Μουσικη

French connection

Γιώργος Perot

Γιώργος Δημητρακόπουλος
ΤΕΥΧΟΣ 135
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Γιώργος Perot. Ο άνθρωπος πίσω από τη Γιορτή της Μουσικής. Υπεύθυνος για τις ανακλήσεις των Scissor Sisters, Fun-da-mental, Nouvelle Vague και την οργάνωση εκατοντάδων ονομάτων σε πολλές διαφορετικές σκηνές μέσα σε μια μόνο μέρα. Στις 21 Ιουνίου. Πάνω από 700 ονόματα συνολικά σε 7 χρόνια. Τον έχεις ακούσει-δει πουθενά; Ούτε εγώ. Σε μια περίοδο αποθέωσης των ασημαντοτήτων και αγιοποίησης των μετριοτήτων η διακριτική παρουσία ανθρώπων δημιουργικών και ταλαντούχων είναι σαν τη σταθερότητα στη Μέση Ανατολή. Σπάνια.

Μαμά Ελληνίδα. Μπαμπάς Γαλλο-Μαροκινός. Η μαμά πιο «Γαλλίδα» από τον μπαμπά. Αντιθέσεις που αποδείχτηκαν δημιουργικές. Μουσική οικογένεια με τετραγωνισμένα κλασική παιδεία. Αρμονία, σολφέζ, τσέλο στο Παρίσι. Στα 15 του μετακομίζει μαζί με τη μητέρα του στην Αθήνα. Μόνιμα. «Μεγάλωσα στο Παρίσι. 15 χρονών βρίσκομαι στην Αθήνα, το 1987. Mε το που έσκασα στην Αθήνα μου αλλάζει η ζωή. Εδώ έγινα άντρας. Στο Παρίσι δεν έβγαινες ποτέ μετά τις 9 μόνος σου. Δεν παίζει αυτό. Εδώ η Αθήνα ήταν για μένα ένα μικρό χωριό. Είναι ακόμη, σε σχέση με το Παρίσι. Kαι το Παρίσι δεν έχει αλλάξει πολύ από τότε. Η Αθήνα έχει αλλάξει, όμως. Τρελά».

Οι εικόνες που είχε για την Ελλάδα ζώντας την από έξω συνταίριαζε με εκείνη των περισσότερων Ελλήνων του εξωτερικού.

«Η Ελλάδα ήταν ο Δαβίδ. Έμαθα να βλέπω τα πράγματα από άλλη μεριά. Μια μικρή χώρα που την ήξεραν ελάχιστοι Γάλλοι σε σχέση με μια υπερδύναμη που ήταν η Γαλλία. Και ιστορικά ήμουν απογοητευμένος γιατί στο σχολείο μας δίδασκαν τη ρωμαϊκή εποχή και όχι την αρχαιοελληνική. Είχα την ίδια αίσθηση με όλους τους Έλληνες του εξωτερικού. Έβλεπα τον Παναθηναϊκό ή τον Ολυμπιακό στη Γαλλία με τρέλα. Ο θείος μου έστειλε για πρώτη φορά τον κλαρινετίστα Βασίλη Σούκα στη γαλλική ραδιοφωνία το 1984, και ήταν φίσκα, ακόμη δεν υπήρχε ο όρος ethnic. Έχεις μια άλλη αίσθηση πατριωτισμού όταν είσαι έξω. Την πονάω αυτήν τη χώρα κι αυτή την πόλη. Και επειδή έχω άλλες αντιλήψεις με πονάει, αλλά τα πράγματα δεν γίνονται με επαναστάσεις μόνο, απαιτείται χρόνος. Η εικόνα μετά τους Ολυμπιακούς, παρόλο που δεν ήμουν υπέρ στην αρχή, έχει αλλάξει και μας έχει βγει σε καλό. Τεράστια διαφορά στην εικόνα της Ελλάδας στο εξωτερικό. Χωρίς να εξετάζουμε το οικονομικό. Αλλά εμείς οι ίδιοι δεν κάνουμε τίποτε. Μόνο ιδιωτικές πρωτοβουλίες. Το κράτος λείπει. Ο Έλληνας δεν θυμάται πού ήταν και συνεχίζει τη μουρμούρα. Εγώ, όντας από έξω, βλέπω τεράστια διαφορά. Μου φαίνεται ότι λείπει το όραμα στον Έλληνα. Είναι λίγο χύμα. Εδώ ζω, και για 15 χρόνια είμαι κάθε μέρα ευτυχισμένος. Τα τελευταία 2-3 χρόνια βλέπω πολλούς Έλληνες που διαμορφώνουν ένα διαφορετικό λόγο, είναι η Athens Voice, δεν το λέω για κομπλιμέντο, το πιστεύω, είναι ο «Kosmos» είναι ο «Eν Λευκώ». Φεστιβάλ όπως τo Synch. Aπό την άλλη, η τηλεόραση είναι χάλια. Υπάρχει μια άλλη Ελλάδα που μεγαλώνει. Δεν είναι μόνο η reality ΤV. Πρέπει να βλέπουμε και την καλή πλευρά. Είμαστε μια κοινωνία, δεν είμαστε μονάδες μόνο. Ας λειτουργήσουμε λίγο παρεΐστικα. Να κάνεις τη ζωή σου πιο εύκολη είναι ένα δείγμα πολιτισμού.»

Όπως όλα τα πιτσιρίκια με δύο εθνικότητες δεν μπορεί να αποφύγει την κρίση ταυτότητας.

«Είχα το στερεότυπο ότι δεν γούσταρα τους Γάλλους και λάτρευα τους Έλληνες. Χαλάρωσα και στα 2 και έχω ξεφύγει από το πρόβλημα αυτό. Για τον Γάλλο δεν είμαι Γάλλος γιατί ο Παριζιάνος ποτέ δεν θα το δεχθεί. Για τους Έλληνες, όσο και να με αγαπάνε, δεν θα είμαι Έλληνας γιατί με λένε Perot και έχω ξενική προφορά. Σκέφτομαι στα γαλλικά γιατί αυτή είναι η μητρική μου γλώσσα. Όλα είναι σχετικά».

Μεγάλωσε με κλασική μουσική, σνόμπαρε την ποπ των eighties, την οποία άκουσε ετεροχρονισμένα αργότερα και τον γοητεύει η fusion.

«Σπίτι ακούγαμε πολύ κλασική, αρκετή jazz, Beatles, αλλά και το τραγούδι του Σαββόπουλου από την Μπέλλου. Στα 15 είχαμε και λίγο ρέγκε και λίγο ποπ, άκουγα πιο πολύ Μiles Davies παρά Μadonna και Duran Duran. Πολλά παραδοσιακά όπως ουγγρικά, γιουγκοσλαβικά, το μυστήριο των βουλγάρικων φωνών, πολύ Cure, λίγο rap. Άκουγα λίγο από όλα. Και πέρασα και τη metal περίοδο. Συνολικά, ακούω αυτό που πάντα μου άρεσε. Fusion. Μου αρέσει πολύ η electro-world-jazz-funk».

Το φετινό Μουντιάλ αναστάτωσε λίγο τα πράγματα στη φετινή Γιορτή της Μουσικής.

«Η Κλαυθμώνος ήταν αντίστοιχη με πέρσι. Η Τεχνόπολη είχε τριπλάσιο κόσμο και η Κοτζιά έχασε τις 2 πρώτες μέρες 1.000-1.500 άτομα την ώρα. Είχε μια απώλεια της τάξης του 10-15%. Και είχαμε και πολλές αντιπαραθέσεις με την αστυνομία. Υπάρχουν νομικά κενά. Αν παραπονεθεί ένας γείτονας η αστυνομία πρέπει να επέμβει. Καλά είναι, γιατί στην Αγγλία πάει μέχρι τις 10 το βράδυ. Αλλά ξεκινάει στις 12 το μεσημέρι. Εδώ, με τέτοια ζέστη, δεν γίνεται».

H πιο δύσκολη ανάκληση δεν ήταν των Scissor Sisters γιατί έγινε πριν κάνουν το μεγάλο μπαμ, αλλά οι 1 Giant Leap.

«Είχα να συνεργαστώ με τρία διαφορετικά γραφεία. Με μάνατζμεντ από τον Maxi Jazz στο ένα γραφείο, και τους Faithless στο άλλο. Και με τον Jamie Catto και τη Whirimako Black από τη Νέα Ζηλανδία που δεν είχε βγει ποτέ από τη χώρα της. Τρελά πράγματα. Και τελικά, για να τα πούμε την αλήθεια, ήταν από τα πιο δύσκολα σχήματα. Ενώ ήταν από τα λίγα πράγματα που με έχουν παθιάσει μουσικά εμένα και πολύ κόσμο. Ήταν ένα απίστευτο project. Στην ουσία, οι άνθρωποι που το δημιούργησαν αυτό είναι πολύ δύσκολοι οι ίδιοι. Ενώ είναι τόσο global και τόσο όμορφο το project, οι ίδιοι είναι πολύ σνομπ. Οπότε δεν ήταν ευχάριστο. Ενώ οι Scissor Sisters που ήταν σνομπ και μας είχαν αλλάξει τα φώτα και τα γραφεία των managers ήταν εκνευριστικά, ήταν πιο συμπαθητικοί όταν ήρθαν εδώ».

H Γιορτή στην Ελλάδα ξεκίνησε από την πρόταση του Γάλλου διοργανωτή στον Perot, που εκείνη τη στιγμή δεν πίστευε στα αυτιά του.

«Το ’98 γνώρισα το Γάλλο διοργανωτή και υπεύθυνο του ευρωπαϊκού συντονισμού, που μου λέει ότι στην Ελλάδα δεν γίνεται η Γιορτή, προσπαθούμε πολλά χρόνια και μας κοροϊδεύουν. Θέλεις να έχεις το δικαίωμα διοργάνωσης; Λέω από μέσα μου πλάκα μου κάνει αυτός. Έτσι είναι, αν έχεις δει τι γίνεται στη Γαλλία όπου παίζει ο James Brown δωρεάν στην Place de la Republic με 150.000 θεατές. Στη Γαλλία αυτό που γίνεται είναι να έχεις μουσική παντού. Εδώ, στο Σκουφάκι, για παράδειγμα, έχεις μουσική, απέναντι στο Tribeka, στην πλατεία, έχεις μουσική, στα μπαλκόνια, στα ΚΑΠΗ βγαίνουν έξω με παρτιτούρες και τραγουδούν. Τίποτε σπουδαίο. Μια όμορφη μέρα μουσικής. Έξω έχει πολύ περισσότερες σκηνές. Μόνο εδώ έχουμε 1-2 σκηνές με 7-8 ονόματα. Γιατί έξω έχουν πολλές χρηματοδοτήσεις από το κράτος. Είναι δύσκολο».

Γιατί όμως άργησε να εδραιώσει τη φήμη του στην Ελλάδα ένας μεγάλος ευρωπαϊκός θεσμός;

«Ο κόσμος άρχισε να ανταποκρίνεται από το 2003. Η αστυνομία ήταν όλη στη Θεσ/νίκη για κάποια επεισόδια και πήγε η συναυλία μέχρι τις 4.30 το πρωί και τα κυλικεία και οι καντίνες είχαν ξεπουλήσει στις 12.00. Από τότε άρχισε να παίρνει μπρος το όλο πράγμα. Το 2000, που ήταν η δεύτερη χρονιά, ήταν το συλλαλητήριο του αρχιεπίσκοπου Χριστόδουλου που ακύρωσε τα πάντα. Εγώ τόσο μεγάλη συγκέντρωση δεν έχω κάνει ακόμη. (Γέλια) Είχαμε προγραμματίσει Deep Forest τότε».