Θεατρο - Οπερα

Ανκόρ: Θεόδωρος Τερζόπουλος μας εισάγει στην εξαιρετική παράσταση

Ο ιδρυτής και διευθυντής του Θεάτρου Άττις μας εξηγεί το μήνυμα που θα πρέπει να «διαβάσουν» οι θεατές

Αγγελική Μπιρμπίλη
ΤΕΥΧΟΣ 595
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Το Θέατρο Άττις συμπλήρωσε φέτος 30 χρόνια από την ίδρυσή του. Με την ευκαιρία της επετείου έχει ξεκινήσει η καινούριγα παράσταση με τον τίτλο «Ανκόρ», σε σκηνοθεσία Θεόδωρου Τερζόπουλου, η οποία συμπληρώνει έναν πιο μικρό κύκλο με κοινή θεματολογία: το τρίπτυχο «Alarme», «Amor», «Encore». Στον πυρήνα των έργων βρίσκεται η σύγκρουση, ως μυθική αρχή της δημιουργίας και του χρόνου. 

Πυρήνας και των τριών έργων είναι η σύγκρουση;

Ναι. Στο «Alarme» έχουμε τη σύγκρουση στην εξουσία. Στο «Amor» κάποιος άνθρωπος που, ενώ προσπαθεί να συγκρουστεί, δεν μπορεί να απαλλαγεί από τα άλλοθι τα κοινωνικά, τα προσωπικά. Έχουμε την προσπάθεια να αντιληφθεί τι του συμβαίνει μέσα από μία τελείως αποπροσανατολισμένη, λάθος κατανόηση της κοινωνικής πραγματικότητας στην οποία ζει. Στο «Encore» έχουμε τη σύγκρουση ανάμεσα στον άνδρα και τη γυναίκα, την κλασική πια σύγκρουση, όπου ένας άνδρας στην κυριολεξία δέχεται να θυματοποιηθεί, μία γυναίκα παίζει το ρόλο του θύτη, είναι μοιραίο πως θα γίνουν θύματα και οι δύο, κανείς δεν θα νικήσει.

Το «Encore» είναι βασισμένο σε ένα ποίημα του Θωμά Τσαλαπάτη. Πώς ένα ποίημα γίνεται θεατρικό έργο, πώς η λέξη γίνεται σωματική;

Είναι ένα ποίημα επάνω στην περιπέτεια της λέξης στο στόμα του ηθοποιού, στο σώμα, το σωματικό λόγο, τη σωματική λέξη. Το πρώτο κομμάτι του έργου είναι 13 λεπτά περίπου και είναι μόνο τραγούδι και μία άγρια σύγκρουση χωρίς λόγο και ένα διαρκές encore, κι άλλο, κι άλλο, και αποφασίζεται αυτό, το ότι βουλιάξαμε, «βουλιάζω μέσα, βαθιά, βουλιάζω στα θρύψαλα». Κι αυτό πάλι είναι ένα παιχνίδι, γιατί μετά το αναιρούν. Είναι μία σύνθεση κάποιων πραγμάτων που πηγαίνουν να γίνουν θέση, αλλά αυτοαναιρούνται. Αυτή είναι η ζωή, υπάρχει και η αυτοαναίρεση και η αλληλοαναίρεση, υπάρχει μία διαδικασία διαρκούς ματαίωσης. Υπάρχει αυτή η φράση του Χέγκελ «η άρνηση της άρνησης είναι θέση», δηλαδή σε αυτή την παράσταση δεν δημιουργώ μία αισθητική από το θετικό περιβάλλον, από το θετικό υλικό, εικονοποιώ το αρνητικό υλικό, αυτό που δεν πάει μπροστά τους ανθρώπους.

Υπάρχει κάποιο μήνυμα που θα πρέπει να «διαβάσουν» οι θεατές;

Πολλά. Σε ένα πολύ απλό επίπεδο βλέπει δύο ανθρώπους να συγκρούονται, άλλοτε με έντονο επιθετικό τρόπο και άλλοτε με βελούδινο, άλλοτε με υποκριτικό και άλλοτε μέσα από μία υποτιθέμενη σκηνή ευωχίας και χαράς. Μετά από κάθε «κι άλλο» υπάρχει ένα άλλο επίπεδο, είναι σπονδυλωτό: το πρώτο είναι η σαγήνη, το δεύτερο το πάθος, το τρίτο η έκσταση, το τέταρτο η ευωχία, το πέμπτο το πένθος, το τελευταίο είναι ένας παράξενος θρήνος. Αλληλοσπαράσσονται, αλλά όχι ένας αλληλοσπαραγμός περιγραφικός. Μπορεί να κοιτιούνται και να είναι ακόμα πιο οδυνηρή αυτή η ρήξη, να έχει πιο άγρια αποτελέσματα, μπορεί να τεμαχίζει ο ένας τον άλλον με ένα φτερό στο χέρι. Δεν λυτρώνονται και ούτε προσπαθούν να λυτρωθούν, είναι τόσο εγκλωβισμένοι μέσα σε όλη αυτή τη διαδικασία του ύπουλου ανταγωνισμού.  

Θα θέλετε οι θεατές να αποδεχθούν αισθητικά ή ιδεολογικά την παράσταση;

Όλη αυτή η σύγκρουση, η άρνηση, η βία, είναι πολύ επίκαιρη. Όσο προχωράμε στην κρίση βλέπω διαρκώς εκτός από την ανοιχτή και μία βία κρυμμένη, που διαρκώς μεγαλώνει. Δεν υπάρχει συμφιλίωση μέσα από την κρίση, αλλά ανταγωνισμός και σύγκρουση. Όλο αυτό το εγκλωβισμένο «υλικό», που είναι πολύ καλό θεατρικό υλικό, το βγάζω στην επιφάνεια. Οι θεατές μπορεί να το παραδεχτούν αισθητικά ή παραστασιακά, αλλά ιδεολογικά και πολιτικά να το αρνηθούν. Εγώ καταγράφω, δεν παίρνω θέση, δεν βγάζω ένα θετικό συμπέρασμα. Επαναφέρω μία φράση που είχα στο «Alarme» και τη συμπληρώνω: στο τέλος του «Alarme» ο Αντώνης Μυριαγκός λέει «Πού με πας, πού, όλο με πας, πού με πας», και λέει τώρα στο «Encore» η Σοφία Χιλλ –η οποία παίζει και το ρόλο του μανιπουλάτορα, του χειραγωγέα– στον Αντώνη: «Για να σου πω την αλήθεια, καρδιά μου, παιδί πρέπει να ξαναγίνω». Δηλαδή όλο είναι μία προσπάθεια να ισχυροποιηθεί το ψέμα και να τεκμηριωθεί τόσο πολύ, που να φαντάζει σαν αλήθεια, άρα τέχνη. Γιατί τι άλλο είναι η τέχνη, είναι ένα ψέμα επαληθευμένο.

Info: Σκηνοθεσία - Σκηνική εγκατάσταση - Σύνθεση κειμένων: Θεόδωρος Τερζόπουλος. Ερμηνεύουν: Σοφία Χιλλ, Αντώνης Μυριαγκός. Μουσική: Παναγιώτης Βελιανίτης. Κοστούμια: Λουκία. Φωτογραφίες: Johanna Weber.