Θεατρο - Οπερα

Η «Κερένια κούκλα» του Σίμου Κακάλα

Πάρτε μια πρώτη γεύση από το κορυφαίο «αθηναϊκό μυθιστόρημα» του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου που γίνεται όπερα και ανεβαίνει στην Εναλλακτική Σκηνή της ΕΛΣ

Λένα Ιωαννίδου
ΤΕΥΧΟΣ 692
6’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

«Θα σας πω μιαν ιστορία απλή και λυπητερή, γιατί απλή και λυπητερή είναι η ζωή…». Γοτθικές αναφορές αναμειγνύονται με το αττικό τοπίο. Μια ιστορία από τον κάτω κόσμο αναδύεται στο σήμερα. Σε μια παραπλανητικά ειδυλλιακή Αθήνα ξετυλίγεται  ένα κοινότοπο αστικό δράμα ταπεινών και καταφρονεμένων... Η A.V. μιλά με τον σκηνοθέτη της παράστασης, τον πάντα ανήσυχο Σίμο Κακάλα, για όπερα, θέατρο και λογοτεχνία, και παίρνει μια πρώτη γεύση από το γοητευτικό, ατμοσφαιρικό και απόκοσμο σύμπαν της «Κερένιας κούκλας».

Η «Κερένια κούκλα» είναι μια παραγγελία της Εναλλακτικής Σκηνής στον Τάσο Ρωσόπουλο, σε λιμπρέτο του Γιάννη Σβώλου. Το project σάς συμπεριλάμβανε εξαρχής ή όταν πήρε σάρκα και οστά θεωρήθηκε ότι εσείς θα ήσασταν ο ιδεώδης σκηνοθέτης;
Δεν ξέρω ποιος σκέφτηκε πρώτος να μου προτείνει τη σκηνοθεσία, σίγουρα πάντως δεν με κάλεσαν την τελευταία στιγμή. Θυμάμαι ότι καιρό πριν μου είπαν «πάμε να κάνουμε την “Κερένια κούκλα”... Σε κάθε περίπτωση όμως χαίρομαι που παίρνω κι εγώ μέρος στην τόσο σημαντική προσπάθεια της Εναλλακτικής να φέρει κάτι καινούργιο στην τέχνη, να προκαλέσει ζυμώσεις.

Σκηνοθετήσατε έναν πειραγμένο «Βαφτιστικό» πριν 3 χρόνια, είναι όμως η πρώτη φορά που καταπιάνεστε με την όπερα. Η σκηνοθετική προσέγγισή σας διαφοροποιείται, όταν μπαίνει και ο παράγοντας μουσική/φωνή;
Δεν νομίζω ότι ο «Βαφτιστικός» ήταν πολύ πειραγμένος, ό,τι έκανα ήταν μέσα στο πλαίσιο της φάρσας, η οπερέτα είναι ένα είδος που χωράει παραλογισμό. Η όπερα όμως είναι κάτι εντελώς διαφορετικό. Δεν υπάρχει πρόζα, δεν είναι θέατρο με τη μορφή που το έχουμε συνηθίσει, μολονότι όλοι οι κώδικες είναι εκεί, παρόντες. Στην όπερα η μουσική και οι φωνές ορίζουν τα πάντα. Ο συνθέτης είναι ο πρώτος που θα ερμηνεύσει το κείμενο. Ο σκηνοθέτης έρχεται μετά.

Σε ποιες μελωδικές γραμμές κινείται η μουσική του Τάσου Ρωσόπουλου; Είναι μια σύγχρονη όπερα;
Αν και ούτε είμαι ο κατάλληλος να μιλήσει με μουσικούς όρους, ούτε το έχω ακούσει ολοκληρωμένο με την ορχήστρα –αυτή τη στιγμή που μιλάμε κάνουμε πρόβα μόνο με πιάνο και φωνές–, θα έλεγα ναι, είναι ένα σύγχρονο, τονικό έργο στο οποίο έχει χρησιμοποιήσει διάφορα θέματα της εποχής εκείνης. 

Η κερένια κούκλα_Φωτο Α. Σιμόπουλος_Artwork k2design

Πώς είναι να σκηνοθετείτε ένα εντελώς καινούργιο έργο;
Είναι πολύ ωραίο, εκεί όμως έγκειται και η δυσκολία. Δεν μπορείς καν να το ακούσεις, δεν έχεις αναφορές, αναγκαστικά πας ψαχουλεύοντας. Από το λιμπρέτο παίρνεις μια ιδέα για τη δομή και τις σκηνές, ακόμα όμως κι αυτά αλλάζουν όταν μπαίνει η μουσική. Αυτή είναι που καθοδηγεί τη σκηνοθεσία, όχι το κείμενο. Το πλαίσιο της μουσικής θα σου δώσει τον χρόνο, τους ρυθμούς, αλλά και θα σε περιορίσει εκεί που πρέπει... Προσωπικά αυτό μου αρέσει. Πιστεύω γενικά ότι το πλαίσιο που ορίζει η τέχνη σε απελευθερώνει.

Με τη συμμετοχή του στην ιστορία που ο ίδιος κατασκεύασε, ο Χρηστομάνος γίνεται, όπως αναφέρετε, ο πρώτος σκηνοθέτης στο ελληνικό θέατρο. Αισθάνεστε ότι σας καθοδήγησε κατά κάποιον τρόπο στο πώς θα προσεγγίσετε σκηνοθετικά την «Κερένια Κούκλα»;
Ναι, πράγματι, ο Χρηστομάνος μαζί με τον Θωμά Οικονόμου του Βασιλικού Θεάτρου ήταν αυτοί που εισήγαγαν τον όρο «σκηνοθέτης» στην Ελλάδα. Στο θέατρό του, τη «Νέα Σκηνή», γνωρίζουμε ότι έκανε σχεδόν τα πάντα, είχε λόγο σε όλα, από τη διδασκαλία μέχρι τα σκηνικά και τα κοστούμια. Στην «Κερένια κούκλα» έτσι κι αλλιώς υπάρχει ο ίδιος δραματουργικά μέσα στο έργο, σαν αφηγητής. Το στοιχείο αυτό έχει κρατηθεί και στο λιμπρέτο του Σβώλου. Ο Χρηστομάνος μάς εισάγει στην ιστορία, την ξετυλίγει. Αυτός έχει φτιάξει το σύμπαν του έργου, είναι ο δημιουργός του. Στη δική μου σκηνοθεσία θέλησα να εκμεταλλευτώ αυτή την πλευρά του, του «θεατροποιού». Γι’ αυτό και ο αφηγητής φορά μάσκα με τη μορφή του Χρηστομάνου –δουλεμένη από τη Μάρθα Φωκά πάνω στη μοναδική σωζόμενη φωτογραφία του–, τον θέλαμε σαν παρουσία πάνω στη σκηνή.

Το στοιχείο της μάσκας επανέρχεται σταθερά στις σκηνοθεσίες σας. Εκτός από μια συνειρμική σύνδεση με την αποκριά στο συγκεκριμένο έργο, πώς λειτουργεί στη δραματουργία;
Τη χρησιμοποιώ συχνά, η μάσκα σού δίνει τη δυνατότητα μέσα στο έργο να υποδυθείς τους χαρακτήρες και αυτοί να διαφοροποιούνται εντελώς από τη δική σου φυσιογνωμία, το σώμα… Η σχέση μας με τη μάσκα είναι αρχέγονη. Επιπλέον, το μη ρεαλιστικό στοιχείο που φέρει, προσδίδει θεατρικότητα στην αφήγηση. Μπαίνω μέσα στη μάσκα, ενσαρκώνω. Τη βγάζω, αποστασιοποιούμαι. Στην «Κερένια κούκλα», εκτός από τον αφηγητή, μάσκες φορούν και οι κουτσομπόλες, αλλά καρικατούρες. Θέλησα να τις διαφοροποιήσω από τους άλλους χαρακτήρες γιατί είναι αυτές που χώνουν τη μύτη τους παντού – ο Χρηστομάνος θα πρέπει να είχε πικρή εμπειρία από αυτές, τις είχε άχτι...

Το σύμπαν που δημιουργείτε επί σκηνής είναι απόκοσμο με στοιχεία gothic. Μπορεί ένα αστικό δράμα να είναι και gothic;
Σαφέστατα είναι ένα αστικό δράμα αλλά με πολλά gothic στοιχεία. Έχει φάντασμα, νεκροταφεία, ο θάνατος παραμονεύει... Και όλα αυτά συνυπάρχουν με τον ρομαντισμό. 

Χρονικά πού τοποθετείτε την «Κερένια κούκλα»;
Χρησιμοποιούμε αφηρημένα την εποχή του Χρηστομάνου, όχι με αυστηρότητα. Δεν προσπαθούμε να κάνουμε μια ακριβή καταγραφή της εποχής. Τα κοστούμια μας έχουν κάτι απόκοσμο, μοιάζουν να βγήκαν από το χώμα, είναι σαν να λέμε «η ιστορία μας έρχεται από το παρελθόν, από τον κόσμο των νεκρών…». Η Αθήνα της «Κερένιας κούκλας» είναι μια Αθήνα «εξωτική» με ποτάμια, χωράφια και πουλιά, που κανένας μας δεν έχει γνωρίσει. Μια Arcadia, ένας τόπος αλλού...

Η κερένια κούκλα_Φωτο Α. Σιμόπουλος_Artwork k2design

Η «Κερένια κούκλα» στις αρχές του 20ού αιώνα προκάλεσε σάλο. Τι μπορεί να πει στον σημερινό θεατή;
Η ιστορία της «Κερένιας κούκλας» ήταν πολύ τολμηρή για την εποχή της. Έθιγε θέματα όπως το παιδί εκτός γάμου, την ερωμένη που συνυπάρχει με την ετοιμοθάνατη σύζυγο, τα οποία σήμερα έχουν ξεπεραστεί. Δεν παύει όμως να είναι μια όμορφη ιστορία. Προσωπικά σ’ αυτό έχω πίστη. Προσπαθώ να μην πέσω στην παγίδα να μεταφέρω μηνύματα στο σήμερα – μια εμμονή των δεκαετιών του ’70 και του ’80 που κατά τη γνώμη μου περιορίζει τα πράγματα. Θέλω απλά να αποδώσω σκηνικά αυτή την πολύ όμορφη ιστορία. 

Υπάρχει κάποιος χαρακτήρας του έργου που σας κεντρίζει περισσότερο το ενδιαφέρον και στον οποίο εστιάζετε;
Όλοι οι χαρακτήρες του Χρηστομάνου είναι φτιαγμένοι με πολλή αγάπη, εκτός ίσως από τις κουτσομπόλες του έργου. Δεν συμπαθείς ιδιαίτερα κάποιον από τους ήρωες. Όλοι τους είναι βαθιά ανθρώπινοι χαρακτήρες. Και σήμερα, που σε σχέση με τότε, οι δομές της κοινωνίας έχουν αλλάξει και τα προβλήματα που θίγει το έργο έχουν αμβλυνθεί –για την Ελλάδα βέβαια ας κρατήσουμε μια επιφύλαξη...–  σε βοηθούν να κατανοήσεις πόσο ανθρώπινες είναι κάποιες ανάγκες, ότι δεν μπορείς πάντα να ελέγχεις τις καταστάσεις, να προβλέψεις τι θα συμβεί, να το σχεδιάσεις. Η ζωή απλά συμβαίνει. Σου παρουσιάζει τυχαία μπροστά σου κάποια πράγματα και προσπαθείς να βρεις ένα βαθύτερο νόημα, ένα ανώτερο χέρι που τα οδήγησε σε σένα, ενώ το θέμα είναι εσύ πώς τα ερμηνεύεις και τα διαχειρίζεσαι. Σήμερα ο Φρόιντ μάς έχει δώσει τα εργαλεία για να τα κατανοήσουμε, κάτι που δεν είχε ο Χρηστομάνος – αν και το έργο του φανερώνει παρατήρηση, γνώση της ανθρώπινης ψυχής. 

Αναφέρετε στο σημείωμά σας ότι «μια σπουδή πάνω σε έναν μπρεχτικό τρόπο αφήγησης κρίθηκε ως το κατάλληλο πλαίσιο για να ενισχυθεί η ιδιαίτερη λογοτεχνική ταυτότητα του έργου». Γιατί αυτή η επιλογή;
Ο ίδιος ο Χρηστομάνος βάζει τα θεμέλια της μπρεχτικής αφηγηματικότητας, όταν λέει «Θα σας πω μιαν ιστορία απλή και λυπητερή, γιατί απλή και λυπητερή είναι η ζωή…». Βάζοντας τους μονωδούς να κάθονται μπροστά στο αναλόγιο, να σηκώνονται και να μπαίνουν μέσα στη δράση, να επιστρέφουν, θελήσαμε να υπογραμμίσουμε το «μια φορά κι έναν καιρό» του παραμυθιού. Η αλήθεια μέσα από τις ψευδαισθήσεις είναι ένα στοιχείο που πάντα λειτουργεί, από την πόλη που χαράζει στο πάτωμα ο Λαρς φον Τρίερ, μέχρι τους αριστοφανικούς ηθοποιούς που έβγαζαν τη μάσκα για να κάνουν την παράβαση, ή ακόμα και στη λεγόμενη αποθέωση του θεάτρου σκιών, με το πέσιμο του μπερντέ στο φινάλε του Καραγκιόζη. Όλα αυτά, που σήμερα είναι κοινός τόπος, δεν τα ανακάλυψε ο Μπρεχτ, ήταν όμως εκείνος που τα μελέτησε και τα μορφοποίησε αλλάζοντας τον τρόπο που κάνουμε σήμερα θέατρο.  

Οι σκηνοθεσίες σας είναι πάντα ανατρεπτικές. Συχνά δοκιμάζετε τα όρια ανοχής του κοινού. Σκοπεύετε να κάνετε το ίδιο και τώρα;
Όχι, όχι, εδώ δεν υπάρχει κανένας λόγος να κάνω κάτι τέτοιο. Άλλωστε βαριέμαι εύκολα τον εαυτό μου, θέλω να δοκιμάζω άλλα πράγματα... Το «Greek Freak» στο οποίο μάλλον αναφέρεστε ήταν ένα πείραμα, φτιάχτηκε ακριβώς για να δοκιμάσει την ανοχή του κοινού, να ενοχλήσει. Ήθελα να δω πόσο εύκολο ή δύσκολο είναι –τελικά αποδείχθηκε εύκολο... Με τον Χρηστομάνο τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά. Η «Κερένια κούκλα» δεν είναι γνωστό έργο για να το «πειράξεις», κλείνοντας το μάτι στον θεατή. Λίγοι το έχουν διαβάσει και ακόμα λιγότεροι το έχουν δει στη σκηνή. Δεν είναι ο «Γλάρος», που το κοινό γνωρίζει και το έχει δει σε τουλάχιστον μια παράσταση, επομένως μπορεί να καταλάβει και να αποδεχτεί την ανατρεπτική σου σκηνοθεσία, ότι έχεις κάνει, ας πούμε, τον Τσέχοφ κωμωδία.


Δείτε περισσότερες πληροφορίες στο Guide της Athens Voice