Μουσικη

Nightfall – Ευθύμης Καραδήμας: «Ρίζες έχουν μόνο τα δέντρα»

Ετοιμάζονται να παρουσιάσουν ένα σκηνικό που ζυγίζει περισσότερα από 200 κιλά και μια metal συναυλία που θέλουν να θυμόμαστε
Δημήτρης Αθανασιάδης
ΤΕΥΧΟΣ 1015
1’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Nightfall - Συνέντευξη: Ο Ευθύμης Καραδήμας μιλάει στην ATHENS VOICE για τη σκηνική θεατρική έκπληξη που ετοιμάζουν στη συναυλία τους στο Fuzz Club, τη διαδρομή και τη νέα εποχή της μπάντας.

Το να μεγαλώνεις με metal στην Αθήνα μιας άλλης εποχής σήμαινε ότι κάποιος είχε ήδη αποφασίσει τι άνθρωπος είσαι, πριν καν ανοίξεις το στόμα σου. Έβλεπε τα μαλλιά, τα μαύρα δερμάτινα, τα καρφιά. Η ετυμηγορία έβγαινε γρήγορα. Εσύ, στο μεταξύ, έψαχνες έναν δίσκο που να χωράει όσα δεν μπορούσες να εξηγήσεις στο οικογενειακό τραπέζι. Και κάπου μακριά, έναν άγνωστο που θα άνοιγε τον φάκελό σου και θα καταλάβαινε. Ο Ευθύμης Καραδήμας θυμάται εκείνους τους φακέλους. Έστελνε και λάμβανε αρκετούς, υπογράφοντας με μία πένα αντί για στιλό.

Οι Nightfall, η μπάντα που ίδρυσε στις αρχές των 90s, συνέβαλε καθοριστικά στην ανάπτυξη και την εξωστρέφεια της ελληνικής metal σκηνής – την ίδια στιγμή που o Ευθύμης Καραδήμας πάλευε με την εσωστρέφεια και την κατάθλιψη. Υπέγραψαν πρώτοι συμβόλαιο με διεθνή δισκογραφική εταιρεία, ηχογράφησαν πρώτοι σε στούντιο στο εξωτερικό, έγιναν η πρώτη ελληνική metal μπάντα που κυκλοφόρησε βιντεοκλίπ και που έπαιξε σε ένα μεγάλο ευρωπαϊκό φεστιβάλ όπως το Wacken.

Τα χρόνια πέρασαν και σε λίγες μέρες, το Σάββατο 24 Οκτωβρίου, στο Fuzz σκοπεύουν να παρουσιάσουν για πρώτη φορά τη μεγαλύτερη παραγωγή τους στη χώρα με ένα σκηνικό που θα ζυγίζει περισσότερα από 200 κιλά. Η σκηνογράφος Μαρία Φιλίππου και ο κατασκευαστής σκηνικών Παναγιώτης Λαζαρίδης φέρνουν τη θεατρική τους εμπειρία σε μια μουσική που ξέρει να αναμετριέται με το σκοτάδι, για να δούμε κάτι καινούργιο. Κάτι που δεν έχει παρουσιαστεί ξανά στην Ελλάδα. Στη βραδιά συμμετέχουν οι Shattered Hope και οι Daylight Misery, που αποχαιρετούν το κοινό δίπλα στον άνθρωπο που τους παρακίνησε να ξεκινήσουν. Από εκεί ξεκινάμε τη συζήτησή μας.

–Τι κάνει τη συναυλία της 24ης Οκτωβρίου στο Fuzz ξεχωριστή για τους Nightfall;

Προσπαθούμε να ανεβάσουμε τον πήχη της συναυλιακής εμπειρίας στον metal χώρο. Μετά την πανδημία υπάρχει μια καλοδεχούμενη έξαρση συναυλιών και πιστεύω ότι η ζωντανή εμφάνιση έχει γίνει σημαντικότερη ακόμη και από τη στούντιο κυκλοφορία. Καλείσαι να ικανοποιήσεις και το αυτί και το μάτι. Τέσσερις, πέντε μαυροφορεμένοι που χτυπιούνται στη σκηνή είναι μια χαρά. Εμείς έχουμε μια πιο θεατρική προσέγγιση και τώρα θα την κάνουμε πράξη μαζί με μια ομάδα επαγγελματιών του θεάτρου. Αυτή η συνεργασία ανεβάζει τις απαιτήσεις. Ο κόσμος θα κρίνει με τα αυτιά, τα μάτια και τις υπόλοιπες αισθήσεις του αν τον ικανοποιεί το αποτέλεσμα. Το οπτικό κομμάτι συχνά στερείται πρωτοτυπίας. Για εμάς έχει έρθει η στιγμή να δοκιμάσουμε κάτι που βρίσκεται πιο κοντά στη δική μας προσέγγιση. Αυτή είναι η επιλογή μας.

–Γιατί δίνεις μεγαλύτερο βάρος στη ζωντανή εμφάνιση;

Στο στούντιο, αν το θέλουν η μπάντα και ο παραγωγός, δεν φεύγει τίποτα που να μην είναι εκατό τοις εκατό όπως το έχουν στο μυαλό τους. Στη συναυλία πρωταγωνιστεί ο ανθρώπινος παράγοντας. Η τεχνολογία βοηθάει, αλλά όλα αρχίζουν και καταλήγουν στον άνθρωπο: θα παίξεις καλά, θα ακουστείς καλά. Παλιά ο σωστός ήχος σε μια ακραία συναυλία ήταν στοίχημα. Μερικές φορές τον φανταζόσουν μέσα στη βαβούρα. Σήμερα μπορείς να αποδώσεις τον πραγματικό ήχο της μπάντας. Και λέμε «πήγα να τους δω». Ο θεατής σού αφιερώνει τον χρόνο του για να τον ταξιδέψεις εκεί όπου τον οδηγούν οι δίσκοι σου. Είναι η ευκαιρία να πας την τέχνη σου παραπέρα.

–Τι κρατάς από την ευρωπαϊκή περιοδεία με τους Possessed;

Τις καλύτερες αναμνήσεις. Περιμένουμε πώς και πώς να ξαναφύγουμε. Ήταν ένα crash test ύστερα από αρκετά χρόνια. Είχε προηγηθεί η Βραζιλία, αλλά μια ευρωπαϊκή περιοδεία με αμερικανική μπάντα έχει διαφορετικές απαιτήσεις και πολύ αυστηρό επαγγελματισμό. Είναι μια πλευρά της μουσικής που δύσκολα την αντιλαμβάνεται όποιος δεν έχει βρεθεί μέσα σ’ αυτή την επαγγελματική καθημερινότητα. Για εμάς η δοκιμασία αυτή είχε ιδιαίτερη σημασία. Οι παλιοί ακροατές χάρηκαν που μας ξαναείδαν στο σανίδι. Το ακόμη ομορφότερο ήταν ότι νέα παιδιά, που δεν μας είχαν δει ή δεν μας γνώριζαν καν, έγιναν φίλοι της μπάντας. Έχουμε μακρά πορεία, αλλά και μεγάλα κενά εξαιτίας δικών μου αποφάσεων, λόγω της κατάθλιψης. Τώρα συνδυάζουμε την εμπειρία με τη φρεσκάδα μιας μπάντας που εμφανίζεται ξανά έπειτα από χρόνια.

«Στα social media βλέπω συχνά ποιος φαίνεται καλύτερα, ποιος περνάει καλύτερα. Από το μοίρασμα του προβλήματος περάσαμε στο “είμαστε καλύτεροι, ζηλέψτε μας”. Μια συνεχόμενη γιορτή, χωρίς να έχει προηγηθεί κάποια δυσκολία και μια νίκη που να τη δικαιολογεί.» – Ευθύμης Καραδήμας, Nightfall

–Πώς βρήκες τη metal σκηνή στην Ευρώπη;

Ζωντανή, με περισσότερο κόσμο. Τα παιδιά εκείνων που πρωτοστάτησαν πριν από τριάντα και σαράντα χρόνια φέρνουν φρεσκάδα και αισιοδοξία. Το metal, όμως, είναι αντιδραστικό στον πυρήνα του. Δεν μπορείς να κάνεις το αντιδραστικό mainstream. Εμείς παραμένουμε οπαδοί περισσότερο από τριάντα χρόνια. Τα παιδιά μας γνωρίζουν τη σκηνή, ενημερώνονται. Θα την πιστέψουν εξίσου ή θα περάσουν σε άλλα μουσικά είδη; Αυτό μένει να φανεί. Η τεχνολογία και η άνθηση του ιδιώματος έχουν βοηθήσει πολύ να μεγαλώσει το κοινό. Το ερώτημά μου αφορά τη σταθερότητα αυτής της σχέσης, το πόσο θα αντέξει στον χρόνο.

–Τι σημαίνει να είσαι metalhead μετά τα πενήντα;

Δεν το σκέφτομαι. Είμαι εγώ, λειτουργώ ενστικτωδώς. Έχω περισσότερη εμπειρία και κατανόηση για τα δικά μου λάθη και των άλλων. Ζω μέσα στο κοινωνικό σύνολο όπως κάθε άνθρωπος. Παλιότερα ήμασταν στις παρυφές του. Με τα μακριά μαλλιά και τα καρφιά ήμασταν δακτυλοδεικτούμενοι, παιδιά προς αποφυγήν. Αυτό έχει γράψει μέσα μας, δεν ξεχνιέται. Σήμερα προσπαθούμε να ζήσουμε όπως όλοι. Έλεγα κάποτε ότι ήμασταν προβληματικά παιδιά που εξελιχθήκαμε σε προβληματισμένους νέους. Το «προβληματισμένοι» έχει παραμείνει και μετά τα πενήντα.

–Ποια λάθη αναγνωρίζεις στη διαδρομή σου;

Έκανα επιλογές που τις πλήρωσε η μπάντα. Το ότι εγώ ταλανιζόμουν από την κατάθλιψη δεν σήμαινε ότι έπρεπε να σταματήσουν οι Nightfall. Θεωρούσα επίσης πως, για να παίζουμε «για τη φανέλα», να είμαστε true, δεν έπρεπε να ζητάμε χρήματα ή να συμμετέχουμε σε συναυλίες από τις οποίες θα κέρδιζε κάποιος άλλος. Ήταν λάθος.

Μεγαλώσαμε στην Αθήνα του 1980 κι αρχίσαμε να καταθέτουμε τις εμπειρίες και τους φόβους μας τη δεκαετία του 1990. Ήταν δύσκολα χρόνια. Ο βιοπορισμός από τη μουσική συνδεόταν με τα λαϊκά και τα πανηγύρια. Ο δικός μας ήχος και η εμφάνισή μας ήταν κατακριτέα. Αυτό το περιβάλλον μάς διαμόρφωσε. Εκεί άρχισαν να καταγράφονται οι πρώτες μας εμπειρίες. Σηκώναμε το γάντι σε όσα συνέβαιναν γύρω μας, αντί να ακολουθούμε απλώς το ρεύμα της εποχής. Όλα αυτά τα κουβαλάς κι αργότερα.

–Γιατί πιστεύεις ότι οι Nightfall εξακολουθούν να αφορούν διαφορετικές γενιές;

Επειδή είμαστε ειλικρινείς με τους εαυτούς μας και με τον κόσμο, ακόμη και μ’ εκείνον στον οποίο δεν αρέσουμε. Είμαστε προκλητικοί προς όλες τις πλευρές. Δεν ακολουθούμε τα «πρέπει» μιας ομάδας, καταπίνοντας τις διαφωνίες για να μη χαλάσει η αρμονία της. Στην αρχή αυτό χτυπήθηκε. Σε αυτή τη γαμημένη ζωή πρέπει, βλέπεις, να διαλέξεις πλευρά.

Η δισκογραφία μας αποτυπώνει όσα νιώθουμε, φοβόμαστε, ονειρευόμαστε. Λειτουργούμε για προσωπικούς λόγους, για να σώσουμε την ψυχή μας. Όποιος θέλει, ακολουθεί. Υπάρχει η δική μου μάχη με την κατάθλιψη και η αποδοχή ευθυνών για πράγματα που εκτίμησα λάθος. Η προσέγγιση είναι ανθρώπινη. Εάν άλλοι τραγουδούν για θεούς, μοντέρνους ή ξεχασμένους, εμείς τραγουδάμε για τον άνθρωπο. Δεν σχεδιάζουμε τις κινήσεις μας με σκοπό να κερδίσουμε τις μάζες, να αγοράσουν δίσκους, μπλουζάκια ή εισιτήρια, ώστε να πούμε μετά ότι έχουμε τον λαό μας. Βλέπω πολλές προσπάθειες, ακόμη και στο metal, να οργανώνονται γύρω από την επιδίωξη της μεγάλης αποδοχής.

–Η μάσκα που φοράς στη σκηνή τι αποκαλύπτει;

Καλύπτει το μισό πρόσωπο και αντιπροσωπεύει τη μάχη με την κατάθλιψη, αλλά και το προσωπείο που βλέπει ο κόσμος σε έναν άνθρωπο που τη βιώνει. Είναι μια κατάσταση που τη ζεις μόνος σου. Οι άλλοι συχνά κρίνουν χωρίς να γνωρίζουν. Μπορεί να σε βλέπουν σαν κάτι τερατώδες που τους ενοχλεί και να σε χαρακτηρίζουν τοξικό. Άλλοτε βλέπουν το άλλο μισό: έναν ευχάριστο άνθρωπο, με τον οποίο θα έπιναν μια μπίρα.

Αυτά τα δύο είναι ένα. Πίσω από τη μάσκα υπάρχει ένας άνθρωπος που παλεύει να σταθεί στα πόδια του και να πει την αλήθεια του. Μπορεί να μην είναι καλή παρέα, γιατί δεν χωράει μέσα στα ρούχα του. Θλίβεται όταν στιγματίζεται, όταν τον βγάζουν έξω από το κοινωνικό σύνολο. Είναι σαν να δίνει εξετάσεις και το βαθμολογητήριο να το κρατούν οι γύρω του. Κι αυτό που ζει δεν μπορεί πάντα να το εκφράσει με έναν τρόπο που οι υπόλοιποι θεωρούν φυσιολογικό. Είναι δύσκολο. Θέλω ο κόσμος να βλέπει την προσπάθεια που κάνει αυτός ο άνθρωπος να σταθεί ξανά.

Εγώ ζητώ κατανόηση. Ούτε συμπάθεια ούτε λύπηση. Τα ψυχικά νοσήματα είναι κομμάτι της ανθρώπινης φύσης και πρέπει να αντιμετωπίζονται ανθρώπινα.

–Αναζητάτε σταθερά απαιτητικές συνεργασίες. Γιατί;

Είναι σεβασμός στην τέχνη που παράγουμε. Δεν αφήνουμε τον οποιονδήποτε να την αγγίξει στη γέννησή της. Μιλάμε με επαγγελματίες, και αρκετοί, όπως ο Eliran Kantor και ο Jacob Hansen, είναι παλιοί οπαδοί των Nightfall. Ξέρουν πώς σκεφτόμαστε και πώς προσεγγίζουμε τη μουσική. Δεν κάνουμε εκπτώσεις, Δημήτρη. Θέλουμε να πραγματοποιήσουμε αυτό που έχουμε στο μυαλό μας.

–Ακόμη κι αν αυτό σημαίνει μεγαλύτερο οικονομικό ρίσκο;

Οι εταιρείες δίνουν συγκεκριμένα χρήματα, που ζητούνται πίσω. Βλέπω καλλιτέχνες να εγκλωβίζονται σε προϋπολογισμούς και να κάνουν εκπτώσεις επειδή νομίζουν ότι δεν έχουν άλλη επιλογή. Εμείς, αν υπολογίσουμε ότι ένα άλμπουμ θέλει δέκα και τελικά χρειάζεται δεκαπέντε, θα τα επενδύσουμε. Δεν περιμένουμε από μια εταιρεία να καθορίσει πόσος χρόνος και πόσα χρήματα χρειάζονται για το έργο μας. Μπορεί στο τέλος να χάσουμε οικονομικά. Ευτυχώς, με τόσο μεγάλη δισκογραφία, ο συνολικός απολογισμός είναι θετικός. Η εταιρεία μπορεί να έχει το δικό της πλάνο. Εμείς πηγαίναμε πάντα ένα βήμα παραπέρα, ακόμη κι όταν αυτό σήμαινε ότι θα βάζαμε περισσότερα από την τσέπη μας.

«Έλεγα κάποτε ότι ήμασταν προβληματικά παιδιά που εξελιχθήκαμε σε προβληματισμένους νέους. Το “προβληματισμένοι” έχει παραμείνει και μετά τα πενήντα.» – Ευθύμης Καραδήμας, Nightfall

–Πώς ακούς σήμερα αυτή τη δισκογραφία;

Σαν ένα πολύχρωμο μωσαϊκό συναισθημάτων, ηχοχρωμάτων και απόψεων. Κάθε δίσκος αντανακλά όσα μας επηρέαζαν όταν τον δημιουργούσαμε. Είναι ένα ημερολόγιο εποχών. Ακούγοντας ένα άλμπουμ μας μαζί με άλλων συγκροτημάτων της ίδιας περιόδου, καταλαβαίνεις τι συνέβαινε τότε. Έχει μέσα του τις συνθήκες της σύνθεσης και της ηχογράφησης. Είναι και μια καταγραφή γεγονότων, πέρα από το ηχητικό προϊόν που κάποιος καλείται να αγοράσει.

Στα 90s προσπαθούσαμε όλοι να φτιάξουμε τον ήχο μας. Δεν υπήρχαν έτοιμοι ήχοι. Έτσι προέκυψαν δίσκοι ιδιαίτεροι, που χαρακτήρισαν μια ολόκληρη εποχή. Στα 00s η τεχνολογία έφερε καθαρότερες παραγωγές και διαφορετικές δυνατότητες στην εικόνα και στα εξώφυλλα. Εμένα μου αρκεί ένα τραγούδι, ένα ηχόχρωμα ή ένα εξώφυλλο για να θυμηθώ τον αγώνα που κάναμε, τι εργαλεία είχαμε και τι μπορούσαμε να πετύχουμε. Το αν εκείνοι οι δίσκοι ήταν καλοί ή κακοί ηχητικά δεν είμαι εγώ που θα το κρίνω σήμερα.

–Από πού θα πρότεινες να ξεκινήσει ένας νέος ακροατής;

Από το «Children Of Eve». Είμαι πάντα περήφανος για το τελευταίο, επειδή είναι το σήμερα. Μπορεί να μας ορίζει το παρελθόν, αλλά αυτό που μας κινεί είναι το παρόν. Από εκεί μπορεί να κατέβει τη σκάλα προς τα πίσω. Σε πόσα υπόγεια θα κατέβει είναι δικό του θέμα. Υπάρχουν αρκετές ιδέες και διαφορετικές πηγές έμπνευσης για να ανακαλύψει.

–Η απόστασή σας από το παιχνίδι των social media ήταν συνειδητή επιλογή;

Είχε να κάνει με το πρόβλημά μου. Θα μπορούσαμε να μην απέχουμε, αλλά εγώ το πήρα βαρέως και το ισοπέδωσα. Δεν απορρίπτω την εξέλιξη. Ρίζες έχουν μόνο τα δέντρα. Εμείς οφείλουμε να προχωράμε, να περπατάμε όσο μας βαστάνε τα πόδια μας, κυριολεκτικά και μεταφορικά.

–Τι άλλαξε από την αλληλογραφία των 90s στη σημερινή επικοινωνία;

Αλληλογραφούσαμε από ανάγκη να βρούμε ανθρώπους που σκέφτονταν σαν εμάς. Όταν το κοινωνικό και οικογενειακό περιβάλλον σού λέει συνεχώς ότι είσαι προβληματικός, το μαύρο πρόβατο, αρχίζεις να αναρωτιέσαι μήπως έχει δίκιο. Και ξαφνικά ανακαλύπτεις άλλους «εξωγήινους», που αντιμετωπίζουν την πραγματικότητα διαφορετικά, σε πιο απελευθερωμένα περιβάλλοντα.

Εδώ υπήρχαν άνθρωποι που είχαν ανδρωθεί στη χούντα και δεν ήθελαν να ακούσουν τίποτα καινούργιο, τίποτα ξενόφερτο. «Πατρίς, θρησκεία, οικογένεια» και τέλος. Η αλληλογραφία μάς έσωσε. Μας έδειξε ότι δεν ήμασταν μόνοι. Ανταλλάσσαμε τα προβλήματά μας και καταλαβαίναμε ότι είχαμε μια διαφορετική προσέγγιση στην πραγματικότητα. Βρίσκαμε ανθρώπους που μας έμοιαζαν, που λειτουργούσαν όπως εμείς. Αυτό είχε αξία.

Στα social media βλέπω συχνά το αντίστροφο: ποιος φαίνεται καλύτερα, ποιος περνάει καλύτερα. Από το μοίρασμα του προβλήματος περάσαμε στο «είμαστε καλύτεροι, ζηλέψτε μας». Μια συνεχόμενη γιορτή, χωρίς να έχει προηγηθεί κάποια δυσκολία και μια νίκη που να τη δικαιολογεί. Δείχνουμε πόσο κόσμο έχουμε, πόσο ωραία ρούχα, αμάξια, κιθάρες. Για μένα αυτό δεν οδηγεί κάπου. Υπάρχει όμως και ο παράγοντας ηλικία. Αν τα καταλάβαινα όλα, ίσως κάτι να μην πήγαινε καλά με τη νεολαία.

Δεν εννοώ ότι είμαστε ξεχασμένοι. Μας έχει ορίσει το παρελθόν μας, έχουμε κάνει τη διαδρομή μας. Δεν είμαστε το νέο κύμα. Είμαστε στο σήμερα, γιατί κάτι κάνουμε σωστά και ο κόσμος ανταποκρίνεται. Το αύριο είναι οι νέοι.

–Και πώς φαντάζεσαι το αύριο του metal;

Δεν έχω ιδέα. Παρατηρώ ότι ο ήχος καθαρίζει συνεχώς με τη βοήθεια της τεχνολογίας. Κάποτε θα φτάσει σε ένα όριο. Ίσως τότε υπάρξει επιστροφή στις παλιές, μονολιθικές παραγωγές ως άποψη. Ίσως συμβεί μια επανάσταση ανάλογη μ’ εκείνη του ηλεκτρονικού ήχου, κάτι που δεν έχουμε ξανακούσει. Δεν ξέρω τι μπορεί να εμφανιστεί πέρα απ’ όσα χρησιμοποιούμε σήμερα.

–Σε κερδίζει περισσότερο ένα μεγάλο φεστιβάλ ή ένα club;

Όλα αρχίζουν από τον σεβασμό. Πώς φέρεται ο υπεύθυνος του χώρου στους μουσικούς, στους συντελεστές και στον κόσμο που πληρώνει εισιτήριο και αφιερώνει χρόνο. Όταν λέω συντελεστές, εννοώ και τον οδηγό του λεωφορείου και τον άνθρωπο που σηκώνει την τράσα. Αν συνεργάζεσαι με επαγγελματίες που αγαπούν αυτό που κάνουν και σέβονται όλους αυτούς, μπορείς να περάσεις υπέροχα οπουδήποτε: σε ανοιχτό χώρο, σε κλαμπ, σε υπόγειο ή σε ρετιρέ. Αν λείπει αυτός ο σεβασμός, τα πράγματα δυσκολεύουν. Από εκεί ξεκινάει για μένα η ποιότητα της συνολικής εμπειρίας.

–Μετά την Αθήνα έρχονται Πάτρα, Ιωάννινα, Λάρισα και, το 2027, Πορτογαλία και Νορβηγία. Πώς σας βρίσκει αυτή η εξέλιξη;

Ενθουσιασμένους. Είναι μεγάλη υπόθεση να κρατάς μέσα σου τον ενθουσιασμό του μικρού παιδιού. Μέσα στην ατυχία της αποξένωσης από τη νέα γενιά, λόγω της απουσίας συναυλιών, υπάρχει κάτι όμορφο: εμφανιζόμαστε σαν καινούργιοι, έχοντας όμως τριάντα χρόνια ιστορίας. Πολλοί γνωρίζουν τους Nightfall, αλλά δεν μας έχουν δει ποτέ. Αυτή η πρώτη συνάντηση έχει ξεχωριστό ενδιαφέρον και για εμάς.

Μπορούμε να συστηθούμε ξανά χωρίς το άγχος να εντυπωσιάσουμε ή να πιάσουμε νούμερα. Αυτοί είμαστε. Αν αρέσουμε, καλώς. Το μόνο που θέλουμε να αποδείξουμε στους εαυτούς μας είναι ότι έχουμε ακόμη αυτό που είχαμε χθες. Είμαι περήφανος για τη δισκογραφία μας. Μεγάλη υπόθεση.

–Το ατύχημα που μετέθεσε τη συναυλία άλλαξε τον τρόπο που βλέπεις τη ζωή;

Η ζωή σού υπενθυμίζει ότι δεν είσαι ούτε άτρωτος ούτε αθάνατος. Όσα μπορείς να κάνεις σήμερα, κάν’ τα σήμερα. Αν χρειάζεται να πάρεις απόσταση από μια κατάσταση, δούλεψέ τη στο μεταξύ.

Αυτό κάναμε εμείς στο σχεδόν εξάμηνο από το ατύχημα μέχρι τη συναυλία: αποφασίσαμε να αναβαθμίσουμε τη σκηνική μας παρουσία και το κάναμε πράξη. Δεν μείναμε να περιμένουμε μοιρολατρικά πότε θα περάσει ο καιρός για να ενεργοποιηθούμε ξανά. Το κυνηγάς. Κι όταν με ρωτούν πώς νιώθω για όσα έγιναν, λέω: «Shit happens».