Σειρες

Το «Ριφιφί»... της καρδιάς μας

Υπό την έξοχη σκηνοθετική καθοδήγηση του Σωτήρη Τσαφούλια, η ομάδα του «Ριφιφί» καταφέρνει να απογειώσει το συναίσθημα

Πόπη Διαμαντάκου
ΤΕΥΧΟΣ 1013
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Κριτική για το «Ριφιφί», σε σκηνοθεσία του Σωτήρη Τσαφούλια, με πρωταγωνιστές τους Ευαγγελία Μουμούρη, Χρήστο Χατζηπαναγιώτη, Βασίλη Χαραλαμπόπουλο, Πάνο Βλάχο, Προμηθέα Αλειφερόπουλο, Βλαδίμηρο Κυριακίδη, Δήμο Γιγαντάκη

Σαν να ράγισε η οθόνη με τη βουβή κραυγή της Όλγας (Ευαγγελία Μουμούρη) τη στιγμή που στο κρεβάτι του νοσοκομείου σφίγγει στην αγκαλιά της το άψυχο κορμί του παιδιού της.

«Ριφιφί»: Σκέψεις πάνω στη σειρά του Σωτήρη Τσαφούλια στον Alpha

Είναι στο τελευταίο επεισόδιο του «Ριφιφί», της σειράς που σκηνή τη σκηνή αναδεικνύει και αποθεώνει την ανθρωπιά μέσα στις σκιές του κοινωνικά αθέατου κόσμου. Είναι η σκηνή που δίνει την οριστική σφραγίδα ποιότητας σε μια τηλεοπτική ιστορία ικανή να λυγίσει και τον πιο απαιτητικό τηλεθεατή. Όχι τόσο για την υπόθεση, που έχει συνθέσει δύο αληθινές ιστορίες, αν και με χρονική απόσταση μεταξύ τους, για να πλάσει έναν ωραίο πλην συνηθισμένο στα λαϊκά θεάματα μύθο, των φτωχών που «τη φέρνουν» στο σύστημα και παίρνουν την εκδίκησή τους για τις αδικίες που τους ταπείνωσαν, όσο για τους ιδιαίτερους χαρακτήρες, με την καλοσύνη και την ενσυναίσθηση, που, πριν γίνουν «τεχνικές» των ψυχολόγων, ήταν η φυσική συγκολλητική ουσία των ανθρώπων με κοινές ζωές.

Μπορεί δικαίως να είναι η σκηνή που συζητήθηκε περισσότερο, όπως και συνολικά η ερμηνεία της Μουμούρη, ήδη από την πρώτη προβολή της σειράς πέρυσι από την Cosmote και φέτος που δικαίως προβλήθηκε από την ανοιχτή τηλεόραση (Alpha) για να είναι προσβάσιμη σε όλους, αλλά και οι υπόλοιποι 6 χαρακτήρες που συναντιούνται για να κάνουν την πιο απίθανη ληστεία τράπεζας όλων των εποχών είναι καλοδουλεμένοι.

Τους αναδεικνύουν δε οι ερμηνείες από τους Χρήστο Χατζηπαναγιώτη (Μανώλης, οικογενειακός φίλος και στήριγμα της Όλγας, που έχασε γιο και σύζυγο από την αναλγησία Τράπεζας και δημοσίου και μαζί της θα οργανώσει το ριφιφί), Βασίλη Χαραλαμπόπουλο (Νίκος, γραφίστας χωρίς «άκρες», που μένει άνεργος και χάνει τον έρωτα της ζωής του γιατί δεν έχουν τα χρήματα για τη σωτήρια επέμβαση), Πάνο Βλάχο (Βάκης, ο ατίθασος αιωνίως νεανίας, που δεν στεριώνει και δεν μπορεί να φέρει χρήματα στο σπίτι για να το σώσουν από τα χρέη), Προμηθέα Αλειφερόπουλο (Μιχάλης, ταπεινωμένος από τη ζωή, λατρεύει σύζυγο και παιδιά, αλλά δεν μπορεί να ορθοποδήσει, βρίσκεται στη φυλακή γιατί πάνω στον θυμό του έριξε το αυτοκίνητο σε μια τζαμαρία), Βλαδίμηρο Κυριακίδη (Αντώνης, μεγαλόσωμος αλλά καλοσυνάτος σαν παιδί εργαζόμενος σε γραφείο κηδειών, με μεγάλη αγάπη για τον κολλητό του, τον Αργύρη, που πάσχει από νανισμό), Δήμο Γιγαντάκη (Αργύρης, κλεφτρόνι από ανάγκη, παρτ τάιμερ νεκροθάφτης για κανένα χαρτζιλίκι, που όσοι πόντοι του λείπουν τόσο μυαλό και καρδιά έχει και λατρεύει τον Αντώνη) και Αχιλλέα Ζέρβα (Θέμης, το γκαρσόνι στο ζαχαροπλαστείο απέναντι από την τράπεζα, βραδύγλωσσος και γι’ αυτό περιθωριοποιημένος, και από το αφεντικό, που τον ταπεινώνει διαρκώς). Όλοι τους είναι υπέροχοι.

Είναι η ομάδα που ενώνεται όχι για τα χρήματα, αλλά για να χτυπήσει το «σύστημα» στην καρδιά της αξιοπιστίας του. Γι’ αυτό δεν ληστεύουν το χρηματοκιβώτιο, αλλά αδειάζουν τις θυρίδες, αυτά που έχει υποσχεθεί η τράπεζα ότι θα φυλάει χωρίς να δηλωθούν ποτέ πουθενά. Θέλουν τον «αθέατο πλούτο», ίσως όχι πάντα υλικό, μπορεί και μόνο συναισθηματικό, επιστολές ή παράσημα, αλλά που τον επιβεβαιώνει η πληρωμένη ασφάλεια του τραπεζικού συστήματος, το ενοίκιο μιας θυρίδας.

Υπό την έξοχη σκηνοθετική καθοδήγηση του Σωτήρη Τσαφούλια, που έχει καταφέρει έναν άθλο στην αναπαράσταση της εποχής (αρχές 90s), αλλά και της περιοχής [διασταύρωση της Καλλιρόης με την Τράπεζα Εργασίας τότε (για τις ανάγκες του σίριαλ Τράπεζα Ανάπτυξης)], η ομάδα του «Ριφιφί» καταφέρνει να απογειώσει το συναίσθημα, σαν παλιά, νοσταλγική ασπρόμαυρη ταινία, τότε που υπήρχε ακόμη ένας «αλλιώτικος» κόσμος ή νομίζουμε ότι υπήρχε.

Είναι και ο λόγος που ανταποκρίνεται με τόση ένταση το τηλεοπτικό κοινό στις σειρές που καταφέρνουν να συγκινήσουν, φυσικά χάρη στην άρτια παραγωγή και τις εξαιρετικές ερμηνείες. Με τη συγκίνηση νιώθουμε ότι γινόμαστε καλύτεροι. Τουλάχιστον όσο κρατάει η προβολή κάθε επεισοδίου.

Με αυτή την έννοια, το «Ριφιφί» είναι πολιτικό, όχι όμως σαν το ισπανικό «Casa de papel». Δεν χρειάζεται να τραγουδήσει η ομάδα το «Bella Ciao» για να κλείσει το μάτι στους επαναστάτες του καναπέ. Η πολιτική ουσία στο «Ριφιφί» δεν βρίσκεται ούτε στα έγγραφα που βρέθηκαν στις θυρίδες και αποκαλύπτουν, υποτίθεται, μεγάλο πολιτικό σκάνδαλο που θορυβεί την κυβέρνηση, η οποία δίνει εντολή στην ΕΥΠ να αναλάβει τις έρευνες (και έτσι σώζεται η παρέα από τον ξύπνιο αστυνομικό που τους πλησιάζει), δεν βρίσκεται ούτε στην καταγγελία του τραπεζικού συστήματος, που μπλοκάρει τα χρήματα του εράνου με τα οποία θα σωζόταν ο γιος της Όλγας. Η αληθινή πολιτική ουσία βρίσκεται στη συνάντηση της ψυχής αυτών των ανθρώπων, στην μπέσα τους και την ειλικρινή ανθρωπιά τους.