- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- VOICE RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Dramachine: Χορεύοντας πάνω στις αντιφάσεις της εποχής μας
Από τα αθηναϊκά υπόγεια στις ευρωπαϊκές σκηνές, η Ελένη Μάκκα και ο Γιώργος Πάλλης μιλάνε στην ATHENS VOICE για τη διαδρομή του σχήματος
Dramachine: Λίγο πριν την παρουσίαση του νέου τους album «Ο Χορός του Θανάτου» στο Ίλιον Plus μια μπάντα – ορόσημο για τη σύγχρονη underground αθηναϊκή σκηνή μιλάει στην ATHENS VOICE
Αθήνα, χειμώνας 2021. Ο πρώτος δύσκολος πανδημικός χρόνος είναι πίσω μας, η μεταπανδημική συνθήκη όμως έχει μόλις ανατείλει. Η καθημερινή ζωή είναι ακόμα γεμάτη περιορισμούς, κυκλοφορούμε ακόμα με μηνύματα, πολλά μαγαζιά παραμένουν κλειστά, άλλα αναγκάζονται να κλείσουν πάνω που έχουν ανοίξει. Οι ηλικιωμένοι φοβούνται, οι νέοι ψάχνουν απεγνωσμένα έναν διαφορετικό τρόπο έκφρασης της νεότητάς τους, μιας και ο αναμενόμενος και ήδη στρωμένος από γενιές και γενιές νεολαίας πριν από αυτούς είναι προς το παρόν αποκλεισμένος. Χορεύουν στα σαλόνια τους και, κάνοντας τζόκινγκ τα βράδια, ακούνε στα ακουστικά τους τη μουσική που εύχονται να χορέψουν σύντομα ξανά σε μια πίστα που δεν θα χωράει μόνο το δικό τους σώμα. Κάπου στο βάθος το «Δεν Έχει Μείνει Τίποτα» όλο και δυναμώνει.
Πράγματι, αν κάποιος μουσικός ιστορικός του παρόντος ή του μέλλοντος επιχειρούσε να φτιάξει το soundtrack (ή έστω μια λίστα στο Spotify, στο Tidal ή σε οποιοδήποτε μελλοντικό αντίστοιχό τους) της αθηναϊκής underground μουσικής σκηνής των τελευταίων χρόνων, δεν θα γινόταν να παρακάμψει το σκοτεινό και επίμονα χορευτικό synth-punk των Dramachine, όπως αποτυπώθηκε στο ντεμπούτο άλμπουμ «Συγκινησιακή Πανούκλα» που κυκλοφόρησε τον Φεβρουάριο του 2021. Μια μπάντα που γεννήθηκε το 2019, λίγο πριν ο κόσμος όπως τον γνωρίζαμε πατήσει το αναγκαστικό pause, και ενηλικιώθηκε καλλιτεχνικά μέσα σε μια επταετία που χώρεσε ανατροπές, συλλογικές ματαιώσεις και προσωπικούς μετασχηματισμούς περισσότερους από όσους προ(σ)δίδει η απόσταση των αριθμών και του χρόνου.
Μέσα σε αυτά τα χρόνια οι Dramachine έχουν διανύσει μια διαδρομή που ακολουθεί, με τον δικό της τρόπο, τις διακυμάνσεις μιας ολόκληρης σκηνής. Από τα μικρά αθηναϊκά υπόγεια και τις DIY συλλογικότητες στη μεταπανδημική επιστροφή των συναυλιών, και από εκεί σε μια περίοδο ανανεωμένης δημιουργικής εξωστρέφειας, όπου αρκετές εγχώριες μπάντες δοκιμάζουν όλο και συχνότερα τις δυνάμεις τους εκτός συνόρων. Οι ίδιοι έχουν ήδη γράψει τα δικά τους χιλιόμετρα σε αυτή τη διαδρομή, από το Τορίνο και τη Βιέννη μέχρι την Πράγα και τη Ζυρίχη, κουβαλώντας στις αποσκευές τους κάτι από την ηλεκτρισμένη αθηναϊκή νύχτα που τους διαμόρφωσε. Στην οποία και επιστρέφουν το Σάββατο 31 Οκτωβρίου, για να παρουσιάσουν στο Ilion Plus το νέο τους άλμπουμ, «Ο Χορός του Θανάτου».
Σε αυτό το άλμπουμ οι Dramachine, που στο τρέχον line-up συμπυκνώνονται στο ντουέτο της Ελένης Μάκκα και του Γιώργου Πάλλη (ο Χάρης Ζαχαρόπουλος κρατάει τους δεσμούς του, αλλά δεν συμμετέχει στην «επίσημη» σύνθεση των Dramachine), πάνε τα πράγματα ένα βήμα παραπέρα αφηγηματικά. Κόκκινα παπούτσια, φαντάσματα, παραμύθια με Πινόκιο και μικρές γοργόνες αρκετά μακριά από τις «καθησυχαστικές» Disney εκδοχές τους και πολύ πιο κοντά στα ανεστραμμένα «σκοτεινά» είδωλά τους. Ιστορίες για την επιθυμία, την τιμωρία, τη γυναικεία εμπειρία και τις αντιφάσεις της ανθρώπινης φύσης, περασμένες σε ρυθμούς φτιαγμένους για σώματα που θέλουν να κινηθούν, να χορέψουν, να ξεφύγουν. Παραμύθια που δεν έχουν happy ending και χορός πάνω στις αντιφάσεις της εποχής μας, σε μια σκηνή που παλεύει να μείνει ζωντανή και αυθεντική σε άγριους καιρούς που μάλλον δεν την ευνοούν ακριβώς – κι ας ισχυρίζεται το momentum της το αντίθετο. Καλώς ήρθατε στον Χορό του Θανάτου.
- Dramachine est. 2019. Με μια σχετική απόσταση ασφαλείας από την αφετηρία, πώς θα περιγράφατε το ξεκίνημά σας και πώς θα συστήνατε την ταυτότητά σας στο σήμερα;
Ήμασταν πολύ διαφορετικοί άνθρωποι το 2019. Και μπορεί αυτό να ακούγεται αφόρητη κοινοτοπία, γιατί ξέρουμε πως οι άνθρωποι μεγαλώνουν και αλλάζουν απρόβλεπτα, όμως το 2019 απέχει από το 2026 πολύ περισσότερο από ό,τι μαρτυρεί μια αριθμητική αφαίρεση. Πριν από τον Covid-19, τις καραντίνες, τον μετασχηματισμό του δημόσιου χώρου, με τις ανεξάρτητες σκηνές στα πάνω τους, το κύμα παρασέρνει κι εμάς. Κουβαλάμε ακόμη αυτή την τρέλα από τα παλιά, η οποία ωστόσο παραμένει ανεκπλήρωτη. Και ό,τι χάσαμε σε λύσσα, ίσως τελικά να έγινε καλλιτεχνική εμπειρία.
- Από τη «Συγκινησιακή Πανούκλα» στον «Χορό του Θανάτου». Ποιο είναι το μεγαλύτερο «μάθημα» που πήρατε από αυτήν τη διαδρομή;
Οι ολοκληρωμένες δισκογραφικές δουλειές πάντα θα μας ξεπερνούν: θα φεύγουν από εμάς, θα ζουν αυτόνομες ζωές, θα συγκινούν ανθρώπους αρκετά διαφορετικούς από αυτούς και αυτές που βάζουν από κάτω τις υπογραφές τους. Είναι μάταιο να προσπαθείς να το ελέγξεις όλο αυτό, πρέπει να το αγκαλιάζεις.
- Υπάρχει μια στιγμή, μια συνθήκη, ένα live που νιώθετε ότι σας πήγε στην επόμενη πίστα ως σχήμα;
Υπάρχουν τέτοιες συναυλίες, που νιώθεις την επίδρασή τους πολύ άμεσα, δεν χρειάζεται δηλαδή να περιμένεις να περάσουν μερικά χρόνια για να τις σκεφτείς ξανά. Η πρώτη τέτοια στιγμή που μας έρχεται στο μυαλό συνέβη στο Τορίνο, τον Νοέμβριο του 2024 – πέρασαν δύο χρόνια –: ήταν η πρώτη μας μεγάλη συναυλία στο εξωτερικό, στο πρώτο φεστιβάλ της ανεξάρτητης δισκογραφικής Stanze Fredde. Ήταν μια ευκαιρία για εμάς να φανταστούμε την πιθανότητα πως αυτό που κάνουμε μπορεί να ενδιαφέρει περισσότερους ανθρώπους, ακόμη και έξω από την Ελλάδα. Θα σταθούμε λοιπόν εκεί.
- Υπάρχει κάτι που παλιότερα θα απορρίπτατε ως «όχι αρκετά Dramachine» και τώρα θα το δοκιμάζατε ευχαρίστως;
Μάλλον δεν είχαμε ποτέ σοβαρά τέτοια κολλήματα! Και αυτός ήταν ανέκαθεν και ο λόγος που θέλαμε πάντοτε να συνυπάρχουμε με καλλιτέχνες από πολλές διαφορετικές αφετηρίες και με πολύ διαφορετικές διαδρομές.
- Πώς θα περιγράφατε το νέο άλμπουμ, τον «Χορό του Θανάτου», με σημειολογικούς όρους για την πορεία των Dramachine; Τι ρόλο θα θέλατε να κρατήσει σε αυτήν;
Θα θέλαμε να είναι ένα σημείο αναφοράς στη διαδρομή μας, χωρίς να μας περιορίζει σε αυτό που είμαστε σήμερα. Να αποτυπώνει την εποχή του και τις αντιφάσεις της, όπως συνέβη και με τον προηγούμενο δίσκο, αφήνοντας ένα μικρό ιστορικό αποτύπωμα. Και τελικά, να ξεφύγει από τα χέρια μας, να αποκτήσει τη δική του ζωή και να πει πράγματα που ίσως ούτε εμείς γνωρίζαμε ότι είχαμε μέσα μας.
- Στον «Χορό του Θανάτου» υπάρχουν κόκκινα παπούτσια, φάλαινες και φαντάσματα. Πώς βρέθηκαν τα παραμύθια μέσα στον κόσμο σας;
Πράγματι, πολλές αναφορές σε παραμύθια παρεισέφρησαν στον δίσκο. Έχουμε το καταραμένο κορίτσι με τα κόκκινα παπούτσια στον «Χορό του Θανάτου», τον χαλέο και avoidant Πινόκιο στο «Toyboy», τη μικρή γοργόνα στο «Λάθος Εποχή», που ανταλλάσσει τη φωνή της με τον εχθρό, και, φυσικά, τα φαντάσματα που εμφανίζονται διάσπαρτα σε όλο τον δίσκο. Ίσως υπήρξε μια υποσυνείδητη ανάγκη να επιστρέψουμε στα παιδικά παραμύθια, σαν να υπάρχει κάτι εκεί που έπρεπε να επεξεργαστούμε. Αυτή τη φορά, όμως, όχι μέσα από το καθησυχαστικό happy ending των διασκευών της Disney, αλλά μέσα από τα πρωτότυπα παραμύθια, εκείνα που σε φέρνουν αντιμέτωπο με το σκοτάδι. Και υπάρχει, νομίζω, κάτι βαθιά «κοριτσίστικο» σε όλο αυτό: κορίτσια που τιμωρούνται για την επιθυμία τους, φωνές που φιμώνονται, αθωότητες που αιμορραγούν. Ιστορίες που, πίσω από τον παραμυθένιο τους μανδύα, συνομιλούν με τη γυναικεία εμπειρία και τις σκοτεινές της όψεις.
- Στην «Αναισθητική» βάζετε στο στόχαστρο το γυαλισμένο και το αποστειρωμένο. Τι σας κρατάει μακριά από τις παγίδες της τελειότητας και της αποστείρωσης;
Μάλλον βάζουμε στο στόχαστρο την τελειότητα και την αποστείρωση, σε μια εποχή που όλα μοιάζουν να γίνονται όλο και πιο ρομποτικά, πιο ελεγχόμενα, πιο προβλέψιμα. Ίσως υπάρχει μια υποσυνείδητη ανάγκη να αντισταθούμε σε αυτή την πορεία, να κρατήσουμε χώρο για το ανοίκειο, το ατελές, το άγριο και το ανθρώπινο.
- Η μουσική σας προ(σ)καλεί τον κόσμο στον χορό, αλλά οι στίχοι βρίσκονται σε έναν δικό τους σκοτεινό αντίποδα – ένα παραδοσιακό οξύμωρο της synth-punk μουσικής. Σας ενδιαφέρει ο ακροατής «να τα πιάνει όλα με την πρώτη» ή η σωματική εμπειρία προηγείται και το deep dive έπεται;
Προηγείται η σωματική εμπειρία, αλλά όταν οι ακροατές επιχειρούν το deep dive, μας ανταμείβει με εξαιρετικά ουσιαστικό τρόπο. Η μεγαλύτερη ανταμοιβή είναι να βλέπεις τη μουσική να αυτονομείται από εσένα, να βρίσκει χώρο στον εσωτερικό κόσμο των άλλων και να γίνεται κάτι που δεν σου ανήκει πια.
- Έχετε βρεθεί σε αρκετά διαφορετικά συναυλιακά περιβάλλοντα. Ποιοι χώροι και ποιες συλλογικότητες υπήρξαν καθοριστικοί για εσάς; Υπάρχει κάποιο κοινό ενώπιον του οποίου νιώσατε απρόσμενα οικεία;
Να απαντήσουμε αντίστροφα, σε σχέση με την οικειότητα; Στην Αθήνα, θυμόμαστε ακόμα εκείνο το live στο An Club, όταν ανοίγαμε τον Billy Woods. Ως ψιλοάσχετοι με τη hip-hop σκηνή, με τα ντυσίματα, το στυλ, το τι επιτρέπεται και τι απαγορεύεται να πεις, ήταν από εκείνες τις στιγμές που δεν είχαμε ιδέα τι επρόκειτο να συναντήσουμε. Κι όμως, κάπως όλο αυτό το πράγμα λειτούργησε. Σε γενικές γραμμές, αυτή είναι μια συνθήκη με την οποία έρχεσαι συχνότερα αντιμέτωπος στο εξωτερικό, αφού για να αισθανθείς εντέλει οικειότητα, πρέπει πρώτα να έχεις αναμετρηθεί με το αντίθετό της. Πριν από περίπου έναν χρόνο, είχαμε πάει στη Βιέννη για ένα μικρό live, το οποίο άνοιγαν μπάντες της ντόπιας noise σκηνής, και όλο αυτό κατέληξε φανταστικά! Αντίστοιχες εμπειρίες είχαμε στην Πράγα, στο Σω ντε Φον, ή στη Ζυρίχη, όπου το ¼ του κοινού (περίπου 150 άνθρωποι) ήταν Έλληνες.
- Όσοι συχνάζουμε σε αυτούς τους χώρους και σε αυτά τα live αισθανόμαστε μάρτυρες μιας άνθησης στην ευρύτερη αθηναϊκή indie, synth και post-punk σκηνή τα τελευταία χρόνια. Πώς το βιώνετε όμως εσείς από μέσα; Υπάρχει αυτή η σκηνή με όρους συλλογικότητας και σχέσεων; Και, αν ναι, ποιο είναι το πιο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της σε αυτό το momentum;
Αν δούμε τη μεγάλη εικόνα, το φαινόμενο αυτό θυμίζει την κρίση κοινωνικής αποκατάστασης των millennials, όπως τη βιώνουμε στα μέρη μας: χιλιάδες άνθρωποι της εργατικής ή της λεγόμενης «μεσαίας» τάξης, με χιλιάδες πιστοποιήσεις καλλιτεχνικών ή ανθρωπιστικών σπουδών, που πολιτικοποιήθηκαν – αρκετά βίαια, ίσως και χωρίς να το θέλουν – μέσα στα γεγονότα της πρώτης δεκαετίας των 00s (με αποκορύφωμα, φυσικά, την εξέγερση του 2008) και οι οποίοι, ως ώριμοι πλέον, κατέληξαν πως κάτι πρέπει να κάνουν με τις ζωές τους. Αυτή είναι μια πραγματικότητα που αγκαλιάζει, μάλλον, πολλά περισσότερα πεδία από τη μουσική, και η άνθηση, όπως λες κι εσύ, αυτών των σκηνών μοιάζει με μεταφορά του παραπάνω σχήματος.
Νομίζουμε, επίσης, πως η σκηνή δεν είναι μία, είναι πολλές σκηνές, διαιρούνται σε επίπεδα παρεών, στυλ, αυτονομίας κ.ο.κ., και πως κάποιες από αυτές τις σκηνές συνομιλούν μεταξύ τους, ενώ κάποιες άλλες όχι. Για παράδειγμα, σε αυτό το οικοσύστημα, εμείς δεν θα λέγαμε πως ανήκουμε στην αθηναϊκή indie, αλλά στην πειραγμένη post/synth-punk, παρότι έχουμε φίλες και φίλους και στην πρώτη.
- Πώς ερμηνεύετε εσείς αυτό το momentum; Από πού ξεκινάει και από τι κινδυνεύει;
Ξεκινά πολλές φορές και ταυτολογικά: υπάρχει μια σκηνή, δηλαδή, που ίσως νιώθει ότι «ήρθε η ώρα» της, η στιγμή να διαδοθεί σε ευρύτερα κοινά, σε νεαρότερες ηλικίες, σε απρόσιτες ταυτότητες. Είναι σημαντικό να σταθούμε και στο ίδιο το αίσθημα του momentum, έτσι δεν είναι; Και αν αυτό το αίσθημα (ή η πραγματικότητα του momentum) κινδυνεύει από κάτι, είναι το να πάρει τον εαυτό του πολύ σοβαρά: κινδυνεύει από μια αίσθηση μεγαλείου που κυριεύει τα πάντα, από ένα κάλεσμα στον καλλιτέχνη για πιο easy-listening δισκογραφία, από μια ματαίωση που πάντοτε ακολουθεί.
- Πόσο εύκολο είναι να ασκήσεις κριτική μέσα σε μια μικρή σκηνή όπου όλοι γνωρίζονται και χρειάζονται ο ένας τον άλλον; Για ποιο θέμα θα άξιζε να ανοίξει μια δύσκολη συζήτηση μεταξύ μας ή/και μεταξύ σας;
Δεν είναι καθόλου εύκολο, σίγουρα, το οποίο δεν είναι πάντοτε κακό, γιατί μπορεί κάποιες φορές να προλαμβάνει διάφορες κωλοσυμπεριφορές. Σε γενικές γραμμές, υπάρχει αλληλοϋποστήριξη μεταξύ των ανθρώπων, διότι τα ζόρια που τραβάμε είναι, πολλές φορές, παρόμοια. Η κάθε μπάντα κάνει αυτό που θεωρεί καλύτερο για την επιβίωσή της, και αυτό είναι κάτι που σεβόμαστε.
- Αν έπρεπε να χαρτογραφήσετε τη δική σας μουσική Αθήνα μέσα από τρεις στάσεις –έναν χώρο, μια μπάντα και μια βραδιά–, ποιες θα διαλέγατε; Πού θα στέλνατε κάποιον για να καταλάβει τι συμβαίνει πέρα από τα ονόματα στις αφίσες;
Θα κάναμε κολάζ αναμνήσεων για να επινοήσουμε μία. Ο χώρος θα ήταν το καφενείο Ναυαρίνου, σε ρόλο παράνομου μουσικοχορευτικού speakeasy. Θα έρχονταν οι μπάντες της Stanze Fredde. Θα ήταν Παρασκευή βράδυ, κάπου μέσα στην καραντίνα. Ίσως και να το κάναμε στη Rebound, τώρα που το σκέφτομαι, ίσως το μακρινό 2011, και να πηγαίναμε για after party στη «Μάχη», στην πλατεία Κολιάτσου. Εκεί θα ήταν μόνο Αθηναίοι και Αθηναίες, Nurse of War, Αράχνες, Kalte Nacht και άλλοι πολλοί. Όπως καταλαβαίνεις, μάλλον χρειαζόμαστε χρονομηχανή για να συνθέσουμε μια ιδανική νύχτα.
- Ποιο είναι το πιο δύσκολο πρακτικό εμπόδιο για μια μπάντα που ξεκινά σήμερα στην Αθήνα; Αν είχατε τη δυνατότητα να αλλάξετε ένα μόνο πράγμα στις υποδομές της σκηνής, ποιο θα ήταν αυτό;
Η έλλειψη πόρων είναι σίγουρα το πρώτο πρακτικό εμπόδιο που έρχεται στο μυαλό. Έπειτα, η απουσία οργανωμένης στήριξης, από την προώθηση μέχρι τη συνολικότερη υποδομή που χρειάζεται μια ανεξάρτητη μουσική σκηνή για να υπάρξει και να εξελιχθεί. Και μετά, η δυσκολία συνεννόησης· ίσως κι αυτή ένα σύμπτωμα των καιρών, σε μια εποχή που μοιάζει να δυσκολευόμαστε όλο και περισσότερο να βρούμε έναν κοινό τόπο. Θα επενδύαμε στο να δημιουργηθεί αυτός ο κοινός τόπος – είτε αυτός είναι ένας χώρος προβών και συναυλιών είτε μια δισκογραφική που θα στηρίζει ουσιαστικά τους καλλιτέχνες. Ένας πυρήνας γύρω από τον οποίο θα μπορούσε να αναπτυχθεί μια πραγματική κοινότητα, με συνέχεια και αλληλοστήριξη, αντί να προσπαθεί ο καθένας να επιβιώσει μόνος του.
- Μετά τις ευρωπαϊκές περιοδείες, ποια συνήθεια της αθηναϊκής σκηνής εκτιμήσατε περισσότερο και ποια σας φαίνεται ίσως πια πολύ δύσκολα ανεκτή ή και αδικαιολόγητη; Υπάρχει κάτι απλό που είδατε έξω και θα μπορούσε να λειτουργήσει κι εδώ;
Η αθηναϊκή σκηνή είναι συχνά πολύ πιο ζεστή από άλλες σκηνές στη βόρεια Ευρώπη. Το να βλέπεις το κοινό να χορεύει, να τραγουδάει τους στίχους και να αφηνιάζει είναι ανεκτίμητο. Τα πιο «δύσκολα» είναι ίσως η αμηχανία που υπάρχει στο να στηρίξεις οικονομικά τους μουσικούς είτε με εισιτήριο είτε με το merch. Στο εξωτερικό έχουμε δει αυτή την κουλτούρα στήριξης (σε DIY χώρους και μη) να είναι πιο κανονικοποιημένη. Προφανώς, αυτό έχει να κάνει και με τη μισθολογική ψαλίδα στην Ευρώπη.
- Dramachine, πού και πώς θέλετε να σας βρει το επόμενο καρέ;
Το επόμενο καρέ μάς βρίσκει εν κινήσει. Σε ένα τρένο εν μέσω περιοδείας (ίσως και σε άλλη ήπειρο), με νέες ανησυχίες και καινούργιες ιδέες για το τι σημαίνει να κάνουμε μουσική. Ελπίζουμε με λίγα παραπάνω κομφόρ!