Όχι, θα δείτε το «Alarme» όπως γεννήθηκε πριν από δέκα χρόνια. Αυτή τη διετία το παρουσίασα σε πέντε χώρες με μεγάλη επιτυχία και πάντα προσπαθούσα να αλλάξω κάτι αλλά δεν άλλαζε τίποτα. Δεν δεχόταν η ίδια η δομή να μετακινηθεί. Φαίνεται ότι έφθασε σε ένα επίπεδο μίας αφοπλιστικής κλασικότητας. Ενώ είναι ένα δείγμα μοντερνισμού, η δομή είναι απόλυτα κλασική. Οι ηθοποιοί μου, η Σοφία, ο Τάσος και η Αγλαΐα, που είναι οι ίδιοι μία δεκαετία μεγαλύτεροι, βγάζουν λόγω ηλικίας και άλλα πράγματα, τα οποία έχουν πολύ ενδιαφέρον. Στις πρόβες συνήθως κάθε πέντε λεπτά τούς σταματώ και διορθώνω, εδώ τους αφήνω, μετατρέπομαι σε θεατής. Κάθε φορά που τη βλέπω είναι σαν να τη βλέπω από την αρχή ως καινούρια. Με τροφοδοτεί –κάτι που συμβαίνει σπάνια στον καλλιτέχνη, γιατί συνήθως κάνεις μία παράσταση και μετά την ξεχνάς. Αυτή δημιούργησε μία πολύ ισχυρή μνήμη, έχει εγγραφεί στο σώμα τελείως.

Υπάρχει και το κείμενο μιας νέας παράστασης, έχουν ξεκινήσει οι πρόβες;
Ναι, έχει τον προσωρινό ειρωνικό τίτλο «Allegro», θα ανέβει το φθινόπωρο. Ζήτησα από τον ηθοποιό μου Θανάση Αλευρά, o οποίος έγραψε και το κείμενο του «Amor», να γράψει αυτή τη φορά κάτι που να αφορά την πανδημία, το ζόφο που ζούμε, αλλά με χιούμορ, όχι ένα επιφανειακό πολιτικό κήρυγμα. Στις παραστάσεις του ΑΤΤΙΣ υπάρχει μία αίσθηση πολιτικής διάστασης, την οποία ποτέ δεν αφήνουμε να γίνει δίδαγμα, υποσκάπτεται διαρκώς. Στο έργο συνυπάρχουν τρεις ηθοποιοί οι οποίοι έχουν βαρεθεί το θέατρο, ένας από τους τρεις τους ενθαρρύνει διαρκώς, αλλά αυτοί πεισμώνουν και δεν θέλουν να συνεχίσουν, μένουν ακίνητοι στις θέσεις τους. Σιγά-σιγά αυτό το «δεν θέλω» με έναν τρόπο διαβρωτικό μετασχηματίζεται σε τέχνη και επιθυμία συνέχειας.

Σας αγγίζει σε προσωπικό επίπεδο, νιώσατε κάπου και εσείς άρνηση να κάνετε θέατρο;
Μεγάλη. Ένας λόγος είναι το αρχείο. Αυτή τη διετία ασχολήθηκα προσωπικά πάρα πολύ με το αρχείο το οποίο όπου να ’ναι ολοκληρώνεται – είναι ένα τεράστιο αρχείο που φτιάχνουμε εδώ και τέσσερα χρόνια. Αυτό πραγματικά με γέμισε, αλλά βλέποντάς τα αρχειοθετημένα, μου δημιούργησε μία απόσταση, ένα κενό και μία παράξενη σχέση με το αντικείμενό μου, μία περίεργη επιθυμία να σταματήσω.

Είναι «επικίνδυνο», λοιπόν, ένα αρχείο…
Είναι επικίνδυνο όσο ζεις. Γιατί αυτοαρχειοθετείσαι και εσύ, μπαίνεις στο αρχείο σαν ύπαρξη. Με αυτή την έννοια αναρωτιόμουν τι γίνεται τώρα, σταματάμε ή δεν σταματάμε; Δεν θυμόμουν ένα μεγάλο κομμάτι της δουλειάς μου –ε γώ που είμαι υπερασπιστής της μνήμης, που θέλω τα πράγματα να πατούν σε ένα έδαφος στέρεο, να είναι ριζωμένα. Αποσυνδέθηκα. Είπα, θα γράφω από εδώ και πέρα, δεν θα σκηνοθετώ. Ίσως με τα χρόνια, επειδή κάνουμε και αφαιρέσεις, θέλουμε να έχουμε ησυχία, δεν θέλουμε τις πολλές εντάσεις – το θέατρο έχει ένταση, είναι δύσκολο.

Στον δρόμο για το ΑΤΤΙΣ

«Ξυπνώ το πρωί, πολύ πρωί, στις 6:30 ήδη είμαι όρθιος. Η επιθυμία για δημιουργία έχει μεγαλώσει μέσα από την αγωνία και την περιέργεια για νέες ιδέες, νέα πράγματα και νέες περιπέτειες καλλιτεχνικές. Μετά ξεκινώ. Από εδώ, από τη Σίνα, μέχρι το θέατρο είναι δύο χιλιόμετρα, πηγαίνω και επιστρέφω με τα πόδια», μου λέει καθώς ξεκινάμε το σταθερό του δρομολόγιο από το σπίτι για το Άττις. «Το διαμέρισμα που μένω, το αγόρασα το 1992, έμενε ο Αλέξανδρος Σβόλος, ο συνταγματολόγος, με τη γυναίκα του τη Μαρία Σβόλου, την πρώτη Ελληνίδα φεμινίστρια. Έχω βρει την αλληλογραφία τους στο διαμέρισμά μου και στην αποθήκη δέκα τεράστια σακιά υλικό από τον μεσοπόλεμο, τα είδαν ο Μαρκ Μαζάουερ και η Τασούλα Δερβενιώτη η ιστορικός και το καλύτερο υλικό το προωθήσαμε στο Ιστορικό Αρχείο της πόλης». Κοντοστέκεται, μου δείχνει, να το σημείο όπου έκανε τις ιστορικές Τρωάδες του ο Τσαρούχης, να, εδώ ήταν η δραματική σχολή όπου δίδασκε ο Μάνος Κατράκης... Μου διηγείται πώς, μαθητής του γυμνασίου ακόμα, το έσκασε από το χωριό του, τον Μακρύγιαλο Πιερίας, πήρε το τρένο και κατέβηκε στην Αθήνα γεμάτος περιέργεια να μάθει πώς εγγράφεται κανείς σε μια σχολή θεάτρου, «θαυμαστής των μεγάλων πρωταγωνιστών του κινηματογράφου και ειδικά του Μάνου Κατράκη».

Κινηματογράφο, αλήθεια, πηγαίνετε;
Πάω περισσότερο στον κινηματογράφο απ’ ό,τι στο θέατρο, θα έλεγα ότι είμαι περισσότερο σινεφίλ από θεατρόφιλος. Με έχουν επηρεάσει βαθύτατα οι ταινίες του Ντράγιερ, του Μούρναου, του Παζολίνι, του Βισκόντι, του Μπέργκμαν και πολύ λιγότερο οι σύγχρονοι κινηματογραφιστές.

Θα ήθελα να μοιραστώ μια προσωπική ιστορία. Είχα πάει στην Ανατολική Γερμανία για να σπουδάσω κινηματογράφο και να κάνω την πρακτική στα ιστορικά στούντιο DEFA. Αλλά όταν είδα τον «Κοριολανό», στο Μπερλίνερ Ανσάμπλ, αποφάσισα ότι η τέχνη του θεάτρου με αφορά και όχι του κινηματογράφου. Δεν είμαι σίγουρος αν δικαιώθηκε αυτή η απόφασή μου.

Διαλέγει δρόμους με δένδρα, με «ξεναγεί». Περνάμε από την Πολιτεία όπου αγοράζει βιβλία – ποίηση κυρίως, πιο κάτω, στην Ιπποκράτους, να οι δυο άστεγες κυρίες κουκουλωμένες, στη γνωστή θέση τους, η μια διαβάζει λογοτεχνία. «Κάθε χρόνο γίνεται και πιο βρόμικη η πόλη», σχολιάζει. «Βλέπω στις στοές τους απίστευτα πολλούς άστεγους, αυτή την παρακμή της πόλης, την εξαθλίωση, την πτωχοποίηση των ανθρώπων και τη λουμπενοποίησή τους, μυρίζουν ούρα στις γωνίες. Προχωρώντας παρακάτω βλέπεις τους εμπόρους και τους χρήστες ναρκωτικών. Φτάνω στο θέατρο, κλείνομαι και αρχίζω και δουλεύω». Στου Λουμίδη σταματάμε για καφέ με κάρδαμο, περπατάμε πάνω στη πλατεία Ομόνοιας, κατηφορίζουμε τη Ζήνωνος. Στα μικρομάγαζα του δρόμου βγάζουν την πραμάτεια τους, τον γνωρίζουν και τον χαιρετούν, τι κάνεις, Νίκο, αντιγυρίζει, «βγάζω τα πράγματα στη σκηνή του δικού μου θεάτρου, του δρόμου», γελάει ο Νίκος, από την Αλβανία. Παραδίπλα οι Γεωργιανοί και πιο κάτω οι Πακιστανοί, τα γκέτο την πόλης. «Είναι γκετοποιημένες πια οι περιοχές αυτές, γιατί δεν μπόρεσαν να γεφυρωθούν με το ελληνικό στοιχείο. Δεν άλλαξε τίποτα επειδή καλλωπίσθηκε η Ομόνοια ή επειδή έγινε αυτό το τσάμπα και βερεσέ ζήτημα του Μεγάλου Περιπάτου. Και δεν το λέω για αισθητικούς λόγους, το λέω γιατί φαίνεται πόσο πολυσύνθετο είναι το πρόβλημα. Υπάρχει ένας αποπροσανατολισμός αδιανόητος. Ζούμε αυτό το θέατρο και στην καθημερινότητά μας και στη Βουλή, όπου βλέπεις ότι οι εκπρόσωποι του λαού είναι σε ένα χώρο όπου συμπεριφέρονται ως ηθοποιοί –κομπάρσοι– και, μάλιστα, κομπάρσοι χωρίς να έχουν εκφραστική γλώσσα για να πείσουν για το παραμύθι τους. Αυτός, όμως, ο στημένος ή ο παρορμητικός εμφύλιος πόλεμος της Βουλής γίνεται το παράδειγμα για τους πολίτες. Για αυτό ζούμε σε μία εμφυλιοπολεμική χώρα όπου καλλιεργούνται όλες οι παθογένειες. Ο άνθρωπος πρέπει να είναι αλλιώς. Να έχει συνέπεια, υπευθυνότητα, να είναι δημιουργικός, να ξέρει τι σημαίνει προσωπικό καλό και τι σημαίνει συλλογικό συμφέρον, να αγαπά τον άλλο, να αγαπά τη διαφορετικότητα, να αγαπά τον χώρο που ζει, την πόλη. Δεν δημιουργείται η έννοια της συνοχής μέσα από γιορτές και πανηγύρια. Θέλει δουλειά στη ρίζα, στις δομές, στην παιδεία ιδιαίτερα. Βλέπω το ίδιο δράμα δεκαετίες ολόκληρες. Για εμένα δεν είναι ότι κάποιος μπορεί να το κάνει λίγο καλύτερα, είναι αυτό το βραχυκύκλωμα στο οποίο συμμετέχουν όλοι. Το σενάριο το ξέρουμε, η πολιτεία δεν κάνει καλά τη δουλειά της, εμείς όμως πρέπει να κάνουμε πολύ καλά τη δουλειά μας, ο καθείς πρέπει να πάρει την ευθύνη και αυτή η ευθύνη καλλιεργείται από την παιδεία». Έχουμε φτάσει πια στο Άττις, το θέατρο που είναι ταυτισμένο με τον Τερζόπουλο και τους ηθοποιούς του και που για να καταφέρει να το συντηρεί τόσα χρόνια χωρίς βοήθεια, ταξιδεύει τις παραστάσεις του και σκηνοθετεί σε όλο τον κόσμο. Αυτά τα ταξίδια είναι τώρα στο Αρχείο. Δίπλα στην είσοδο του θεάτρου ξεκλειδώνει μια πόρτα και από μια σκάλα ανεβαίνουμε στο γραφείο του, τον χώρο που βρίσκεται τις περισσότερες ώρες της ημέρας. Σχεδόν ζει εκεί. Όμοιο σκηνικό, μπλε κομπάλτ και μάσκες στους τοίχους, χαλιά και έπιπλα φερμένα από την άκρη του κόσμου, ένα τεράστιο πορτρέτο του Αντονέν Αρτώ…

Ο Αρτώ είχε πει τη φράση «σκληρός με τον εαυτό μου». Αναρωτιέμαι αν σημαίνει κάτι το τεράστιο πορτρέτο του πάνω από το γραφείο σας, κάτι που πρέπει ίσως καθημερινά να θυμάστε;
Το πορτρέτο στο γραφείο μου είναι δώρο του διευθυντή του Ινστιτούτου Γκροτόφσκι Γιάροσλαβ Φρετ. Μου το χάρισε πριν από 15 χρόνια και είναι αντίγραφο του πορτρέτου που είχε ο Γκροτόφσκι στο γραφείο του. To πορτρέτο αυτό είναι από την περίοδο που ο Αρτώ ήταν στο ψυχιατρείο, στο εύθραυστο πρόσωπό του αποτυπώνεται η ψυχική διαταραχή. Η βαθιά διερευνητική ματιά του σε ακολουθεί και σε ενοχοποιεί.
Όταν δουλεύαμε με τον Γιάννη Κουνέλλη στο γραφείο μου, σ’ ένα τραπέζι απέναντι από το πορτρέτο, πολλές φορές ο Γιάννης σταματούσε ξαφνικά και μου έλεγε: «Φαίνεται δεν είναι παραγωγική η συζήτησή μας, γιατί βλέπω τον Αρτώ να μας κοιτάζει επικριτικά».
Ο Αρτώ είναι μεγάλη αναφορά στο έργο μου, όπως είναι και ο Μέγιερχολντ, ο Γκροτόφκσι, ο Ταντέους Κάντορ.

Νιώσατε την ανάγκη μετά την εμπειρία της πανδημίας να επαναπροσδιορίσετε τον εαυτό σας και το Άττις;
Θα έλεγα ότι μέσα από τον εγκλεισμό και την πανδημία, μέσα από μια νέα καθημερινότητα, άγνωστη σε μένα που είμαι πολυάσχολος, αυτοπροσδιορίστηκαν τα πράγματα από μόνα τους. Δεν έγραψα ένα μανιφέστο, ούτε έκανα σκέψεις για αλλαγή κατευθύνσεων και τρόπου ζωής. Άφησα τα πράγματα να λειτουργήσουν από μόνα τους μέσα μου, ν’ αποφασίσουν αυτά τα ίδια. Γεννήθηκαν πολλά ερωτηματικά για τη ζωή και την τέχνη. Έχει συσσωρευθεί ένα υλικό που πρέπει ν’ απαντηθεί, πρέπει ίσως ν’ αρχίσω να το επεξεργάζομαι.

Αυτή η μεγάλη παύση, παρά τις μικρές εκλάμψεις δουλειάς, μου έδωσε την πολυτέλεια ν’ ασχοληθώ με το αρχείο, το οποίο οργανώθηκε και μπήκε σε τάξη. Ψηφιοποιείται και σε λίγο καιρό θα είναι προσβάσιμο, σε πανεπιστήμια, σχολές, σε επιστήμονες και καλλιτέχνες. Δεν σας κρύβω πως βλέποντας το μέγεθος του αρχείου τρόμαξα. Πώς έγιναν όλα αυτά; Από κεκτημένη ταχύτητα; Δουλεύω από τις 6 το πρωί μέχρι τις 12 το βράδυ. Και βέβαια, δεν τα δημιούργησα όλα αυτά μόνος μου, είχα πάντα μια ομάδα ηθοποιών, συνεργατών και υποστηρικτών του έργου μου. Είναι αποτέλεσμα συλλογικής εργασίας.

Αρχείο, ταξίδι στον χρόνο

Το Αρχείο είναι ένας μεγάλος γαλάζιος φωτεινός χώρος 100 τ.μ. περίπου. Ράφια κατά μήκος του τοίχου, μεγάλα φραγκοραφτάδικα τραπέζια όπου απλώνονται τα υλικά, ένα ξύλινο παιδικό θρανίο και το γραφείο με το κομπιούτερ όπου δουλεύει η Μαρία, η ανιψιά του. Κύπρος, Τουρκία, Κροατία, Ισπανία, Ουγγαρία, Ρωσία, Φινλανδία, Βραζιλία, Καναδάς, ΗΠΑ, Ιταλία, Μ. Βρετανία, Πορτογαλία, Ταϊβάν, Κορέα, Ινδία, Αργεντινή, Βενεζουέλα, Κολομβία… Τα μαύρα ντοσιέ, προσεκτικά τοποθετημένα, χρονολογημένα με υλικό από τις παραστάσεις. Πάνω στους πάγκους φωτογραφίες σε κουτιά, από κάτω τα βιβλία που έχουν γραφτεί για τον Τερζόπουλο και τη Μέθοδό του σε όλο τον κόσμο, σε ένα μεταλλικό φοριαμό οι δημοσιεύσεις για τις παραστάσεις του, οι συνεντεύξεις, οι κριτικές. Ένα απίστευτο υλικό, μια συγκλονιστική διαδρομή, ένα ταξίδι στο χρόνο.

Καθώς φτιάχνατε το αρχείο, θυμόσασταν τις παραστάσεις σας, τι αισθανθήκατε για αυτόν τον παλιό σας εαυτό που «ξανασυναντήσατε»;
Το λέω με ειλικρίνεια, δεν αισθάνομαι ότι έκανα κάτι το συγκλονιστικό. Απλά λέω, είναι δυνατόν, μα πότε έγιναν αυτά; Δεν ήξερα ότι βρισκόμουν σε μία κατάσταση ιλίγγου, ταχύτητας απίστευτης. Έκανα πολλά πράγματα, τα περισσότερα δημιουργικά, νομίζω, και σε πολλά επίπεδα. Φαίνεται ότι έχω διαρκώς αυτή την αγωνία, τη διαρκή αίσθηση του ανολοκλήρωτου, ότι δεν πήγα εκεί που θα ήθελα να πάω. Έτσι είμαι σαν χαρακτήρας, ανικανοποίητος. Για αυτό και ψάχνω πάντα, ψάχνω, ψάχνω. Σε περιόδους που αισθανόμουν ότι έχει κολλήσει η φόρμα μου αισθανόμουν δυστυχής. Οι στιγμές ευτυχίας μου ήταν αυτές που ξεκολλούσα, όχι αυτές που απολάμβανα από τα κεκτημένα καθισμένος στις δάφνες.

Αυτό το πολύτιμο υλικό σημειώσεις φωτογραφίες, προγράμματα, δημοσιεύσεις, βιβλία και λοιπά πιστεύετε ότι έχει κάποια οικουμενικότητα; Τα αρχεία κρύβουν και κάτι νοσταλγικό. Η νοσταλγία έχει θέση στον κόσμο σας;
Δεν σκέφτηκα ποτέ να δημιουργήσω ένα αρχείο και να το κληροδοτήσω. Απλώς δούλευα και δουλεύω πολύ. Όταν δημιουργήσαμε τις πρώτες «Βάκχες» το 1986, δώσαμε 400 παραστάσεις και στις πέντε ηπείρους, ήταν μια πραγματική έκρηξη. Εντυπωσιάστηκα τότε από την αλληλογραφία που λάμβανα από φοιτητές που ήθελαν να κάνουν τη διατριβή τους πάνω στις Βάκχες ή από καθηγητές που ζητούσαν υλικό από την παράσταση. Ιδιαίτερα αναφέρονταν στη σκηνή της αναγνώρισης με την εκπληκτική Σοφία Μιχοπούλου, την οποία χάσαμε πρόσφατα και στον τρόπο με τον όποιο δούλεψα τις «Βάκχες». Τότε, πριν από 37 χρόνια, άρχισα να έχω επαφή με τις Ακαδημίες Θεάτρου και Πανεπιστήμια του κόσμου και δημιουργήθηκε η ιδέα και η ανάγκη για ένα αρχείο.

Η παράσταση των «Βακχών» ρίζωσε μέσα μας, δεν έχω όμως νοσταλγία, την ανάγκη για ένα κοίταγμα προς τα πίσω. Ο χρόνος, οι αλλαγές, οι νέες ζυμώσεις μου ανοίγουν δρόμους, πάντα ελικοειδείς.

Οι φωτογραφίες είναι ένας ακόμα τρόπος να συνειδητοποιήσει κανείς πόσο σημαντικός σκηνοθέτης θεωρείται για όλους ο Τερζόπουλος. Πρόεδροι, αρχηγοί κρατών, υπουργοί Πολιτισμού σε 20 χώρες, στη Ιταλία, την Ισπανία, τη Βραζιλία, τη Ρωσία, την Αργεντινή, τον βραβεύουν – έχει πάρει 70 βραβεία. Στους Δελφούς το 2018, σε ένα διεθνές συμπόσιο που οργανώθηκε προς τιμήν του, ακούσαμε αναγνωρισμένους ανθρώπους του θεάτρου και ειδικούς να τον προσφωνούν «great master». Στο εξωτερικό τον θεωρούν πια ιστορικό καλλιτέχνη, θεωρούν ότι έχει ενταχθεί στην ομάδα των κλασικών του 20ού αιώνα. Στην Κίνα στην Ακαδημία υπάρχει η προτομή του Stanislavski, του Meyerhold, του Chekhov, και δίπλα του Suzuki και η δική του – αυτών που επηρέασαν το κινεζικό θέατρο. Στην πατρίδα, το επίσημο ελληνικό κράτος μάλλον αδιαφορεί…

Το επίσημο ελληνικό κράτος κάνει τη δουλειά του κι εγώ τη δική μου. Ένα τενεκεδάκι στον τοίχο ως επιβράβευση δεν σημαίνει τίποτα. Είναι ένδειξη εφήμερης επιβεβαίωσης. Η ίδια η τέχνη, ως ζωντανός οργανισμός που είναι, σε επιβραβεύει ή σε αφήνει απ’ έξω με τα παράσημά σου. Με την επιβράβευση πολλές φορές μπορεί να αποπροσανατολισθείς από τον πυρήνα σου, που είναι το ψάξιμο, είναι η τέχνη, δεν είναι η βράβευση της τέχνης. Εδώ υπάρχει μία αδιαφορία, αλλά δεν παραπονιέμαι. Μάλιστα, στην Ελλάδα όσο λίγα λες τόσο πιο πολύ σώνεσαι.

Τώρα που τα πράγματα φαίνονται κάπως καλύτερα –αν και δεν έχει λυθεί σίγουρα ακόμα το πρόβλημα με τον COVID– είμαστε λίγο πιο αισιόδοξοι, ποια είναι τα σχέδιά σας;
Στις 9 Μαρτίου πηγαίνω στη Βουδαπέστη, όπου σκηνοθετώ τις έκτες «Βάκχες» στο Εθνικό Θέατρο της Βουδαπέστης, με ένα μεγάλο επιτελείο ηθοποιών. Στις 23 Απριλίου παρουσιάζουμε το «Amor» με την Αγλαΐα Παππά και τον Αντώνη Μυριαγκό στο διεθνές φεστιβάλ MITEM στη Βουδαπέστη. Στις 21 και 22 Μαΐου παρουσιάζουμε τη «Νόρα» με τη Σοφία Χιλλ, τον Τάσο Δήμα και τον Αντώνη Μυριαγκό στην ιστορική σκηνή του Piccolo Teatro και στις 23, 24 και 25 Μαΐου την «Ιώ» της Ετέλ Αντνάν με την Αγλαΐα Παππά στη μικρή σκηνή του Piccolo, σε σκηνική εγκατάσταση του Γιάννη Κουνέλλη. Θα μπορούσα να φοβηθώ, αλλά το ότι ξε-φοβήθηκα και είπα θα πάω μου έδωσε μία δύναμη. Είμαι πια μεγάλος για να κάνω τα πέντε υπερατλαντικά ταξίδια που έκανα κάθε χρόνο μόνος μου ή με την ομάδα μου.

Αρχίζει να διηγείται: Θυμάμαι, είχα κάνει ένα ταξίδι μέσα σε τρεισήμισι ημέρες και στο τέλος βρέθηκα στις Ηνωμένες Πολιτείες. Από Αθήνα πήγα Φρανκφούρτη, Τόκιο, Τόνγκα-Μούρα –εκεί που είναι ο Suzuki– για μία ημέρα και γύρισα Τόκιο, Φρανκφούρτη, Αθήνα, κάθισα μία νύχτα και τα ξημερώματα πήρα το αεροπλάνο και πήγα στη Νέα Υόρκη και από εκεί στη Φιλαδέλφεια για να αρχίσω τις πρόβες της Αντιγόνης. Όταν έφθασα δεν μπορούσα να κάνω πρόβα, δύο ημέρες παραπατούσα. Ή τις περιοδείες που κάναμε, που αρχίζαμε από την Αδελαΐδα και, αφού κάναμε ένα tour σε πέντε πόλεις της Αυστραλίας, βρισκόμουν Τόκιο, Οζάκα, Φρανκφούρτη, Βερολίνο, Ρώμη, έμενα με ένα tour ενός μήνα και στη Λατινική Αμερική, επέστρεφα στην Ισπανία και μετά Ελλάδα – και όλο αυτό ήταν δυόμισι με τρεις μήνες.

Τα νοσταλγείτε;
Όχι ιδιαίτερα. Νοσταλγώ όμως τη Λατινική Αμερική πολύ, το αλάτι της γης όπως λέω, γιατί εκεί υπάρχει αυτή η χαρά της ζωής, υπάρχει η alegria, το πλούσιο συναίσθημα, αυτές οι συγκλονιστικές παραδόσεις. Έχω και πολλούς φίλους εκεί που με καλούν πάντα, αλλά είναι δύσκολο τώρα να πάω.

Νιώσατε ποτέ ότι βαριέστε το θέατρο;
Τις περισσότερες φορές βαριέμαι. Βαριέμαι ακόμη και όταν βλέπω τις παραστάσεις μου. Τις πρώτες φορές που βλέπω την παράσταση μετά την πρεμιέρα, όταν έχω ακόμη τη δυνατότητα να κάνω διορθώσεις, χαίρομαι. Όταν όμως την παρακολουθώ σαν θεατής, πλήττω.

Αυτό που αναζητώ πάντα στη δουλειά μου, αλλά και στη δουλειά των άλλων, είναι μια ιδέα αλλιώτικη, με αισθητική σίγουρα, γιατί πιστεύω ότι στην αισθητική δικαιώνεται το περιεχόμενο. Ακόμη κι ένα πολιτικό μήνυμα χωρίς αισθητική δεν έχει νόημα για μένα.

Έχει κυριαρχήσει, ιδιαίτερα την εποχή της πανδημίας, ένα είδος pop υποκουλτούρας, βλέπω τη διαφοροποίηση του αισθητηρίου και του κριτηρίου των θεατών, αλλά και της αισθητικής κάποιων καλλιτεχνών. Υπάρχει μία μεγάλη προχειρότητα, τείνει να επικρατήσει ένας εύκολος τρόπος με μία άμεσα προσλήψιμη εικόνα, η οποία όμως δεν δημιουργεί κανένα ίχνος μνήμης, ό,τι γίνεται γίνεται για να ξεχασθεί. Είμαστε αποπροσανατολισμένοι και αιωρούμενοι γιατί είμαστε αποεδαφοποιημένοι. Πρέπει να βρούμε τα καινούρια πατήματα και αυτά δεν θα τα ανακαλύψουμε σε ένα αφηρημένο, αβέβαιο και επικίνδυνο μέλλον, θα τα ξαναβρούμε στις πρωταρχικές αρχές της ζωής και της τέχνης.

Με την πανδημία γίναμε φοβικοί και εκφράσθηκε ο φόβος. Ποιος είναι ο μεγάλος κίνδυνος από αυτή την αφύσικη κατάσταση που βιώνουμε;
Δεν έχω τηλεόραση, δεν βλέπω και δεν ακούω συχνά ειδήσεις. Αυτό όμως που με φόβισε και ήταν μοιραίο, ήταν ότι δεν μπορούσα να δω ένα φίλο. Ξεθαρρεύεις επικοινωνώντας με τους ανθρώπους. Δεν μπορούσα να δω τους ηθοποιούς μου. Φοβάμαι να μην κολλήσω, φοβάμαι να περπατήσω, φοβάμαι να αγγίξω. Η μη συνέχιση της ζωής, όλα να ακυρώνονται και να ματαιώνονται, αυτό το παράλογο πράγμα, το αφύσικο, γίνεται η δεύτερη φύση σου και δεν μπορείς να το ελέγξεις. Είναι ένα τέρας το οποίο έρχεται και επανέρχεται, τόσο που στο τέλος εσύ ο ίδιος γίνεσαι η εικόνα του φόβου. Υπάρχει μία διαδικασία απανθρωπισμού, απαγόρευση της σωματικής έκφρασης, της ενέργειας. Το ψυχολογικό θα είναι το μεγάλο πρόβλημα όταν ο COVID θα είναι παρελθόν. Είναι σαν να ζήσαμε ένα παράξενο Άουσβιτς, ζώντας καθημερινά μία μορφή καταπίεσης, με βασικό καταπιεστή τον κορωνοϊό. Στο Άουσβιτς όμως ήταν ορατός ο εχθρός, υπήρχε ο θάνατος, εδώ υπάρχει το «μήπως πεθάνω». Ζήσαμε ως υποθετικά όντα, σε μία διαρκή εκκρεμότητα και αιώρηση των σωμάτων, των συναισθημάτων, των καταστάσεων. Αυτό είναι η νέα συνθήκη της ζωής, αλλά και του θεάτρου, για αυτό και η εγκατάσταση που σας έλεγα ότι ετοιμάζω, το «Allegro», θα είναι μία εγκατάσταση αιώρησης. Στήνω μία παγίδα, στην κυριολεξία, όπου οι ηθοποιοί δεν θα έχουν μεγάλη ελευθερία να κινούνται, θα περπατούν αλλά δεν θα έχουν τη δυνατότητα να απελευθερωθούν. Δημιουργώ μια επικίνδυνα σκηνική ζώνη.

Μπορεί το θέατρο να μας γλιτώσει μέσα σε αυτή τη γενικευμένη κρίση και την κρίση του πνευματικού πολιτισμού;
Το θέατρο είναι ένα πυρηνικό κομμάτι του πολιτισμού, ίσως το πιο ζωντανό. Έχει το προνόμιο να γίνεται ο καθρέφτης της εκάστοτε κρίσης και αυτό του δίνει τη δυνατότητα να εξελίσσεται και, ως ευαίσθητος δέκτης, να επεξεργάζεται τα πράγματα στην κίνησή τους, να ανανεώνεται, να αναιρεί και να αυτοαναιρείται. Δεν δίνει την τελική απάντηση σε θέματα που αφορούν τη ζωή, τον άνθρωπο, τη φύση, αλλά θέτει διαρκή ερωτήματα που συνήθως μένουν αναπάντητα. Στη γενικότερη πνευματική κρίση το θέατρο δεν πρέπει να κοιμάται, αλλά να είναι ανήσυχο και επικίνδυνο.