Θεατρο - Οπερα

Όταν ξυπνά ένα αρχαίο θέατρο

Η παράσταση της Ραψωδίας μ της Οδύσσειας στην Απτέρα Χανίων ήταν μια εμπειρία

A.V. Guest
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Γράφει η Ισαβέλλα Ζαμπετάκη


Το απόγευμα της τελευταίας Παρασκευής του Ιουνίου, λίγη ώρα πριν δύσει ο ήλιος, ο περίπατος στον αρχαιολογικό χώρο της Απτέρας Χανίων είχε μια ομορφιά παραπάνω από τη συνηθισμένη. Καθώς περπατούσες το χωμάτινο μονοπάτι, ανάμεσα από τις φωνές των τζιτζικιών μπορούσες να διακρίνεις τον ήχο μιας λύρας.

Κι εκεί που το μονοπάτι συναντά έναν χωμάτινο λόφο και μοιράζεται στις δύο πλευρές του, ο ήχος της μουσικής γινόταν εντονότερος. Σκαρφάλωσα τον λόφο και απόλαυσα την πανοραμική θέα του μεγαλείου της Απτέρας: ένα αρχαίο θέατρο φωλιασμένο μέσα στο χώμα, τα λιόδεντρα που απλώνονται πίσω από την ορχήστρα του και τη μεγαλοπρεπή θέα των Λευκών Ορέων όπως την απολαμβάνεις από ένα σημείο ασφαλές και προστατευμένο.

Στη χωμάτινη ορχήστρα του αρχαίου θεάτρου, η Σοφία Χιλλ, ο Αντώνης Μυριαγκός η Ρουθ Χιλλ και ο Γιώργος Καλούδης κάνουν τις τελευταίες πρόβες ήχου για την παράσταση της Ραψωδίας μ της Οδύσσειας που θα ξεκινήσει σε λίγη ώρα.

Κι εγώ έχω την τύχη να βιώνω όλες τις μικρές στιγμές προσμονής μέχρι να επιστρέψει επίσημα στη ζωή ένα αρχαίο θέατρο το οποίο διήνυσε περισσότερους από 17 αιώνες σιωπής.

Στις οκτώ και μισή, οι πόρτες του αρχαιολογικού χώρου ανοίγουν και οι θεατές διασχίζουν με βήμα γοργό τις παρόδους στις δύο μεριές της ορχήστρας. Δύο κυρίες σκαρφαλώνουν με ενθουσιασμό μικρών παιδιών τα σκαλοπάτια του κοίλου. Μέσα σε λίγα λεπτά, ολόκληρο το θέατρο έχει κατακλυστεί από τους 400 περίπου θεατές που πρόλαβαν να προμηθευτούν δελτίο εισόδου. Κάποιοι λαχταρούν να καθίσουν στις αυθεντικές κερκίδες, άλλοι βολεύονται σε αυτές που προστέθηκαν κατά τη διάρκεια της αναστήλωσης του θεάτρου και μερικοί δεν έχουν πρόβλημα να ακουμπήσουν ακόμα και στη χωμάτινη πλαγιά στην οποία «σβήνει» ασύμμετρα το κοίλο του διασωθέντος τμήματος ενός θεάτρου που στα ρωμαϊκά χρόνια χωρούσε 3.700 θεατές. Η κυρία δίπλα μου παρομοιάζει τον χώρο με μία φωλιά και το ζευγάρι που κάθεται από την άλλη μεριά συμφωνεί αυθόρμητα.



Ο κόσμος περιμένει υπομονετικά στις κερκίδες μέχρι που ο ήλιος χάνεται εντελώς πίσω από το λόφο και η σκηνή βυθίζεται σε φυσικό σκοτάδι. Εξίσου απλά και διακριτικά εμφανίζονται στην ορχήστρα οι δύο ηθοποιοί και οι δύο μουσικοί της παράστασης και, λέξη-λέξη, ο λόγος ζωντανεύει και πάλι στην σκηνή του αρχαίου θεάτρου της Απτέρας. Το στήσιμο είναι απόλυτα λιτό.

Τέσσερις καλλιτέχνες στέκουν πίσω από τα αναλόγιά τους, επαφιόμενοι στα βασικά ερμηνευτικά μέσα: τον λόγο και τη μουσική. Αναλογίζομαι την έλλειψη κίνησης και εικόνας και συνειδητοποιώ ότι το θέαμα που παρακολουθούμε είναι εξίσου «αφαιρετικό» όσο και το ίδιο το θέατρο. Λείπει η κίνηση, λείπει η σκηνή, λείπουν κερκίδες, λείπει η ολοκληρωμένη θεατρική πλοκή. Παρόλα αυτά, τα στοιχεία που λείπουν συντελούν στο να αναδειχθεί ακόμα περισσότερο η αξία των στοιχείων που υπάρχουν.

Εντυπωσιάζομαι με τη δύναμη που έχει ο λόγος ενός αρχαίου αφηγήματος να διατηρεί την προσοχή θεατών του 21ου αιώνα, ανθρώπων που πασχίζουμε να εστιάσουμε την συγκέντρωσή μας καθώς εικόνες και πληροφορίες αναβλύζουν αδιάκοπα από την παλάμη μας.

Όσο το μυαλό μου εστιάζει στην ακρόαση, οι εικόνες αρχίζουν σταδιακά να προκύπτουν από μόνες τους. Στον δυνατό αέρα που αναστατώνει τα κλαδιά των λιόδεντρων και τα μαλλιά των ερμηνευτών. Στο χώμα της ορχήστρας που σηκώνεται σαν «οργή των θεών». Στις σκιές των ερμηνευτών όπως προβάλλονται στα απομεινάρια της αρχαίας σκηνής.

Κι εκεί που το μάτι αρχίζει να αρκείται σε πιο ήπια ερεθίσματα για να πλάσει ιστορίες, έρχεται η σκηνή της οργής του Ήλιου με τους συντρόφους του Οδυσσέα και εκρήγνυται μέσα από μία εικόνα τόσο ισχυρή, που δεν μπορείς να προσδιορίσεις με ποιες αισθήσεις την βίωσες. Ένα νεαρό αγόρι περιδιαβάνει, χτυπώντας το τύμπανό του, τον λόφο πίσω από την αρχαία σκηνή, επεκτείνοντας τον θεατρικό χώρο μέχρι τα λιόδεντρα. Ένα πελώριο δένδρο στο βάθος φωτίζεται στο κόκκινο της φωτιάς, σηματοδοτώντας την τιμωρία των θεών. Με το που σβήνει η «φωτιά», το μάτι πετάει πάνω από το λιόδεντρα, σε έναν ουρανό πεντακάθαρο, πλημμυρισμένο από αμέτρητους αστερισμούς.

Μεσολαβούν αρκετά δευτερόλεπτα από την στιγμή που οι ερμηνευτές σιωπούν και μέχρι το κοινό να αποδεχθεί ότι η παράσταση έχει τελειώσει. Το χειροκρότημα που ακολουθεί  ανακαλεί τους ερμηνευτές στην σκηνή ξανά και ξανά. Το συναίσθημα είναι πολύ έντονο και στις δύο μεριές. Δεν είναι μόνο το ότι ξαναξύπνησε ένα αρχαίο θέατρο. Είναι ότι ξύπνησε και μια ξεχασμένη γνώση για την επίδραση που μπορεί να έχει το θέατρο επάνω μας.  

Η παράσταση της Ραψωδίας μ της Οδύσσειας που δόθηκε την Παρασκευή 29 Ιουνίου στο αρχαίο θέατρο της Απτέρας Χανίων δεν είχε ούτε εισαγωγές, ούτε χαιρετισμούς. Η Περιφέρεια Κρήτης και η Εφορεία Αρχαιοτήτων Χανίων διοχέτευσαν την ενέργειά τους στις ουσιαστικές λεπτομέρειες και στις πολλαπλές τεχνικές και διαδικαστικές δυσκολίες που ενέχει η διοργάνωση μιας παράστασης σε ένα αρχαιολογικό μνημείο. Αντίστοιχη ήταν η σεμνότητα και ο ενθουσιασμός με τον οποίον αποχώρησαν από το θέατρο οι θεατές αφού ολοκληρώθηκε η παράσταση.