- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- VOICE RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Γιάννης Αγγελάκης: «Η σύγχρονη μουσική δεν έχει εγγενώς σύνορα»
Ο συνθέτης μας καλεί να ξανασκεφτούμε τι σημαίνει «σύγχρονο» στη μουσική και την τέχνη
Γιάννης Αγγελάκης: Ο συνθέτης και καλλιτεχνικός επιμελητής μιλάει στην ATHENS VOIE για τη διοργάνωση «Πολλαπλά παρόντα» και την ανάγκη να ανανεώσουμε τον τρόπο με τον οποίο ακούμε μουσική
Τι σημαίνει σήμερα «σύγχρονο» στη μουσική; Πώς μπορούν οι ήχοι του παρελθόντος να συνομιλήσουν με τις πιο τολμηρές αναζητήσεις του παρόντος και πώς μπορεί η μουσική να μας εκπλήξει ξανά, έξω από γνώριμες αισθητικές και ακουστικές βεβαιότητες; Με αυτές τις σκέψεις ως αφετηρία, ο συνθέτης Γιάννης Αγγελάκης, σύμβουλος καλλιτεχνικού προγραμματισμού της Εναλλακτικής Σκηνής της Εθνικής Λυρικής Σκηνής και καλλιτεχνικός επιμελητής των Ημερών Σύγχρονης Μουσικής, σχεδιάζει μια διοργάνωση που επιχειρεί να επαναπροσδιορίσει τη σχέση μας με τη μουσική δημιουργία του 20ού και του 21ου αιώνα.
Από τις 25 Οκτωβρίου έως τις 14 Νοεμβρίου 2026, η Εναλλακτική Σκηνή της ΕΛΣ στο ΚΠΙΣΝ φιλοξενεί ένα πρωτοφανές για τα ελληνικά δεδομένα σύνολο 18 συναυλιών, με τη συμμετοχή περισσότερων από εκατό καλλιτεχνών. Υπό τον τίτλο «Πολλαπλά παρόντα», οι Ημέρες Σύγχρονης Μουσικής φέρνουν σε διάλογο εμβληματικά έργα, έξι νέες αναθέσεις σε Έλληνες και Ελληνίδες συνθέτες και συνθέτριες, πρώτες εκτελέσεις και επανεκτελέσεις, αμφισβητώντας τα στεγανά ανάμεσα στο παλιό και το καινούργιο, στο οικείο και το απρόβλεπτο.
Γιάννης Αγγελάκης: Συνέντευξη για τη διοργάνωση «Πολλαπλά παρόντα»
Στη συνέντευξή του στην ATHENS VOICE, ο Γιάννης Αγγελάκης μιλά για το όραμα πίσω από τη διοργάνωση, τη θέση της σύγχρονης μουσικής στο ελληνικό πολιτιστικό τοπίο και την ανάγκη να δημιουργήσουμε νέους τρόπους ακρόασης, πιο ανοιχτούς, τολμηρούς και ζωντανούς.
- Ποια ανάγκη γέννησε την πρωτοβουλία των Ημερών Σύγχρονης Μουσικής και τι φιλοδοξεί να προσφέρει στο ελληνικό μουσικό τοπίο;
Οι Ημέρες γεννήθηκαν από μια διπλή ανάγκη: να αποκτήσει η σύγχρονη μουσική δημιουργία μια σταθερή θεσμική στέγη και, παράλληλα, να ξανασκεφτούμε τι σημαίνει σήμερα «σύγχρονο». Όχι ως απλή χρονολογική κατηγορία ή συγκεκριμένη αισθητική, αλλά ως σχέση με τη μουσική του 20ού και του 21ου αιώνα, με τον μοντερνισμό και την πρωτοπορία, με τις ρήξεις αλλά και τις συνέχειες της μουσικής παράδοσης. Στα ελληνικά δεδομένα, μια διοργάνωση τέτοιας κλίμακας, με νέες αναθέσεις, πρώτες εκτελέσεις και αφιερώματα σε δημιουργούς της εποχής μας που συνεχίζουν να μας εμπνέουν και να μας συγκινούν, είναι πρωτοφανής. Ωστόσο, δεν φιλοδοξούμε να εντυπωσιάσουμε με τους αριθμούς και την ποσότητα. Θέλουμε η ποικιλία των παραστάσεων που προτείνουμε να ενεργοποιήσει τη μουσική κοινότητα, να ερεθίσει τη φαντασία του κοινού και να ανανεώσει τον τρόπο με τον οποίο συναντιόμαστε με τη μουσική, δημιουργώντας χώρο για νέες εμπειρίες και απρόβλεπτες συνδέσεις.
- Πώς επιλέχθηκε ο τίτλος «Πολλαπλά παρόντα» και πώς αποτυπώνεται η ιδέα του στο πρόγραμμα;
Επέλεξα αυτόν τον τίτλο επειδή δεν πιστεύω ότι το παρόν είναι ένα και ενιαίο. Είναι πολύμορφο, συχνά χαοτικό και δύσκολο να ταξινομηθεί με έναν απλό τρόπο. Διαφορετικές αισθητικές, γλώσσες και μουσικές ιστορίες συνυπάρχουν στον ίδιο χρόνο, χωρίς να χρειάζεται να ενταχθούν σε μια γραμμική αφήγηση. Αυτό αποτυπώνεται στην ετερόκλητη φυσιογνωμία του προγράμματος: τραγούδι, ηλεκτρονικά και υβριδικά μέσα, ακουστική μουσική, θόρυβος, χορευτικές φόρμες, θεατρικές προσεγγίσεις, βίντεο και κινηματογράφος, από σύγχρονες αναζητήσεις μέχρι αναφορές στο Μπαρόκ, από νέες αναθέσεις, έργα που κάποτε υπήρξαν πρωτοποριακά και σήμερα αποτελούν μέρος του ρεπερτορίου, μέχρι παλιότερες μουσικές που εξακολουθούν να γεννούν νέες ιδέες. Όλα αυτά μπορούν να είναι σύγχρονα, να μας αφορούν και να μας εξελίσσουν. Δεν θέλω να επιβάλω έναν ορισμό του σύγχρονου, αλλά να αφήσω διαφορετικές εκδοχές του να συνυπάρξουν και να δοκιμαστούν μεταξύ τους. Το καινούργιο δεν είναι αυτομάτως πιο ζωντανό επειδή γράφτηκε σήμερα, ούτε το παλιό έχει χάσει τη δυνατότητα να μας εκπλήσσει και να μας φανερώνει νέα βιώματα και νέες σκέψεις.
- Ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση στη συνύπαρξη των αφιερωμάτων σε εμβληματικούς συνθέτες με τις νέες αναθέσεις και τη σημερινή μουσική δημιουργία;
Ήθελα να αποφύγω τα αφιερώματα που αντιμετωπίζουν τους συνθέτες σαν εκθέματα ενός μουσείου. Γι’ αυτό επέλεξα να εντάξω τις νέες αναθέσεις στις ίδιες συναυλίες με τα αφιερώματα. Πολλές σχεδιάστηκαν ειδικά γι’ αυτά, έπειτα από συζήτηση με τους δημιουργούς, οι οποίοι γνώριζαν τα έργα που θα παρουσιάζονταν και άντλησαν από αυτά υλικό, ιδέες και αφορμές. Μάλιστα, αρκετές από τις νέες συνθέσεις δεν θα παρουσιαστούν ως αυτοτελή έργα, αλλά θα παρεμβληθούν ανάμεσα στα ιστορικά έργα, θα εισχωρήσουν στις ρωγμές τους, θα συνομιλήσουν μαζί τους και θα διαταράξουν δημιουργικά τον τρόπο με τον οποίο τα ακούμε. Έτσι, οι παλαιότερες και οι νέες μουσικές δεν συνυπάρχουν απλώς στο ίδιο πρόγραμμα· αλληλοδιεισδύουν, φωτίζονται και μεταμορφώνονται μέσα από τη συνάντησή τους. Αυτός ήταν ένας από τους βασικούς μου στόχους ως επιμελητή: να αναδείξω τη σύγχρονη μουσική ως έναν ζωντανό οργανισμό που συνομιλεί με την ιστορία του, ανατροφοδοτείται, αμφισβητεί τον εαυτό του και διαρκώς μεταμορφώνεται.
- Πώς μπορεί η σύγχρονη μουσική να απευθυνθεί σήμερα σε ένα ευρύτερο κοινό, πέρα από τους ήδη μυημένους;
Δεν χρειάζεται να είσαι μυημένος για να ακούσεις σύγχρονη μουσική. Χρειάζεται να είσαι ανοιχτός στην εμπειρία του άγνωστου. Η μουσική μπορεί να σε αγγίξει προτού προλάβεις να εξηγήσεις γιατί. Δεν πιστεύω, λοιπόν, ότι το πρόβλημα βρίσκεται αποκλειστικά στο κοινό. Από τη μία, ο ακροατής μπορεί να αισθάνεται ότι του λείπει ένας κώδικας για να προσεγγίσει ένα έργο. Από την άλλη, ο καλλιτέχνης μπορεί να θεωρεί ότι το κοινό οφείλει πρώτα να αποκτήσει τις απαραίτητες γνώσεις για να μπορέσει να το ακούσει. Έτσι, όμως, η επικοινωνία γίνεται προϋπόθεση αντί να αποτελεί ζητούμενο. Αν ο δημιουργός επιδιώκει πραγματικά μια βιωματική σχέση με το κοινό, θα βρει τον τρόπο να την οικοδομήσει. Το ίδιο ισχύει και για τους θεσμούς. Οφείλουν να ανοίξουν τις πόρτες και τις κεραίες τους προς νέους ανθρώπους, διαφορετικά είδη και ζητήματα που διατρέχουν την κοινωνία. Να μη λειτουργούν φοβικά, περιχαρακωμένοι σε μικρούς κύκλους ομοϊδεατών. Η σύγχρονη μουσική δεν έχει εγγενώς σύνορα· συχνά τα επιβάλλει ο ακαδημαϊσμός που την περιβάλλει. Όσο περισσότερο αποδεσμευόμαστε από αυτά τα στεγανά, τόσο περισσότερες δυνατότητες έχουμε να συναντήσουμε ανθρώπους που δεν θα έμπαιναν ποτέ σε μια αίθουσα σύγχρονης μουσικής. Το ζητούμενο δεν είναι να απλοποιήσουμε τη μουσική για να γίνει προσιτή, αλλά να διευρύνουμε τους τρόπους με τους οποίους μπορεί να επικοινωνήσει. Να βγει από τον κλειστό της κύκλο και να διεκδικήσει τη θέση της στη ζωντανή πολιτιστική εμπειρία της κοινωνίας.
- Τι πιστεύετε ότι λείπει σήμερα από τον τρόπο με τον οποίο ακούμε και προσεγγίζουμε τη σύγχρονη μουσική στην Ελλάδα;
Μας λείπει, πρώτα απ’ όλα, η σύνδεση με την παράδοση. Γνωρίζουμε σχετικά καλά το ρεπερτόριο του Μπαρόκ, του Κλασικισμού και του Ρομαντισμού, αλλά συχνά αγνοούμε μεγάλο μέρος της μουσικής του 20ού αιώνα. Έτσι, ο 21ος αιώνας μοιάζει να προσγειώνεται από το πουθενά. Είναι ζήτημα εκπαίδευσης, αλλά και πολιτιστικής πολιτικής. Ο μοντερνισμός και η πρωτοπορία μας παρουσιάζονται συχνά ως απομάκρυνση από την ομορφιά και τον ανθρωπισμό. Εγώ βλέπω το αντίθετο: μια βαθιά προσπάθεια επαναπροσδιορισμού του ήχου, της έκφρασης και της ανθρώπινης εμπειρίας. Μας λείπει, επίσης, η τόλμη στον προγραμματισμό: να συνδυάζουμε αντιθετικά είδη και απρόσμενες αναφορές, να συνδέουμε τη μουσική με άλλες τέχνες και, γενικώς, να ρισκάρουμε. Η παράδοση δεν είναι καταφύγιο από το παρόν· είναι υλικό που μπορούμε να ανασυνθέσουμε, να αμφισβητήσουμε και να μεταμορφώσουμε σε κάτι νέο.
- Ποιο είναι το μεγαλύτερο στοίχημα για την πρώτη διοργάνωση των Ημερών Σύγχρονης Μουσικής;
Το μεγαλύτερο στοίχημα είναι να συμβεί κάτι απρόβλεπτο: να μετατραπεί το φεστιβάλ σε μια έκρηξη των αισθήσεων και των ιδεών. Να γίνει η Εναλλακτική Σκηνή ένα εργαστήριο αισθητικών ζυμώσεων, όπου διαφορετικές μουσικές γλώσσες, τέχνες και αντιλήψεις συναντιούνται, συγκρούονται και αλληλοτροφοδοτούνται, γεννώντας κάτι που δεν υπήρχε πριν. Μια εμπειρία που θα κλονίσει βεβαιότητες, θα διευρύνει τα όρια της ακρόασης και θα μας κάνει να ανακαλύψουμε ξανά ακόμη κι εκείνα που νομίζαμε πως γνωρίζουμε. Κι ελπίζω αυτή η έκρηξη να μη σβήσει με το τελευταίο χειροκρότημα, αλλά να διαχυθεί έξω από την αίθουσα. Να αφήσει ένα αποτύπωμα που δεν θα μετριέται μόνο σε συναυλίες, αλλά και σε όσα θα αρχίσουν να συμβαίνουν μετά από αυτές. Όχι άλλη μία διοργάνωση στο ημερολόγιο, αλλά μια έκρηξη στο ίδιο το σώμα της σύγχρονης μουσικής.