- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- VOICE RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Orbit και Parra for Cuva: «Παίξαμε μαζί για πρώτη φορά φέτος στο Burning Man»
Μία συζήτηση πριν το live στο Θέατρο Βράχων
Ο Orbit μιλάει για τη δημιουργική χημεία με τον Parra for Cuva, το Burning Man και το κοινό τους live στο Θέατρο Βράχων στις 24 Σεπτεμβρίου.
Για το ελληνικό κοινό που παρακολουθεί τη μελωδική και λεγόμενη οργανική πλευρά της σύγχρονης electronica, ο Parra for Cuva και η μουσική του τείνουν να διαμορφώσουν μια νέα εγγύηση που μπορεί με άνεση να καταχωρισθεί στην καρτέλα «Favorites». Ο Βερολινέζος παραγωγός Nicolas Demuth έχει διαμορφώσει έναν αναγνωρίσιμο μουσικό κόσμο, στον οποίο η downtempo, η house και η ambient συναντούν το πιάνο, τους ακουστικούς ήχους και επιρροές από διαφορετικές μουσικές παραδόσεις. Η εμφάνισή του στο Plisskën Festival του 2024, στην Πειραιώς 260, σφράγισε τη ζωντανή του σχέση με το ελληνικό κοινό, ενώ φέτος επιστρέφει με ένα ολοκληρωμένο προσωπικό show σε έναν από τους πιο ιδανικούς ίσως χώρους για το ηλεκτρονικό genre που εκπροσωπεί.
Στις 24 Σεπτεμβρίου, ο Parra for Cuva επιστρέφει στην Αθήνα και στο Θέατρο Βράχων, φέρνοντας μαζί του τον κόσμο του νέου του album «Nacar» και τη χαρακτηριστική του πρόταση για ένα live ηλεκτρονικό performance που εξακολουθεί να εμπιστεύεται τη μελωδία και το συναίσθημα. Στο πλευρό του θα βρίσκεται ο Orbit, όχι απλώς ως special guest, αλλά ως ένας μουσικός με τον οποίο ο Nicolas Demuth έχει ήδη μοιραστεί πολύ περισσότερα από μερικές ώρες στο στούντιο.
Η ιστορία τους ξεκίνησε όταν ο Parra for Cuva ανακάλυψε τη μουσική του Orbit στο Instagram και επικοινώνησε σχεδόν αμέσως μαζί του. Ο Marcel Heym, ο άνθρωπος πίσω από το project του Orbit, γνώριζε ήδη πολύ καλά τη μουσική του Demuth, την άκουγε από την εφηβεία του. Η πρώτη τους συνάντηση στην Ιταλία εξελίχθηκε σε τρεις εβδομάδες κοινής ζωής και δημιουργίας: μαγείρεμα, κολύμπι, κρασί, μουσική μέχρι αργά και μια οικειότητα που, όπως λέει ο ίδιος, έμοιαζε να προϋπάρχει.
Από εκείνη τη συνάντηση προέκυψε μια συνεργασία, η αρχή της οποίας αποτυπώθηκε στο «Mimose». Οι διαφορετικές τους δημιουργικές αφετηρίες και τα ένστικτα δεν λειτούργησαν ως εμπόδιο, αλλά ως το σημείο όπου γεννήθηκε ένας νέος οργανικός χώρος και μια εκδοχή της μουσικής τους, στην οποία –όπως συνήθως συμβαίνει στις καλές συνεργασίες– μάλλον κανείς δεν θα είχε φτάσει από μόνος του.
Orbit και Parra for Cuva: Από το Burning Man στο Θέατρο Βράχων
Αυτή η σχέση και αυτή η συνεργασία ήρθε η ώρα να μεταβεί από το studio στη σκηνή και λίγο πριν από την εμφάνισή τους στην Αθήνα, στο Θέατρο Βράχων Μελίνα Μερκούρη, το βράδυ της Πέμπτης 24 Σεπτεμβρίου, ο Orbit μάς μίλησε για τη διαδρομή που τον οδήγησε από τις εφηβικές rock μπάντες στην ηλεκτρονική παραγωγή, για τη φιλία και τη δημιουργική εμπιστοσύνη που τον συνδέουν με τον Parra for Cuva, για την ατελή ομορφιά των αυθόρμητων live στιγμών και για την ανάγκη του να κάνει ένα βήμα πίσω, ώστε να αφήσει την επόμενη μουσική του να εμφανιστεί χωρίς προκαθορισμένο σχέδιο.
–Για όσους σε ανακαλύπτουν τώρα, πώς θα σύστηνες τον Orbit και τον μουσικό κόσμο που προσπαθείς να δημιουργήσεις;
Ο Orbit ξεκίνησε με μουσική που έβγαινε κατευθείαν από την καρδιά μου και, στην πραγματικότητα, ήταν απλώς μια έκφραση του κόσμου των ονείρων μου. Τα τελευταία χρόνια αυτό εξελίχθηκε σε έναν χώρο φιλίας και κοινότητας σε πολλές διαφορετικές χώρες, όπου οι άνθρωποι συνδέονται και ξεκινούν μαζί νέα projects.
–Τι εκφράζει το όνομα Orbit για τη σχέση σου με τη μουσική; Παραπέμπει στην κίνηση, στην επανάληψη, στη βαρύτητα ή σε κάτι πιο προσωπικό;
Όταν ονόμασα το project «Orbit», δεν σκέφτηκα ιδιαίτερα τη σημασία της λέξης. Ήταν απλώς ένα όνομα που μου είχε δώσει τότε ένας καλός φίλος και μου άρεσε. Τώρα, όσο παράξενο κι αν ακούγεται, το όνομα βγάζει πολύ νόημα. Φαντάζομαι όλους τους ανθρώπους που κινούνται γύρω από αυτόν τον ονειρικό κόσμο σαν σε τροχιές, συναντιούνται πότε πότε και νιώθουν αυτή την όμορφη έλξη που τους κρατά συνδεδεμένους με τον κοινό μας κόσμο.
–Ποιο είναι το μουσικό σου υπόβαθρο; Ποιοι ήχοι και ποιες εμπειρίες σε οδήγησαν προς την ηλεκτρονική μουσική και την παραγωγή;
Σε ηλικία δώδεκα ετών έπαιζα στις πρώτες μου μπάντες μαζί με τον αδελφό μου. Ήταν πάντα rock μπάντες, αλλά εγώ είχα από τότε μια αδυναμία στην ηλεκτρονική μουσική. Μια μέρα ο δάσκαλος των πλήκτρων μού έδειξε ένα NordLead 2 και τις λειτουργίες του arpeggiator (αρπεζιάτορα). Ερωτεύτηκα τόσο πολύ αυτούς τους ήχους, ώστε άρχισα να κάνω παραγωγή και να εμβαθύνω όλο και περισσότερο στην ηλεκτρονική μουσική. Ο Orbit ήταν το πρώτο project στο οποίο έζησα πραγματικά αυτή την αγάπη.
–Η μουσική σου κινείται συχνά ανάμεσα σε διαφορετικά υποείδη και ατμόσφαιρες. Πώς αναζητάς μια γλώσσα που να ακούγεται πραγματικά δική σου;
Δεν είναι μια συνειδητή διαδικασία. Μοιάζει περισσότερο με προσπάθεια να ισορροπήσω όλα τα χρώματα που μου αρέσουν. Όταν κάνω παραγωγή, προσπαθώ απλώς να βρω τον σωστό τόνο ανάμεσα σε όλες τις επιρροές που απολαμβάνω. Μερικές φορές το αποτέλεσμα είναι πιο ηλεκτρονικό, άλλες πιο ωμό και ακουστικό. Δεν ένιωσα ποτέ την ανάγκη να εγκλωβίσω τον Orbit σε ένα συγκεκριμένο είδος.
–Ο Nicolas ανακάλυψε τη μουσική σου στο Instagram και επικοινώνησε μαζί σου σχεδόν αμέσως. Τι θυμάσαι από εκείνη την πρώτη συνάντηση και πότε κατάλαβες ότι υπήρχε πραγματική δημιουργική χημεία μεταξύ σας;
Η μουσική του Nicolas με είχε ήδη επηρεάσει πολύ πριν τον γνωρίσω. Ανακάλυψα τα τραγούδια του ως έφηβος, τα ερωτεύτηκα και κατάλαβα αμέσως ότι κατοικούσαν στον ίδιο κόσμο με τη δική μου μουσική. Η συνάντησή μας ήταν τρομερά συναρπαστική – ήμουν πραγματικό fanboy. Δεν αποτέλεσε όμως έκπληξη που συνδεθήκαμε σε συναισθηματικό και σε δημιουργικό επίπεδο.
–Ο ίδιος έχει πει ότι έφτασες στην Ιταλία ως συνεργάτης και έφυγες ως φίλος. Τι συνέβη σε εκείνα τα sessions και δημιουργήθηκε τόσο ισχυρός δεσμός ανάμεσά σας;
Με κάποιους ανθρώπους απλώς ταιριάζεις από την πρώτη στιγμή. Από την πρώτη κιόλας μέρα νιώθαμε σαν να ήμασταν φίλοι από πάντα. Ο Nicolas, η σύντροφός του, Paula, ο αδελφός μου, Patrick, κι εγώ περάσαμε υπέροχα. Μαγειρεύαμε μαζί, πηγαίναμε για κολύμπι, πίναμε ένα ποτήρι κρασί και φτιάχναμε μουσική όλη νύχτα. Ήταν σαν διακοπές τριών εβδομάδων με φίλους.
–Τα ένστικτά σας οδηγούσαν μερικές φορές τη μουσική σε διαφορετικές κατευθύνσεις. Πώς διαμόρφωσε αυτή η δημιουργική ένταση τα τραγούδια που φτιάξατε μαζί;
Μπήκαμε και οι δύο στη συνεργασία με τα δικά μας ένστικτα και κάποιες φορές ακούγαμε ένα τραγούδι να πηγαίνει σε εντελώς διαφορετικές κατευθύνσεις. Αντί όμως να προσπαθούμε να πείσουμε ο ένας τον άλλον, συνήθως δοκιμάζαμε και τις δύο εκδοχές. Πολύ συχνά, η πιο ενδιαφέρουσα βρισκόταν κάπου ανάμεσα: ήταν κάτι που κανένας από τους δυο μας δεν θα είχε δημιουργήσει μόνος του. Νομίζω πως από εκεί προήλθε μεγάλο μέρος της μαγείας αυτής της συνεργασίας.
–Τι πιστεύεις ότι έφερες εσύ στον ήχο του «Mimose», το οποίο ίσως δεν υπήρχε ή δεν ήταν τόσο ορατό νωρίτερα στη μουσική του Parra for Cuva; Και τι πρόσθεσε η συνεργασία μαζί του στη δική σου μουσική γλώσσα;
Νομίζω ότι αυτή η συνεργασία άνοιξε και για τους δυο μας ορισμένες πόρτες, μας έδειξε νέες κατευθύνσεις και μας έδωσε πραγματική έμπνευση. Αυτό που ξεχώρισα ήταν ο τρόπος με τον οποίο αφεθήκαμε και εμπιστευτήκαμε ο ένας τον άλλον. Κανείς μας δεν δίσταζε να είναι ειλικρινής όταν έβλεπε τον τόνο κόκκινο αντί για μπλε. Επειδή υπήρχε τόσο μεγάλη εμπιστοσύνη, κάναμε μερικές φορές ένα βήμα προς ένα χρώμα που ίσως διαφορετικά να μην είχαμε επιλέξει. Διασκεδάσαμε, επίσης, πάρα πολύ και πειραματιστήκαμε αρκετά – και νομίζω πως αυτό ακούγεται στον ήχο μας. Η συνεργασία πρόσθεσε σίγουρα ένα καινούργιο χρώμα σε όσα ξεκινήσαμε μαζί, αλλά και γενικότερα στον τρόπο με τον οποίο δημιουργούμε μουσική.
–Τώρα μεταφέρετε αυτή τη σχέση από το στούντιο στη σκηνή. Ποιος ακριβώς είναι ο ρόλος σου στο live show και πόσος χώρος υπάρχει για αυτοσχεδιασμό και αλληλεπίδραση μεταξύ σας;
Παίξαμε μαζί για πρώτη φορά φέτος στο Burning Man. Η ιδέα μας ήταν να ενώσουμε τα live shows μας, ώστε ο καθένας να φέρει όσα έχει μάθει από τις δικές του εμφανίσεις και να περάσουμε όσο καλύτερα γίνεται. Αφαιρέσαμε, λοιπόν, ορισμένα πράγματα που απλώς θα έκαναν το set πιο περίπλοκο και επικεντρωθήκαμε στα δυνατά σημεία του καθενός. Εγώ τραγουδώ και παίζω πολύ πιάνο, ενώ ο Nicolas αναλαμβάνει τα synths και το drum pad και του αρέσει πολύ να πειραματίζεται με τα effects του. Επιλέξαμε τραγούδια και από τα δύο sets, εκείνα που αγαπάμε περισσότερο. Το αποτέλεσμα ήταν απίστευτα διασκεδαστικό. Η χαρά πάνω στη σκηνή ήταν πραγματικά διπλή.
–Οι ηλεκτρονικές εμφανίσεις βασίζονται συχνά στην ακρίβεια, αλλά το κοινό θέλει επίσης να αισθάνεται ότι κάτι μοναδικό συμβαίνει στον χώρο. Πώς ισορροπείς τη δομή με τον αυθορμητισμό πάνω στη σκηνή;
Είναι υπέροχη ερώτηση. Προσπαθώ συνεχώς να βρω την ισορροπία. Είμαι μεγάλος οπαδός της ακρίβειας και της τελειότητας, γι’ αυτό συχνά προσπαθώ να ρυθμίσω και την παραμικρή παράμετρο. Παρατηρώ, όμως, ξανά και ξανά ότι οι πιο εκπληκτικές live στιγμές είναι οι αυθόρμητες, εκείνες που δεν έχουν σχεδιαστεί. Οι στιγμές στις οποίες είμαι απλώς ένας τύπος που τζαμάρει τη μουσική του και οι άνθρωποι συντονίζονται μαζί μου, χωρίς προσδοκίες. Νωρίτερα φέτος, έκανα στο Λος Άντζελες ένα απρογραμμάτιστο live session με ανθρώπους από την κοινότητά μας. Δεν είχα προετοιμαστεί καθόλου. Έστησα γρήγορα τον εξοπλισμό μου και έπαιξα όποια τραγούδια μού έρχονταν στο μυαλό. Κατέληξε να είναι μια από τις αγαπημένες μου live στιγμές, παρότι πήγαν πάρα πολλά πράγματα στραβά – ή ίσως ακριβώς γι’ αυτό. Η επιδίωξη της τελειότητας είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα υπόθεση.
–Το να εμφανίζεσαι μέσα στον μουσικό κόσμο ενός άλλου καλλιτέχνη άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεσαι τη δική σου ταυτότητα ως Orbit; Πώς ισορροπείς τις δύο διαφορετικές σκηνικές λειτουργίες;
Βοηθά πραγματικά να απομακρύνεσαι για λίγο από το project σου και να καθαρίζεις το μυαλό σου. Ειδικά όταν εμφανίζομαι με τον Nicolas, το μυαλό μου είναι τόσο ανάλαφρο και όλη η εμπειρία είναι καθαρή διασκέδαση. Αυτή την ενέργεια την παίρνω μαζί μου και την επιστρέφω στο δικό μου project.
–Τι σχεδιάζεις αυτή την περίοδο; Υπάρχει κάποιος ήχος, κάποιο format ή μια κατεύθυνση που θέλεις να εξερευνήσεις στη συνέχεια;
Μετά την εμφάνισή μου στην Αθήνα και δύο ακόμη shows στη Γερμανία, θα κάνω ένα μικρό διάλειμμα. Τα τελευταία χρόνια βρισκόμουν σχεδόν ασταμάτητα σε περιοδεία και νομίζω ότι ήρθε η στιγμή να απομακρυνθώ για λίγο από αυτό το project και να αρχίσω απλώς να γράφω ξανά μουσική, χωρίς συγκεκριμένη ατζέντα. Νιώθω ήδη μια τεράστια δημιουργική ενέργεια να φουσκώνει μέσα μου, έτοιμη να ξεσπάσει. Δεν ξέρω όμως τι πρόκειται να συμβεί, και αυτό είναι ένα πολύ όμορφο συναίσθημα.
–Αν μπορούσες να τοποθετήσεις το επόμενο project του Orbit σε οποιοδήποτε υπαρκτό ή φανταστικό περιβάλλον, πού θα ανήκε αυτή η μουσική;
Νομίζω ότι θα ήταν στον κήπο μου, σε ένα όμορφο σημείο κάτω από ένα δέντρο. Θα προσκαλούσα όλους όσοι υπήρξαν μέρος του project τα τελευταία χρόνια, την κοινότητά μου και όλους τους ανθρώπους που προστέθηκαν στην πορεία. Θα ξαπλώναμε στο γρασίδι, θα ξεχνούσαμε για λίγο όσα συμβαίνουν στον κόσμο και απλώς θα ήμασταν παρόντες.