- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- VOICE RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Ραφαήλ Μελετέας: «Ήθελα ο δίσκος να έχει σπιτικό χαρακτήρα»
Ο καλλιτέχνης μιλάει στην ATHENS VOICE για το «Someone Else» που μόλις κυκλοφόρησε από τη Veego Records
Ο Ραφαήλ Μελετέας μιλάει στην ATHENS VOICE για τη δημιουργία του ντεμπούτου του «Someone Else», τις κινηματογραφικές του επιρροές και τη ζεστή, σπιτική αισθητική του δίσκου
Ο Γάλλος ψυχαναλυτής Ζακ Λακάν έλεγε ότι το «ασυνείδητο είναι δομημένο σαν γλώσσα», μια φράση που πιθανότατα μπορείς να αντιληφθείς, αλλά πολύ δύσκολα μπορείς να διατυπώσεις με άλλα λόγια. Από τότε που πρωτοδιάβασα αυτή τη φράση, συνηθίζω να σκέφτομαι με αυτόν τον μεταφορικό τρόπο για πολλά πράγματα. Για παράδειγμα, ένα άλμπουμ είναι δομημένο σαν σπίτι. Και το «Someone Else» του Ραφαήλ Μελετέα είναι ένα σπίτι ζεστό, ανθρώπινο, με γωνιές που μπορείς να περάσεις υπέροχες στιγμές. Από την πρώτη ακρόαση, είναι υποψήφιο για τη δεκάδα με τα καλύτερα της χρονιάς. Ένας σπουδαίος δίσκος: για να τον ακούσεις, αλλά κυρίως για να κατοικήσεις μέσα του…
- Πριν ξεκινήσουμε τη συζήτησή μας για το «Someone Else», θα ήθελα να σε παρακαλέσω να μου συστήσεις τον σκύλο σου, που βρίσκεται μαζί σου σχεδόν σε κάθε φωτογραφία. Πώς είναι το όνομά του και με ποιους τρόπους συμμετείχε στη δημιουργία και την ηχογράφηση του δίσκου;
Φυσικά! Είναι η Conga, είναι τριών ετών και την έχω από τριών μηνών. Είναι ο σκύλος που μόλις κάτσεις να παίξεις κάποιο μουσικό όργανο, αυτόματα, από εκεί που σου ζητάει απεγνωσμένα προσοχή και χάδια, σταματάει και κάθεται να ακούσει! Η Conga οριακά έχει ακούσει περισσότερη μουσική από εμένα αυτά τα τρία χρόνια, καθώς αρκετές φορές που λείπω από το σπίτι μπορεί να αφήσω κάποια playlist στο σπίτι να παίζει. Έχει μάθει από μόνη της να κάθεται και να κάνει ησυχία όταν με βλέπει να στήνω μικρόφωνα για να ηχογραφήσω κάτι ή όταν κάνουμε πρόβες στο σπίτι. Σκέφτομαι, από την άλλη, κρίμα που δεν ακούστηκε έστω και λίγο κάποια στιγμή σε κάποιο από τα κομμάτια του άλμπουμ, γιατί θα το κρατούσα, ήταν πολύ ήσυχη γενικά! Μπορώ επίσης να πω ότι, στη δική μου περίπτωση, η ευθύνη ενός σκύλου έχει αλλάξει την καθημερινότητά μου, αλλά με ωραίο τρόπο, με έχει βάλει περισσότερο σε πρόγραμμα.
- Το «Someone Else» είναι ένας δίσκος που ακούγεται παράξενα οικείος, σαν να σου φέρνει κάτι στο μυαλό χωρίς να τον έχεις ξανακούσει. Συμφωνείς ότι υπάρχει μια τέτοια αίσθηση κι αν ναι, για ποιους λόγους πιστεύεις ότι δημιουργείται;
Σίγουρα ακούγεται οικείο σε κάποιον που έχει ακούσει jazz, funk, soft rock, soundtracks και γενικότερα μουσικές προηγούμενων δεκαετιών. Όμως πιστεύω ότι, καθώς ένα άλμπουμ δημιουργήθηκε σε ένα σπίτι και αυτό το βλέπεις ήδη από το εξώφυλλό του, όπως και ο ζεστός του ήχος σε συνδυασμό με καθημερινούς ήχους, το κάνουν ακόμα πιο «cozy» και οικείο. Τα κομμάτια ως συνθέσεις είναι αρκετά απλά, βασισμένα σε απλά θέματα, χωρίς τρομερές ενορχηστρώσεις και περαιτέρω αυτοσχεδιασμούς κι έχουν σκοπό να σε κάνουν απλά να περνάς καλά καθώς το ακούς. Ήθελα ο δίσκος να έχει αυτόν τον σπιτικό χαρακτήρα και χαίρομαι πολύ που τελικά αυτό βγήκε προς τα έξω.
- Υπάρχει κάτι πολύ κινηματογραφικό στοιχείο στη μουσική σου, χωρίς όμως να υπάρχει απαραίτητα μια ταινία από πίσω. Όταν γράφεις, υπάρχουν ήδη εικόνες που τρέχουν στο μυαλό και που μετατρέπονται σε μουσική;
Η αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχουν σχεδόν ποτέ εικόνες όταν γράφω μουσική, αλλά δημιουργώ πάρα πολλές όταν ακούω μουσική. Το ωραίο της διαδικασίας είναι ότι πάνω στο γράψιμο θα βγει κάτι, μια μικρή ιδέα ή κάποιο άλλο όργανο που δεν υπολόγιζα, τότε θα με πάει σε μια άλλη κατεύθυνση, θα μου δημιουργήσει ένα διαφορετικό συναίσθημα ή μια διαφορετική εικόνα. Το κινηματογραφικό στοιχείο υπάρχει πολύ γιατί έχω επηρεαστεί από αρκετά ιταλικά, βρετανικά, αμερικάνικα αλλά και ελληνικά soundtracks των δεκαετιών του 1960 και 1970, χωρίς όμως να θέλω να κάνω μια αναπαραγωγή του είδους εκείνης της εποχής ή να φτιάξω κάτι νοσταλγικό. Είναι ωραίο να δημιουργεί ο κάθε ακροατής τη δική του ταινία καθώς το ακούει.
- Έχεις πει ότι το άλμπουμ ξεκίνησε σχεδόν ως άσκηση instrumental μουσικής. Πότε κατάλαβες ότι ενδεχομένως χρειαζόταν και η ανθρώπινη φωνή; Και γιατί μόνο σε δύο τραγούδια;
Πράγματι, έτσι είχε ξεκινήσει. Αυτό ήταν κάτι που συνέβη εντελώς τυχαία και χωρίς να το έχω σκεφτεί. Τα πρώτα κομμάτια με τη σειρά που τα είχα ηχογραφήσει ήταν τα «Day Off», «January 3rd», «Brushes, Strings» και «Quincy’s Spring». Ένα βράδυ, είχα πιάσει την κιθάρα και μου ήρθε μια ωραία σειρά ακόρντων με τρία διαφορετικά θέματα κι όπως έπαιζα, τα ηχογράφησα κατευθείαν στο κινητό. Άρχισα να οραματίζομαι πώς θα μπορούσε να εξελιχθεί όλο αυτό. Έγραψα την επόμενη ημέρα το υπόλοιπο rhythm section (ντραμς, μπάσο), ενώ είχα φτιάξει μια αρκετά απλωμένη μελωδία για κάποιο πνευστό. Δοκιμάζοντας στην ηχογράφηση, δεν μου έκανε το κλικ και μου φαινόταν αρκετά μονότονο, σαν να μην συμβαίνει τίποτα, ένα πράγμα. Βγαίνοντας μια βόλτα με την Conga, άρχισε να παίζει στο κεφάλι μου μια φωνητική μελωδία, πιο «syncopated», τσαχπίνικη να το πω απλά. Γυρίζω κατευθείαν στο σπίτι και, με το προηχογραφημένο rhythm section της προηγούμενης μέρας, άρχισα να μουρμουράω αυτή τη μελωδία και ταυτόχρονα να τα ηχογραφώ και στο κινητό για να μην ξεχάσω την ιδέα. Κάτι θα γίνει τώρα, είπα. Έκατσα να γράψω στίχους, δεν ήθελα να το τραγουδήσω στην αρχή εγώ, αλλά από το πρώτο take μου φάνηκε ωραία δεμένο και το κράτησα. Έγραψα άλλα δύο κανάλια με φωνή, και έτσι δημιουργήθηκε το «Someone Else». Αφού ηχογράφησα και τα υπόλοιπα όργανα και το τελείωσα, σκέφτηκα «μάλλον δεν ταιριάζει με τα προηγούμενα που ήδη έχω» και ήταν πολλές οι φορές που έλεγα να ξαναπιάσω το project από την αρχή. Όμως, μετά από πολλές σκέψεις, κατέληξα στο να φτιάξω άλλο ένα τραγούδι σε αντίστοιχο ύφος με το Someone Else, το «May 19th», και να βρίσκονται κάπου στη μέση της διάρκειας του δίσκου, ώστε να σου δίνει και μια άλλη εικόνα. Τα τελευταία κομμάτια που ηχογράφησα ήταν το «Doorbell» και το «Three Afternoons», με το δεύτερο να αποτελεί τη «γέφυρα» μεταξύ των δύο vocal κομματιών.
- Ο τίτλος «Someone Else» μοιάζει να αναφέρεται σε μια διαφορετική εκδοχή του εαυτού σου. Τελειώνοντας τον δίσκο, ένιωσες ότι γνώρισες κι έναν άλλο Ραφαήλ;
Μπορώ να πω πως ναι. Αρχικά, ποτέ δεν είχα καθίσει να αναπτύξω τόσο πολύ ιδέες που μου έρχονταν, να κάτσω να τις ηχογραφήσω και να βγει αυτό το αποτέλεσμα. Παλαιότερα ηχογραφούσα μικρά θέματα με διάφορα μουσικά όργανα, αλλά τελικά ανέβαζα ελάχιστα στο διαδίκτυο. Η συγκεκριμένη δουλειά, παρότι στο τέλος της είπα πολλές φορές «τελικά δεν είναι πολύ καλά γραμμένο» ή «μπα, ας μην το βγάλω καλύτερα, είναι πολύ παλιακό» και πέρασε από πολλές φάσεις (οριακά να μην βγει ποτέ), βοηθήθηκε από όλους τους δικούς μου ανθρώπους που, ακούγοντάς το, μου είπαν «Κυκλοφόρησέ το όπως είναι». Μου έδωσαν δύναμη στο να πιστέψω σε εμένα αλλά και στη δουλειά που έκανα αυτούς τους έξι μήνες και να συνειδητοποιήσω ότι «ναι, δεν είναι τέλειο, αλλά έχει προσωπικότητα». Τους ευχαριστώ πάρα πολύ για όλη τη δύναμη που μου έδωσαν!
- Σχεδόν ολόκληρο το άλμπουμ το έφτιαξες μόνος σου. Πέραν από το ότι κάτι τέτοιο αποτελεί μια μορφή απόλυτης καλλιτεχνικής ελευθερίας, τι άλλα θετικά και τι αρνητικά μπορεί να υπάρχουν σε σχέση με το να δουλεύεις με μπάντα;
Πράγματι, ο μόνος άνθρωπος που έδωσε την τελευταία πινελιά ήταν ο Πάνος Μπόθος που έκανε το mastering του άλμπουμ. Είναι μια μορφή ελευθερίας σίγουρα, αλλά είναι μια διαδικασία που προσωπικά, σε εμένα, δεν λειτουργεί σε καθημερινή βάση. Πρέπει να έχω πει ότι αφοσιώνομαι μια ή δύο μέρες σε αυτό, και να το ξαναπιάσω μετά από κάποιες μέρες με πιο «καθαρά αυτιά». Ο λόγος που έγραφα σχεδόν ένα κομμάτι το μήνα δεν ήταν ότι δεν είχα ελεύθερο χρόνο, αλλά ότι ήθελα να αφοσιωθώ πραγματικά σε αυτή τη διαδικασία της σύνθεσης-ενορχήστρωσης-ηχογράφησης. Σίγουρα παίρνει πολύ περισσότερο χρόνο να το κάνεις μόνος σου, αλλά προσαρμόζεις το αποτέλεσμα που βγαίνει στα μέτρα σου και όπως εσύ θέλεις. Όμως έχει άλλη γοητεία το να παίζεις, να συνθέτεις και να ηχογραφείς με μπάντες και με άλλους μουσικούς γενικότερα. Όλοι βάζουν το προσωπικό τους ύφος και στυλ, γίνεται ένα ωραίο μαγείρεμα, στο οποίο μπορεί να προκύψουν ιδέες ή μικρά θέματα, που αν παίζεις μόνος σου δύσκολα θα έρθουν. Δεν θα πω τι είναι καλύτερο, καθώς τα θεωρώ δύο διαφορετικά πράγματα, που μου αρέσουν και τα δύο πάρα πολύ.
- Υπάρχει μια ενδιαφέρουσα αντίφαση στον δίσκο: χρησιμοποιείς πολύ παλιές αισθητικές —library music, easy listening, jazz, soundtrack— αλλά το αποτέλεσμα δεν ακούγεται σαν άσκηση αναβίωσης, αντίθετα ακούγεται πολύ φρέσκο. Πώς το πετυχαίνεις αυτό;
Σωστά, αυτό είναι κάτι που μπορεί να μου βγαίνει και ασυνείδητα. Ποτέ δεν σκέφτηκα «Ας φτιάξω ένα άλμπουμ σαν να βγήκε ακριβώς από τότε». Ήθελα απλώς να ενώσω τις επιρροές που είχα από τις μουσικές που άκουγα εκείνη την περίοδο και μου έδιναν πολύ έμπνευση. Μπάντες όπως οι Soyuz, οι Loving, οι Sylvie αλλά και καλλιτέχνες όπως ο Sven Wunder ή ο Greg Foat, ενώ αναβιώνουν αυτή την αισθητική και τον ήχο των ’60s και των ’70s, δεν δημιουργούν σε καμία περίπτωση μουσική μουσειακή, αντιθέτως τη φέρνουν στο σήμερα με έναν δικό τους τρόπο και καταλαβαίνεις ότι υπάρχει «φρεσκάδα» ακούγοντάς τους. Κι εγώ, έχοντας πολύ αυτά τα ακούσματα, εκτός από αυτά της κλασικής τζαζ ή της παλιάς library και τις ενορχηστρώσεις του Ennio Morricone, του Paul Mauriat, του Syd Dale κ.ά., ήθελα να τα φέρω στο δικό μου ύφος, αλλά και στο σήμερα, όμως αυτή τη φορά με μια προσέγγιση πιο «σπιτική».
- Το «Someone Else» νιώθω ότι είναι ένας αισιόδοξος δίσκος χωρίς να γίνεται ποτέ χαρούμενο με την τρέχουσα έννοια. Από πού προέρχεται αυτή η φωτεινότητα; Είναι κάτι που υπάρχει στον χαρακτήρα σου ή κάτι που αναζητούσες όταν έφτιαχνες τον δίσκο;
Δεν είναι κάτι που αναζητούσα σίγουρα, αλλά ίσως και να πηγάζει από τον χαρακτήρα μου. Δεν θα πω επίσης ότι είναι ένα άλμπουμ χαρούμενο ή λυπητερό. Είναι εσωστρεφές αλλά και εξωστρεφές. Εμένα μου βγάζει το αίσθημα ότι το άλμπουμ ξεκινάει κάπου στον χειμώνα και καταλήγει να είναι καλοκαίρι όταν το ακούς, όπως και η περίοδος που γράφτηκε. Ξεκίνησε σχεδόν Δεκέμβριο και τελείωσε Ιούνιο.
- Το άλμπουμ κυκλοφόρησε αρχικά μόνο του και στη συνέχεια το ανέλαβε η Veego, ενώ έφτασε και στο FIP. Πώς αλλάζει την αντίληψή σου για έναν τόσο προσωπικό δίσκο το γεγονός ότι ξαφνικά αρχίζει να ταξιδεύει πολύ περισσότερο απ’ όσο περίμενες;
Η αλήθεια είναι ότι δεν το περίμενα ότι αυτή η δουλειά θα έπαιρνε τέτοια έκταση αλλά και τόση αγάπη τόσο γρήγορα! Ήταν θέμα χρόνου, καθώς εγώ είχα ανεβάσει τον δίσκο ψηφιακά λίγο πριν τον Ιούνιο του 2026 μόνος μου, έχοντας το master για βινύλιο στην άκρη, όταν πολύ γρήγορα ο Αντρέας Μητρέλης της Veego Records, μόλις τον άκουσε, με πήρε τηλέφωνο κατευθείαν και κλείσαμε στο να τον κυκλοφορήσουμε μαζί. Μάθαμε ότι επιλέχθηκε ως δίσκος του μήνα Οκτωβρίου στο γαλλικό ραδιόφωνο FIP, πριν καν κυκλοφορήσει. Προσωπικά, θα ήθελα να έχω την ίδια θέληση να συνεχίσω να δημιουργώ, εκτός των άλλων, και άλλους τέτοιους δίσκους με την ίδια διαδικασία στο μέλλον.
- Σε κάποια σημεία έχεις αφήσει μέσα στις ηχογραφήσεις εξωτερικούς ήχους και μια ιδιαίτερη αίσθηση του χώρου. Μοιάζει σαν να αγαπάς τις μικρές ατέλειες και να μην συμπαθείς την τελειότητα. Ισχύει αυτό;
Ναι, όταν μιλάμε για τέτοια μουσική ειδικά, μου αρέσουν οι μικρές ατέλειες γιατί στα αυτιά μου μοιάζει πολύ πιο φυσικό και πιο ανθρώπινο. Τα στοιχεία του χώρου αλλά και οι εξωτερικοί ήχοι ήταν κάτι που τελικά άφησα επίτηδες για να σου δίνουν την αίσθηση, καθώς το ακούς, ότι φτιάχνουμε μαζί μουσική στο σπίτι και πίνουμε καφέ. Βγάζει κάτι οικείο και φέρνει, κατά τη γνώμη μου, πολύ πιο κοντά τον δημιουργό με τον ακροατή. Δεν είναι ότι δεν συμπαθώ την τελειότητα, αλλά ότι το τέλειο είναι διαφορετικό για τον καθέναν μας και οι μουσικοί γενικότερα υποφέρουμε συχνά από την τελειομανία, με αποτέλεσμα πολλές ενδιαφέρουσες μουσικές να έχουν μείνει στην αφάνεια. Για εμένα, μια μουσική, αν είναι να σου μιλήσει, σου μιλάει με οποιονδήποτε τρόπο.
- Κι επιπλέον, σήμερα που μεγάλο μέρος της μουσικής περνάει μέσα από την τελειότητα της AI και την ευκολία των έτοιμων playlists, εσύ μοιάζεις να υπερασπίζεσαι το χειροποίητο και το «ανθρώπινο». Είναι αυτό μια μικρή αντίσταση στον τρόπο που φτιάχνεται σήμερα η μουσική;
Δεν θα πω ότι το είδα ακριβώς σαν «αντίσταση», καθώς και σήμερα ακόμα ηχογραφείται πάρα πολύ μουσική παντού με τον κλασικό τρόπο και παιγμένη από ανθρώπους και μουσικά όργανα. Εμένα απλά μου αρέσει και με εκφράζει αυτή η αισθητική και εννοείται υπερασπίζομαι το οτιδήποτε χειροποίητο, είτε είναι μουσική, κείμενο, εικαστικό, μέχρι και αφίσα. Το ανθρώπινο νομίζω ακόμα το αντιλαμβανόμαστε, αλλά μελλοντικά θα είναι πιο δύσκολο να το ξεχωρίζουμε δυστυχώς. Μπορεί να μας λύνει τα χέρια σε πολλούς τομείς, αλλά αυτό που συμβαίνει γενικότερα με την τεχνητή νοημοσύνη είναι αρκετά δυστοπικό.
- Θα ήθελες να μου πεις κάτι για τις πολλές συνεργασίες σου με άλλους μουσικούς και σχήματα; Ποιο μέρος του εαυτού σου εκφράζεται μέσα από καθένα από αυτά;
Τα τρία πιο ενεργά σχήματα που παίζω τα τελευταία χρόνια είναι οι The Soul Peanuts, το Quad Piano Trio και οι Televizio. Εκτός από αυτά, μπορεί να κάνω κάποια live ή recording sessions με καλλιτέχνες όπως ο Adedeji, ο Βασίλης Ράλλης κ.ά., ενώ τα τελευταία πέντε χρόνια παίζω σε κάποια μιούζικαλ, και συγκεκριμένα αυτή την περίοδο στην «Οικογένεια Addams». Παλαιότερα, και ειδικά την περίοδο που σπούδαζα στο Ωδείο Αθηνών, έπαιζα με τους Brothers from Another Mother του ντράμερ Σπύρου Παναγιωτόπουλου αλλά και σε μικρά τζαζ σχήματα, με πάρα πολλά lives σε μπαρ και καφενεία. Όλα τα παραπάνω μου έχουν δώσει, μου δίνουν και θα συνεχίσουν να μου δίνουν πράγματα, αρχίζω να πιστεύω όμως ότι τα τελευταία χρόνια έχει δημιουργηθεί μέσα από όλα αυτά ένας προσωπικός ήχος.
- Πιο ειδικά, θα ήθελα να μου μιλήσεις για τη συνεργασία με τον αδελφό σου, τον Θωμά Μελετέα. Ποια είναι τα κοινά σας στοιχεία και ποιες οι διαφορές σας;
Εννοείται, και μου αρέσει που με γυρίζεις αρκετά χρόνια πίσω. Με τον αδερφό μου είχαμε από πάντα μουσική επικοινωνία και μας ένωνε γενικότερα η μουσική, αλλά το πιο σημαντικό είναι ότι έχουμε περάσει μαζί από πάρα πολλές διαφορετικές μουσικές φάσεις, σε διάφορες ηλικίες. Κάναμε και οι δύο κλασικό πιάνο στο ωδείο ως παιδιά, μετά παίζαμε σε συγκρότημα με original κομμάτια και επιρροές από Genesis, King Crimson κ.λπ., εκείνος ηλεκτρική κιθάρα και εγώ τύμπανα. Αργότερα παίζαμε και για αρκετό καιρό ρεμπέτικα σε ταβέρνες και μεζεδοπωλεία με μπουζούκι και ακορντεόν ή βιολί αντίστοιχα, ενώ εδώ και περίπου μια δεκαετία έχει επιλέξει το ούτι και έχει δημιουργήσει ένα πολύ δικό του στυλ μουσικής που αξίζει να ακουστεί. Είχαμε παίξει μαζί πριν από λίγα χρόνια σε μερικές συναυλίες μαζί με τον Πέτρο Κλαμπάνη, την περίοδο που παρουσίαζε το «Tora Collective».
Είχα επίσης τη χαρά να παίξω πιάνο και στο κομμάτι του Θωμά «Η Κληρονομιά» από το προηγούμενο προσωπικό του άλμπουμ, τις «Πλεξούδες», που κυκλοφόρησε το 2023. Αν και πλέον σπάνια θα εμφανιστούμε παρέα σε συναυλία, σχεδόν κάθε φορά που βρισκόμαστε εκτός σκηνής, θα πιάσουμε τα όργανα και θα παίξουμε κάτι στην πλάκα. Το καλοκαίρι, αν είμαστε μαζί στο χωριό, παίζουμε συνήθως ρεμπέτικα με μπουζούκι και κιθάρα. Μπορεί να μην είμαστε ίδιοι σαν χαρακτήρες, όμως στη μουσική ό,τι κάναμε το κάναμε για την ίδια τη μουσική και όχι για να αποδείξει κάτι ο ένας στον άλλον. Θαυμάζω που έχει δημιουργήσει τον δικό του προσωπικό ήχο, έχει ταξιδέψει με το ούτι του στην Ευρώπη, την Αμερική αλλά και τη Ρωσία, ενώ παράλληλα τελειώνει και το διδακτορικό του. Του εύχομαι να συνεχίσει να κάνει αυτό που αγαπάει γιατί το κάνει με μεγάλη αφοσίωση και ωριμότητα!
- Πώς επηρέασε τη δημιουργία του άλμπουμ η Αθήνα — οι χώροι, οι άνθρωποι, ο ρυθμός και η καθημερινότητά της;
Η Αθήνα έχει πολλές διαστάσεις. Αλλά εδώ να σου πω ότι δεν κατοικώ στο κέντρο, παρότι βρίσκομαι εκεί σχεδόν καθημερινά. Ζω και μεγάλωσα στο Μενίδι και ένας από τους πολύ βασικούς λόγους που βρίσκομαι εκεί είναι το βουνό της Πάρνηθας. Το ότι είμαι σε μισή ώρα στη φύση με κάνει να πηγαίνω εκεί τακτικά, καθώς το βουνό υπήρξε πολύ μεγάλη έμπνευση για τη δημιουργία του άλμπουμ μου. Την Αθήνα την έχω συνώνυμη με την κοινωνικοποίηση, τα αμέτρητα lives, τα ξενύχτια ή τις απογευματινές βόλτες. Με στεναχωρεί όμως πολύ που τα τελευταία χρόνια προσπαθούν να της αλλάξουν χαρακτήρα και χάνεται η πραγματική έννοια της γειτονιάς. Μακάρι να μην αλλάξει αυτό γιατί είναι πολύτιμο. Σίγουρα είναι ένα μέρος που προσωπικά μου βγάζει πολλά συναισθήματα, αλλά προσπαθώ να κρατάω τα πιο όμορφα, γενικά.
- Τώρα που το «Someone Else» υπάρχει πέρα από εσένα και δεν σου ανήκει πια αποκλειστικά, τι θα ήθελες να ακούσει μέσα του ένας άγνωστος άνθρωπος που θα βάλει τον δίσκο στο πικάπ χωρίς να ξέρει απολύτως τίποτα για σένα;
Θα μου άρεσε πολύ, άνθρωποι που δεν με ξέρουν, να νιώσουν οικεία και να δημιουργήσουν με τη φαντασία τους καινούριες εικόνες. Να το δουν σαν μια μικρή επίσκεψη στο σπίτι και στο περιβάλλον όπου ηχογραφήθηκε. Θα πρότεινα, αν δεν έχετε ακούσει ακόμα το άλμπουμ και θέλετε, να ακούσετε τα κομμάτια με τη σειρά!