- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- VOICE RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Χρήστος Ταμπουρατζής: 1.300 και κάτι δίσκοι δρόμος μέχρι τη Νάξο
Από τα καμαρίνια της Πλάκας στις Εγγαρές, ο κιθαρίστας και παραγωγός κουβαλά δεκαετίες ελληνικής μουσικής και μια επίμονη επιθυμία: να παίζει όπως γουστάρει
Ο Χρήστος Ταμπουρατζής μιλά για 1.300 δίσκους, μεγάλες συνεργασίες και τη νέα ζωή του στη Νάξο, με την κιθάρα και τη μουσική σε πρώτο πλάνο.
Εξήντα συναυλίες σε ένα καλοκαίρι. Ύστερα στούντιο. Κι άλλος δίσκος. Κι άλλα τραγούδια που ο κόσμος θα μάθαινε απ’ έξω, χωρίς απαραίτητα να ξέρει ποιος έπαιζε την κιθάρα. Ο Χρήστος Ταμπουρατζής ξέρει καλά αυτή τη δουλειά. Ξέρει πόση ζωή χωράει πίσω από το όνομα του τραγουδιστή στο εξώφυλλο. Θυμάται τον Τζίμη Πανούση να γίνεται λεοπάρδαλη στη σκηνή. Τον Σάκη Ρουβά όταν ήταν ακόμη ένα άγνωστο παιδί. Τη Γλυκερία να μπαίνει στο στούντιο και να κάνει αγνώριστο ένα τραγούδι.
Κάπου 1.300 δίσκοι, λέει ο Χρήστος Ταμπουρατζής. Και, για χρόνια, ένα κουτί με δικές του κασέτες, γεμάτες «κουπλορέφρενα» που δεν έλεγαν να τελειώσουν. Χρειάστηκε να χάσει τον πατέρα του για να καταλάβει ότι οι δικές του μουσικές δεν μπορούσαν να περιμένουν για πάντα. Οι προσωπικοί του δίσκοι βρήκαν ακροατές πολύ πέρα από την Ελλάδα.
Τώρα τον βρίσκουμε στη Νάξο. Έχει μεταφέρει το στούντιό του στις Εγγαρές. Θέλει καλό φαγητό, φίλους με τους οποίους γελάει και την ελευθερία να γράφει ό,τι του κατέβει. Οι ταμπέλες τού πέφτουν στενές. «Προτιμώ το ό,τι να ’ναι», λέει. Μετά από τόσα χρόνια που έπαιζε για να ακουστούν άλλοι, έχει κάθε λόγο να δυναμώσει λίγο τη δική του κιθάρα. Στη Νάξο, όπου εγκαταστάθηκε μόνιμα το περασμένο καλοκαίρι, ο Χρήστος Ταμπουρατζής στήνει το τέταρτο στούντιό του και συνεχίζει να γράφει μουσική. Κιθαρίστας, συνθέτης και παραγωγός, έχει διασχίσει τη φανκ, την τζαζ και το ροκ, δουλεύοντας με πολλούς από τους σημαντικότερους Έλληνες καλλιτέχνες.
Στις προσωπικές του κυκλοφορίες περιλαμβάνονται τα «Mirror», «Back Seat», «Symmetry of Mind», «Cargo», «The Other Side of My Soul», «Cell», «I Won’t Be Broken», «Moment in Time», «More than a day», «Voyager», «She’s Got the Funk», ενώ έχει αποσπάσει πέντε μετάλλια στα Global Music Awards, την περίοδο 2016–2021.
Χρήστος Ταμπουρατζής: Από την ελληνική δισκογραφία στη μουσική ελευθερία της Νάξου
Η κουβέντα μας ξεκινά από την πρώτη κιθάρα και φτάνει σε ένα σπίτι στις Εγγαρές, στις φιλίες και στην ελευθερία που διεκδικεί σήμερα.
―Μου έλεγες ότι έκοψες τα μαλλιά που άφηνες από τα δεκαπέντε. Κιθάρα πότε έπιασες;
Γύρω στα δωδεκάμισι. Πήγα με έναν φίλο σε μια πρωινή συναυλία, στην Ανεμώνη, ένα σινεμά στην Αγία Παρασκευή. Τότε γίνονταν συναυλίες στις δέκα και μισή το πρωί! Ήταν κάποια χρόνια μετά τη χούντα. Δεν θυμάμαι ούτε την μπάντα ούτε τι έπαιζαν. Είχα εστιάσει στον κιθαρίστα. Μόλις είδα ηλεκτρική κιθάρα, έπαθα σοκ. Το ίδιο βράδυ είπα στον πατέρα μου: «Θέλω να μάθω κιθάρα. Δεν ξέρω τι θα κάνεις, πρέπει να με βοηθήσεις».
―Και σε βοήθησε;
Μου αγόρασε μια κλασική. Ήταν στον Στρατό Ξηράς, μόνιμα στο Πεντάγωνο, αλλά ουσιαστικά τυπογράφος: βιβλία, στοιχειοθέτηση, μηχανές όφσετ. Του άρεσε να φτιάχνει πράγματα και είχε γίνει πολύ καλός στη δουλειά του. Ήταν περιζήτητος, τον ζητούσαν και εφημερίδες. Είχε καλλιτεχνικές τάσεις και πίστευε σε μένα· ήξερε ότι το εννοούσα. Η μητέρα μου δεν είχε σχέση με τη μουσική. Ήταν στο σπίτι, φρόντιζε εμάς τα δύο παιδιά. Θυμάμαι την ανυπομονησία μου: ήθελα να μάθω γρήγορα, θύμωνα. Καθόμουν δέκα ώρες, μέχρι να ακουστεί κάτι.
―Πώς έμαθες, χωρίς τη σημερινή πρόσβαση στην πληροφορία;
Έπαιρνα δύο λεωφορεία από την Αγία Παρασκευή για το Εθνικό Ωδείο, στην πλατεία Βάθης. Ο καθηγητής έδινε μια άσκηση την εβδομάδα, χωρίς ιδιαίτερη προσοχή. «Δώσε μου κάτι παραπάνω, το βγάζω γρήγορα», του είπα, και με μάλωσε. Έφυγα. Μετά γνώρισα στην Αγία Παρασκευή τον άνθρωπο που θεωρώ δάσκαλό μου, τον Δημήτρη Γρηγοριάδη. Αυτός κατάλαβε πώς να προσεγγίσει ένα ατίθασο παιδί. Μου μίλησε για την κιθάρα με έναν τρόπο που δεν ξέχασα ποτέ και με έφερε κοντύτερά της. Μου έμαθε να διαβάζω μουσική και μου είπε: «Έλα σπίτι, θα φωτοτυπήσουμε το “Joe Pass Guitar Style”. Όταν έχεις απορίες, θα έρχεσαι. Αν δουλεύεις, θα ασχοληθώ μαζί σου». Ήταν δίκαιος. Αν δουλέψεις, θα πάρεις· αλλιώς δεν έχει.
―Η εφηβεία πέρασε με κιθάρα και βινύλια;
Τότε μπορούσες να μείνεις έναν μήνα με έναν δίσκο. Queen, Deep Purple, Led Zeppelin, τα πάντα. Έλιωνα τους δίσκους. Κοιτούσα το εξώφυλλο του «A Night at the Opera» εφτά εκατομμύρια φορές! Αυτή ήταν η εικόνα, η πληροφορία σου. Σταμάτησα στο γυμνάσιο, δεν πήγα λύκειο. Ήμουν εκατό τοις εκατό στη μουσική. Οι δικοί μου το πήραν περίεργα, αλλά έβλεπαν το πάθος μου και το άφησαν.
―Πότε άρχισες να παίζεις με μπάντες;
Γύρω στο 1979–1980, με τον Γιάννη Γρηγορίου στο μπάσο και τον Τάκη Κουβατσέα στα τύμπανα φτιάξαμε τους Equus. Ο Γιάννης έχει παίξει έκτοτε σε άπειρη ελληνική δισκογραφία. Κάναμε συναυλίες σε σινεμά, μαζί με τους Αποκάλυψις και πολλά γκρουπ της εποχής. Στην Πλάκα παίζαμε στο Lydra και στο Skylab, όπου ανοίγαμε για τις Μουσικές Ταξιαρχίες και τον Τζίμη Πανούση.
―Τι θυμάσαι από τον Τζίμη Πανούση;
Πολύ ήρεμος άνθρωπος, μετρημένος. Καυστικός όσο έπρεπε. Στη σκηνή γινόταν λεοπάρδαλη! Θυμάμαι πολλά γέλια στα καμαρίνια, και με τον Δασκαλοθανάση, που έπαιζε μπάσο όταν ο Γρηγορίου πήγε φαντάρος. Γνωριζόμασταν με τον Παύλο Σιδηρόπουλο, πήγαινα όπου έπαιζε, μιλούσαμε. Αργότερα έγινα φίλος με τον Σπάθα και τον Αντώνη των Socrates. Μετά έκλεισαν τα μαγαζιά της Πλάκας και φτώχυνε η σκηνή. Έμεναν το Κύτταρο, η Αρχιτεκτονική, νομίζω, και κάποια συνοικιακά μπαράκια.
―Τι είχε εκείνη η σκηνή;
Μούρλα και αγώνα. Οι δισκογραφικές ήταν σχεδόν απρόσιτες. Έπρεπε να ξέρεις κάποιον για να ακούσει ένας παραγωγός το ντέμο σου. Πήγα μουσικές μου που δεν ακούστηκαν ποτέ. Έβλεπα την προσπάθεια των Sharp Ties με το «Get That Beat», των Scraptown με το «Viva Sahara», όπου ήταν ο Μιχάλης Ρακιντζής και ο κουμπάρος μου, ο Βασίλης Γούναρης. Όμως κυριαρχούσε το κουπλέ και το ρεφρέν, είτε με ελληνικό είτε με ξένο στίχο. Λίγοι άκουγαν διαφορετικά πράγματα.
―Κι εσύ έπρεπε να ζήσεις από τη μουσική.
Το 1987 έπαιζα με τον Σάκη Μπουλά. Ερχόταν ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου και του έλεγε: «Θα πάρω τον κιθαρίστα σου». «Δεν σου τον δίνω», απαντούσε ο Σάκης. Γελάγαμε. Αργότερα συνεργαστήκαμε με τον Βασίλη, γράψαμε με τον Οδυσσέα Ιωάννου το «Όλα σου τα μάγια» και κάναμε μια ανακατασκευή του «Ελλάς», με τη συμμετοχή του. Συνεργάστηκα με πολλούς και καλούς! Γιάννης Γιοκαρίνης, Βασίλης Καζούλης, Κώστας Τουρνάς, Λουκιανός Κηλαηδόνης, Άγαμοι Θύται. Με τον Μιχάλη Ρακιντζή τέσσερα χρόνια, στις μεγάλες επιτυχίες του. Το «Είσαι σαν κουνέλι» το έχω παίξει αμέτρητες φορές… χα! Φεύγαμε για εξήντα συναυλίες το καλοκαίρι. Με τον Σάκη Ρουβά περίπου τρία χρόνια, ήμουν και μαέστρος στην μπάντα. Σε όλους αυτούς έπαιζα και στις ηχογραφήσεις, όχι μόνο στις συναυλίες.
―Τον Ρουβά τον γνώρισες πριν γίνει γνωστός.
Στο στούντιο 111, με τον Τάκη Αργυρίου. Με κάλεσε ο Νίκος Τερζής, φίλος από τότε που παίζαμε με τον Μπουλά, να παίξω για ένα άγνωστο παιδί. Μου φέρνουν τον Σάκη, πιτσιρικά: «Από εδώ το παιδί που θα τραγουδήσει». Έπαιζα το «Πάρ’ τα». Μια εβδομάδα μετά με πήρε ο Νίκος Καραγιάννης της PolyGram, της μετέπειτα Universal: «Θέλω να πας μαζί του στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, να σε έχει στήριγμα». Βγήκαμε στο Παλέ ντε Σπορ με ορχήστρα και μαέστρο τον Τζικ Νακασιάν. Υπάρχει βίντεο· έχει πολλή πλάκα. Έχω εμφανιστεί και σε βιντεοκλίπ του. Ήταν τα πρώτα του βήματα και γυρίζαμε μαζί όλη την Ελλάδα.
―Τι κράτησες από τη ζωή δίπλα στους ερμηνευτές;
Δεν μπορώ να πω ότι έχω καλές εντυπώσεις. Στις ζωντανές εμφανίσεις απέφευγα το λαϊκό. Με τη Γλυκερία έπαιξα επειδή την αγαπώ. Της έχω κάνει και δέκα άλμπουμ στο στούντιό μου. Με ενδιαφέρει ο λόγος, να ακούω έναν άνθρωπο που έχει σκεφτεί αυτό που λέει. Έτσι είναι η Γλυκερία. Γνωρίζοντας τον άνθρωπο και τον τρόπο που αντιλαμβάνεται τα πράγματα, έβλεπα τελείως διαφορετικά και τη συνεργασία μας. Και τρομερή φωνή. Ερχόταν ένα μέτριο τραγούδι, με έναν πρόχειρο οδηγό. «Αυτό σου αρέσει;» με ρωτούσε. «Όχι τόσο». Μετά από δέκα λεπτά: «Πάμε να το κάνουμε μια βόλτα μέσα;» Το τραγουδούσε και γινόταν σούπερ! Έβγαινε: «Τώρα τι λέει;» «Τι να σου πω; Έχεις έναν τρόπο να περνάς τον λόγο στο αυτί του ανθρώπου». Όλα πλάθονται σε συνδυασμό με κάτι άλλο.
―Πώς έφτιαξες το στούντιό σου;
Από τις δουλειές με τον Ρακιντζή. Είχαμε στα φωνητικά την Έλλη Κοκκίνου και τη Βαλέρια Χριστοδουλίδου. Στη Θεσσαλονίκη εκείνες ψώνιζαν, εγώ μάζευα χρήματα για μαγνητόφωνα. Το στούντιο ήταν το καταφύγιο για να μπορέσω κάποτε να κάνω τη μουσική μου.
―Ποιος δίσκος άλλου καλλιτέχνη σού έμεινε περισσότερο;
Έχω δουλέψει σε περίπου 1.300 CD, κάθε είδους. Καθένα είχε το μάθημά του. Η «Βροχή των αστεριών» της Γλυκερίας είχε πολλή αγάπη και ωραίο κλίμα. Ήταν η Χαρούλα Αλεξίου, ο Σταμάτης Κραουνάκης, ο Μιχάλης Χατζηγιάννης, που έκανε φωνητικά στο δικό του «Εδώ». Δυνατά τραγούδια, ιδιαίτερα στιχουργικά. Θυμάμαι τις αναλύσεις και τις ιστορίες με τον Κραουνάκη. Τον ακούω ακόμη και παίρνω αυτή την ενέργεια.
―Θυμάσαι τη στιγμή πριν από μια επιτυχία;
Τον Αλέκο Ζαζόπουλο, όταν ξεκινούσε. Μιξάραμε το «Στην υγειά της αχάριστης». «Αλέκο, αυτό μάλλον θα την κάνει», του έλεγα. Θυμάμαι την αγωνία στα μάτια του: «Σοβαρά, Χρηστάρα, λες;». «Ναι, θα πάει καλά». Έγινε επιτυχία, μείναμε φίλοι. Είναι ωραίο να ζεις το πριν και το μετά.
―Τα δικά σου τραγούδια πότε άρχισαν να ολοκληρώνονται;
Για χρόνια έγραφα ωραία κουπλέ και ρεφρέν που ποτέ δεν ενώνονταν. Είχα ένα κουτί με κασέτες, απ’ έξω έγραφε «Κουπλορέφρενα». Όταν ήμουν περίπου 38, έχασα τον πατέρα μου. Ήταν 65 όταν έφυγε μέσα σε είκοσι μέρες. Ακόμη νιώθω πως κάπου τριγύρω είναι. Με εκείνο το σοκ κλείδωσε μέσα μου ότι ό,τι κάνω πρέπει να τελειώνει. Άρχισα να ολοκληρώνω τραγούδια, με ελληνικούς στίχους του φίλου μου Βασίλη Αυγερινού.
―Και βρέθηκες να τα τραγουδάς.
Ήθελα να τα δώσω. Τα άκουσε ο Χρήστος Δάντης, άλλοι, αλλά δεν πήραν κάτι. Οι οδηγοί είχαν τη φωνή μου. Έφτασαν στον Γιάννη Πετρίδη, στη Virgin, και με φώναξε να κάνουμε δίσκο. Ήταν η εποχή με τα Ξύλινα Σπαθιά, την Ηρώ, τον Γιώργο Δημητριάδη. Μου άλλαξε και το επώνυμο: Χρήστος Ραζής. Δεν θέλω πολύ να θυμάμαι εκείνη τη φάση, έχω κατεβάσει πράγματα. Ένα τραγούδι πήγε καλά. Δύο χρόνια μετά έκανα δεύτερο άλμπουμ στη Universal. Έκλεισε ο κύκλος, αλλά γυμναζόταν ο μυς της σύνθεσης και της παραγωγής.
―Πώς φτάνεις στο «Mirror»;
Ύστερα από αποχή είπα στην τότε κοπέλα μου: «Θέλω επιτέλους να κάνω κάτι για μένα. Ούτε να τραγουδάω, θέλω να κάνω μουσική». «Ξεκίνα, σε ένα-δύο χρόνια θα το βγάλεις», μου είπε. Σε μια εβδομάδα είχα γράψει το άλμπουμ. Το «Mirror» κυκλοφόρησε το 2012. Βρήκα τον εαυτό μου. Ακουστικά, σκληρά, έθνικ στοιχεία, ό,τι μου ερχόταν. Δεν σκέφτηκα αν ήταν progressive, δεν κοίταξα πώς θα το χαρακτηρίσω. Με ένοιαζαν οι κιθάρες, η αισθητική, ο καλός ήχος. Το έκανα για μένα. Οι φίλοι ρωτούσαν: «Τι ήταν αυτό;». Η ορχηστρική μουσική δύσκολα έβρισκε ραδιόφωνο.
―Η φωνή επέστρεψε αλλιώς;
Στο «Symmetry of Mind» τη θέλησα σαν όργανο. Με τη Μαρκέλλα Παναγιώτου, που είχε τραγουδήσει με τους Socrates, κάναμε γαλλικό ραπ στα κουπλέ, επειδή μου άρεσε πώς ακουγόταν η γλώσσα, και αγγλικό ρεφρέν. Το υπόλοιπο άλμπουμ ήταν ορχηστρικό. Εκείνο το κομμάτι άρχισε να παίζεται. Μετά έγραψα τραγούδια με ξένο στίχο, πάντα κοντά στην αισθητική μου. Έψαχνα ακόμη τον δρόμο μου, αλλά ήθελα επαφή με τον κόσμο.
―Σήμερα ένα κομμάτι μπορεί να διαδοθεί από ένα story στο Instagram. Άλλη συνθήκη επικοινωνίας.
Ισχύει. Τότε δεν υπήρχε αυτό. Έκανα μουσικές που ήξερα ότι δύσκολα θα ακουστούν και ήταν κρίμα. Ήθελα να επικοινωνήσω με τον κόσμο, να δω αν αρέσουν αυτά που γράφω.
―Αυτό ήρθε με το «Love’s Got Me»;
Ένας φίλος μού πρότεινε τον Bill Καλατζάκο για στίχους. Τραγούδησε ένα ντέμο, μου άρεσε η φωνή του και κάναμε το «Love’s Got Me». Έγραψε στίχους και σε άλλα κομμάτια. Έστειλα το τραγούδι, ένα βιογραφικό και την ιστορία μου σε δεκαεπτά αγγλικά ραδιόφωνα. Απάντησαν και τα δεκαεπτά! Άρχισαν να το προωθούν, έφτασε να παίζεται σε περίπου 400 σταθμούς, και στο BBC. Έπαθα πολιτισμικό σοκ. Όταν τους αρέσει κάτι, κάνουν ό,τι μπορούν για να το διαδώσουν. Μετά άρχισαν να με παίζουν κι εδώ, επειδή πια ήμουν «ξενόφερτος». Παίξαμε στο Ζάππειο, στον Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος, στο Preveza Jazz Festival, στο Half Note, στο Gazarte, σε συναυλίες της Περιφέρειας και δήμων. Υπήρχε εκτίμηση, αλλά ο κόσμος ήταν λίγος. Το πρόγραμμα είχε τεχνική, συναίσθημα, τραγούδια, μια ιστορία να πει. Κάποιοι περίμεναν το «Love’s Got Me», που το ήξεραν, και εκεί πάντα χειροκροτούσαν. Δυσκολευόμουν να επικοινωνήσω τον ξένο στίχο και το fusion. Εμένα η αναγνωρισιμότητα δεν με αφορά πια. Κρατώ το ταξίδι και τις φιλίες: τον Μπάμπη Μαρκούλη, τον Δημήτρη Αντωνιάδη, τον Δημήτρη Κεραμιδάκη, τους ανθρώπους που βοηθούσαν και στις ηχογραφήσεις. Κάποιους τους νιώθω αδέρφια. Κουβέντες, ψάξιμο, χιούμορ, γέλιο· αυτός είναι πλούτος.
―Το «Voyager» έχει ένα κυριολεκτικό ταξίδι πίσω του.
Το 1981, στον Καναδά, πήρα ένα τεράστιο λεωφορείο από το Μόντρεαλ για το Μέιν. Έγραφε «Voyager». Δέκα-έντεκα ώρες ευθεία, θυμάμαι, χωρίς στροφή. Το όνομα χαράχτηκε μέσα μου. Επειδή ο δίσκος έχει πολύ ταξίδι, τον ονόμασα έτσι. Το «Κυκλαδίτικο φως» το είχα γράψει πριν αποφασίσω να μείνω στη Νάξο. Σκεφτόμουν το φως της, το άσπρο, τον ήλιο. Έβαλα τον τίτλο σε Greeklish για να ακούγεται ελληνικός και στους ξένους ακροατές μου. Η κόρη μου είπε: «Πώς σου ήρθε, αφού δεν ήξερες ότι θα μείνεις εκεί;»
―Ποιο ήταν το ωραιότερο ταξίδι σου;
Τα καλύτερα τα έχω κάνει με το μυαλό. Φτιάχνω μικρόκοσμους, επιλέγω τι μου ταιριάζει από την κοινωνική πραγματικότητα στην Ελλάδα και βάζω γύρω μου μια ασπίδα. Πρέπει ο άλλος να χτυπήσει πόρτα. Έτσι βρίσκω ισορροπία, γράφω χωρίς να απογοητεύομαι. Πρώτα κάνει καλό σε μένα. Όποιος είναι να το αισθανθεί, θα το πάρει.
―Τι κάνει έναν καλό κιθαρίστα;
Χρειάζονται μαθήματα και επιμονή για να λυθούν τα χέρια. Η τεχνική κατακτιέται, όπως η οδήγηση. Πιστεύω ότι μπορεί να μάθει ο καθένας, με κόπο, ώστε να αρχίσει να παίζει αυτά που φαντάζεται. Μετά αρχίζουν… η αισθητική, το τι παίζεις, πού, γιατί και πόσο χώρο αφήνεις. Ακούς το σύνολο, δεν δυναμώνεις για να ακουστεί το σόλο σου. Δεν είναι Formula 1. Οι μεγάλοι κιθαρίστες άφησαν κάτι που χαρακτηρίζει τη μουσική, ένα συναίσθημα. Η ταχύτητα από μόνη της δεν αρκεί. Μπορεί ένα ακόρντο, ένα σήκωμα της χορδής, να χαρακτηρίσει το τραγούδι. Σκέφτομαι πια σαν παραγωγός. «Δεν παίζεις καθόλου», λένε φίλοι. «Δεν χρειάζεται», απαντώ. Μπορεί να μιλά η αρμονία. Βλέπω τη μουσική σαν εικόνα, μια ιστορία που αρχίζει, χτίζεται και βρίσκει τον δρόμο της.
―Αγαπημένη κιθάρα;
Fender Stratocaster! Χωρίς τρέμολο δεν παίζω, είναι μέρος του παιξίματός μου. Η Les Paul είναι και βαριά, μου κόβει το στήθος. Έχω αλλάξει περίπου 72 Stratocaster. Κάθε καινούργια με ενθουσίαζε, έγραφα κομμάτια. Τώρα έχω μία με την οποία έγραψα όλα τα προσωπικά μου άλμπουμ. Να τη δώσω θα ήταν ιεροσυλία· είναι μέρος του σώματός μου. Παίζω και με μια ακουστική Taylor, φτιάχνω αρμονίες, και χρησιμοποιώ πολύ κλασική κιθάρα στις ηχογραφήσεις.
―Και φεύγεις από την Αθήνα για τη Νάξο.
Έρχομαι από το 1980, είναι το αγαπημένο μου νησί. Ήθελα κάποτε να μείνω, αλλά όταν ήρθα δεν ήμουν έτοιμος. Συνέβησαν προσωπικά πράγματα, βρέθηκα σε δύσκολη κατάσταση και υπήρχε εδώ μια λύση. Εκ των υστέρων σκέφτεσαι ότι ίσως τα πράγματα σε πηγαίνουν εκεί που πρέπει. Δεν είμαι απόλυτος.
―Ο πρώτος χειμώνας πώς ήταν;
Εξαιρετικός. Σχεδόν δεν έφυγα, μόνο τρεις μέρες στην Αθήνα. Ο Γιώργος Καμβύσης, το φιλαράκι μας, με βοήθησε πολύ, με ξενάγησε σε όσα δεν ήξερα. Κάναμε φιλοσοφικές κουβέντες, ψαχνόμασταν. Τον εκτιμώ πολύ. Ίσως κι εκείνος χρειαζόταν κάτι αντίστοιχο. Μετά βρήκα αυτό το σπίτι, γεμάτο ενέργεια.
―Στις Εγγαρές, εδώ όπου έζησε ο Νίκος Καζαντζάκης κάποτε…
Το σπίτι είναι μέσα στον κάμπο. Το βρήκα τυχαία. Δεν το ήξερα αρχικά· μου το είπαν πηγαίνοντας να το δω και είδα τη μεγάλη μαρμάρινη επιγραφή. Σοκαρίστηκα. Στο μυαλό μου το είχα ήδη νοικιάσει πριν μπω. Νομίζω πως ο Καζαντζάκης έμεινε εκεί γύρω για δυόμιση χρόνια. Εκεί μετέφερα όλο το control room, έστησα το προσωπικό μου στούντιο.
―Μπορείς να δουλεύεις από το νησί με μουσικούς παντού;
Βέβαια. Μιλάμε, μου στέλνουν αρχεία, υλοποιώ τις ιδέες. Το «She’s Got the Funk», που κυκλοφόρησε τον Μάιο, έγινε εξ ολοκλήρου εδώ. Παίχτηκε πολύ στην Αγγλία, έφτασε νούμερο ένα σε έναν σταθμό στον Καναδά. Τώρα ετοιμάζω ένα project με βιωματικά κομμάτια: «After Narcissus» και «Stellar».
―Τι ιστορίες διηγούνται;
Το «After Narcissus» ξεκινά σαν κλασικό έργο, γίνεται χαοτικό, περνά στο λάτιν και επιστρέφει στο κλασικό. Παίζουν ο Francesco Mendolia στα τύμπανα και ο Francis Hylton στο μπάσο, από τους Incognito, ο Δημήτρης Κεραμιδάκης στο πιάνο και ο Γιώργος Χατζής στα βιολιά. Ο Γιώργος έχει και κλασική παιδεία, μπήκε πολύ εύκολα στη μουσική. Ήθελα και φωνές. Θυμήθηκα τον Adedeji, εκπληκτικό τραγουδιστή και κιθαρίστα, που ήθελε να συνεργαστούμε. Του είπα: «Δεν θέλω συγκεκριμένα λόγια, θέλω φωνές από την Αφρική». Έγινε θαυμάσιο… «Παναγία μου, από πού ξεκίνησε και πού έφτασε!». Μένουν οι κιθάρες, που θα γράψω τον Οκτώβριο. Ξέρω νότα νότα τι θέλω. Ο Χρίστος Τσιαμούλης έπαιξε πολίτικη λύρα και γιαϊλί ταμπούρ. Είχε παίξει ούτι και στο «Voyager». Είμαστε φίλοι, θαυμάζουμε ο ένας τον άλλον· συναντήθηκαν οι κόσμοι μας…
―Η πολίτικη λύρα έχει κάτι πολύ νοσταλγικό.
Ο ήχος αυτών των οργάνων με συγκινεί αμέσως. Του ζήτησα να παίξει σε ένα περιβάλλον ασυνήθιστο γι’ αυτόν, και μου έστειλε τις ηχογραφήσεις. Εδώ μπλέκονται Δύση και Ανατολή.
―Στο Αιγαίο συναντιούνται αυτοί οι κόσμοι. Ακούς νησιώτικα;
Τα παλιά τα γουστάρω πολύ. Τα «σκυλονησιώτικα» δεν μου αρέσουν. Ο καθένας βέβαια κάνει ό,τι θέλει.
―Τι μπορεί να κάνει μια κιθάρα που δεν κάνουν άλλα όργανα;
Πιστεύω στον άνθρωπο. Τριάντα κιθαρίστες με την ίδια κιθάρα και τις ίδιες ρυθμίσεις θα βγάλουν τριάντα ήχους διαφορετικούς. Είναι τα χέρια, η αισθητική, το αποτύπωμα της ψυχής. Το πώς πατά ο καθένας τις χορδές αλλάζει αυτό που ακούς. Κάτι μοναδικό μπορεί να προκύψει με οποιοδήποτε όργανο. Στη Μονή άκουσα ένα τρίο, «Κώγιαμαν» νομίζω, με ηλεκτρικό κανονάκι, MIDI, που γινόταν τσέμπαλο, συνθεσάιζερ, και ούτι με wah-wah. Το όνομα προέκυπτε από τρία ονόματα. Από τα πιο ενδιαφέροντα που έχω ακούσει τελευταία.
―Σε ένα χωριό της Νάξου…
Στο «γαλατικό χωριό», όπως λέω τη Μονή! Πήγα στα παιδιά: «Πολύ γουστάρω αυτό που κάνετε». «Κάπου σε ξέρω», μου λέει ο μουσικός με το κανονάκι. «Καλά, εκεί θα βρεθούμε». Μου αρέσουν αυτές οι προσεγγίσεις. Χρησιμοποιώ τζαζ αρμονίες μαζί με κλαρίνο, νέι, ούτι, λαούτο. Είναι ελευθερία.
―Οι μουσικές ταμπέλες σε στενεύουν;
Με έπαιζαν τζαζ ραδιόφωνα και όταν έκανα ποπ σταμάτησαν. Θύμωσαν! Γιατί πρέπει να έχω ταμπέλα; Έκανα φανκ, τώρα κάτι άλλο. Προτιμώ το «ό,τι να ’ναι», γιατί μου δίνει την ελευθερία μου.
―Τι σημαίνει ελευθερία στη ζωή σου;
Να νιώθω καλά με αυτό που κάνω και να εκφράζομαι. Τα τελευταία χρόνια κατάλαβα ότι περίμενα πολλά από άλλους. Τώρα δεν περιμένω τίποτα. Θέλω ωραίο περιβάλλον, καλό φαγητό, ουσιαστικές κουβέντες, γέλιο και μουσική χωρίς φραγμούς. Σκέφτομαι να παίζω εδώ στο νησί… Δική μου μουσική. Δεν θέλω να παίζω γνωστά κομμάτια άλλων μόνο για να αρέσω. Θέλω αυτή η επαφή να είναι καθαρή. Είναι πρόκληση, το γουστάρω.
―Η κόρη σου μένει στην Αθήνα;
Ναι, έρχεται και με βλέπει. Είναι 31, το μοναδικό μου παιδί, πολύ καλλιτεχνική φύση. Συζητάμε πολύ, τραγουδά, παίζει λίγη κιθάρα. Χθες μου είπε ότι θέλει να μάθει μπάσο. «Να μάθεις». Είμαι δίπλα της σε ό,τι θέλει. Περνάει κι εκείνη τις φάσεις της, δοκιμάζει πράγματα. Άμα δεν κάνεις κάτι, πώς θα μάθεις;
―Κι αν κάνει λάθος, είναι εμπειρία.
Ακριβώς. Και το τραγούδι λέει «Άσε με να κάνω λάθος». Αν δεν κάνεις, δεν μαθαίνεις.
―Στη Νάξο ήρθες για να αφήσεις τα κόκαλά σου;
Δεν ξέρω. Κάποτε θα ήθελα στο Καστράκι να πετάξουν τη σκόνη μου. Δεν ξέρω πώς θα τα φέρει η ζωή. Για την ώρα είμαι στην καλύτερη, την πιο συνειδητοποιημένη φάση μου. Απολαμβάνω κάθε στιγμή, αφήνω πίσω τα περίεργα και κρατάω μόνο τη θετική ενέργεια.