- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- VOICE RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Urca de Lima: Μια θεσσαλονικιώτικη κολεκτίβα ταξιδεύει την τζαζ σε νέα μουσικά λιμάνια
Συνδυάζουν τζαζ, λάτιν, σουίνγκ και σύγχρονους ήχους – Μιλούν για την πορεία και τους επόμενους σταθμούς τους
Ο Ιάσονας Ζάραγκας των Urca de Lima μιλά για τη σκηνή της Θεσσαλονίκης, τη δύναμη της τζαζ και τα επόμενα μουσικά ταξίδια της κολεκτίβας
Με το όνομά τους δανεισμένο από ένα ιστορικό ισπανικό ναυάγιο του 18ου αιώνα που μετέφερε θησαυρούς από την Αμερική στην Ευρώπη, οι Urca de Lima ταξιδεύουν στους δικούς τους μουσικούς ωκεανούς, ανασύροντας και αναμειγνύοντας πολύτιμα ηχητικά υλικά.
Η κολεκτίβα των Urca de Lima από τη Θεσσαλονίκη, που γεννήθηκε το 2021 μέσα από τους κόλπους του Σύγχρονου Ωδείου Θεσσαλονίκης, συνδέει αριστοτεχνικά τη swing και τη latin cumbia με την jazz παράδοση του αυτοσχεδιασμού, το trip hop και τους κοινωνικοπολιτικούς στίχους. Μετά το ντεμπούτο EP «Azule Tapes» (2022) και τον ολοκληρωμένο, αλληγορικό steampunk δίσκο «Steam City», το σχήμα συνεχίζει να αποδεικνύει πως η τέχνη μπορεί να παραμένει κοινωνικά αφυπνισμένη, λυρική και ταυτόχρονα άκρως ξεσηκωτική.
Πρόσφατα, το συγκρότημα βρέθηκε στην Εύβοια, όπου παρουσίασε το Jazz Set της στο φεστιβάλ «Της τέχνης τα ιάματα» στους Καλημεριανούς Κύμης, αποσκοπώντας στη δημιουργία μιας ζεστής «όασης φωτός» απέναντι στο σκοτάδι των καιρών.
Με τους Urca de Lima να ετοιμάζουν ήδη τις αποσκευές τους για το Jazz Festival της Τήνου στις 28-29 Αυγούστου, μιλήσαμε με τον Ιάσονα Ζάραγκα, ιδρυτή, συνθέτη, ενορχηστρωτή και τενόρο σαξοφωνίστα του γκρουπ για τη διαδρομή τους, τη Θεσσαλονίκη, τις προκλήσεις της ανεξάρτητης δημιουργίας και τα επόμενα λιμάνια στα οποία φιλοδοξούν να ταξιδέψουν.
— Πριν από λίγες μέρες εμφανιστήκατε στην Εύβοια, στο φεστιβάλ «Της τέχνης τα ιάματα», και γράψατε ότι, στους δύσκολους καιρούς που ζούμε, τέτοιες διοργανώσεις αποτελούν «οάσεις φωτός». Τι ήταν αυτό που σας άγγιξε περισσότερο σ’ αυτή τη συναυλιακή συνάντηση με το κοινό της Κύμης;
Ζούμε σε μια εποχή όπου ο μέσος καλλιτέχνης βρίσκεται σε έναν συνεχή αγώνα επιβίωσης. Μέσα σ’ αυτή την ατέρμονη αναζήτηση για δουλειές, για τρόπους να βγάλεις τον μήνα και να έχεις μια έστω αξιοπρεπή οικονομική κατάσταση, το να σου δίνεται η ευκαιρία να ταξιδέψεις τη μισή και βάλε χώρα, για να παρουσιάσεις, επιπλέον, τη μουσική που αγαπάς είναι κάτι πάρα πολύ σημαντικό και σπάνιο. Πόσο μάλλον όταν βρίσκεσαι μπροστά σε ένα κοινό και μια διοργάνωση που σε υποδέχονται με απίστευτη αγάπη και φιλοξενία, αλλά ταυτόχρονα έχουν την παιδεία και την περιέργεια να έρθουν σε επαφή με ένα είδος μουσικής που στην Ελλάδα δεν χαίρει ευρείας αποδοχής και με το οποίο το κοινό δεν είναι ιδιαίτερα εξοικειωμένο, όπως η jazz.
Αυτό είναι πραγματικά σπάνιο. Διοργανώσεις σαν αυτή που ζήσαμε στην Κύμη είναι οάσεις φωτός μέσα σε μια κανονικότητα βαθιού σκοταδιού στον πολιτιστικό χώρο της Ελλάδας, όπου δεν υπάρχει ούτε η πρωτοβουλία ούτε η στήριξη που θα χρειαζόταν ώστε να ενισχυθούν ουσιαστικά ο πολιτισμός και οι καλλιτέχνες του τόπου μας και να έρθουν σε επαφή με το ίδιο το κοινό της χώρας. Τέτοιες πρωτοβουλίες γίνονται σήμερα δυνατές χάρη, κατά βάση, στο μεράκι και τον κόπο συγκεκριμένων ανθρώπων, που έχουν τη δίψα και την ανάγκη να προωθήσουν την τέχνη στον τόπο τους.
— Από το πρώτο EP «Azule Tapes» μέχρι το «Steam City» και τις φετινές συναυλίες, αισθάνεστε ότι βρήκατε πλέον την ταυτότητα των Urca de Lima ή θεωρείτε ότι το συγκρότημα βρίσκεται ακόμη σε φάση αναζήτησης;
Η φάση της αναζήτησης δεν σταματάει ποτέ, εφόσον θέλεις να παραμείνεις δημιουργικός και να μη συμβιβάζεσαι με εύκολες «συνταγές». Όταν ξεκίνησα το project των Urca de Lima, ο πρώτος μας στόχος ήταν να παίζουμε live μουσική. Έκτοτε έχουν αλλάξει πολλά, αλλά σίγουρα δεν έχω βρει ακόμη κάποια ξεκάθαρη ταυτότητα που θα μπορούσα να ορίσω με λέξεις. Το μόνο σίγουρο είναι πως η Urca ήταν, είναι και θα είναι ένα project που θα παραμένει πάντα ανοιχτό και θα αναζητά τη συμμετοχή πολλών ανθρώπων. Μέσα από τη ζύμωση διαφορετικών προσωπικοτήτων, παραστάσεων και γνώσεων, θέλουμε να δημιουργούμε ένα όσο το δυνατόν πιο όμορφο και δημιουργικό αποτέλεσμα. Φέτος αποφάσισα να χωρίσω το project σε τρία διαφορετικά sets: ένα αμιγώς jazz, ένα αμιγώς Latin/Latin-Jazz κι ένα πιο μοντέρνο. Το πρώτο που ολοκλήρωσα ήταν το αμιγώς jazz, το οποίο και παρουσιάσαμε στην Κύμη. Το πού θα οδηγήσει όλο αυτό, όμως, δεν το γνωρίζω. Ίσως κάποια στιγμή βρεθεί αυτό που λέμε μια καθαρά δική μας ταυτότητα και ένας δικός μας ήχος. Αλλά, ακόμη κι αν συμβεί αυτό, αν σταματήσουμε να προσπαθούμε να εξελίσσουμε τον ήχο μας και τους εαυτούς μας, θα έχουμε αποτύχει.
— Στο άλμπουμ «Steam City» δημιουργήσατε ένα ολόκληρο αφηγηματικό σύμπαν, όπου η μουσική συνομιλεί με κοινωνικές αλληγορίες και μια steampunk αισθητική. Σκέφτεστε πρώτα την ιστορία που θέλετε να αφηγηθείτε ή ο ήχος είναι εκείνος που γεννά τελικά την αφήγηση;
Στη δική μου περίπτωση, είναι ξεκάθαρα ο ήχος που γεννά την αφήγηση. Σπούδασα τη μουσική τέχνη και μ’ αυτήν, αλλά και μέσα από αυτήν, νιώθω μεγαλύτερη άνεση να εκφραστώ και να δημιουργήσω. Καθώς όμως είχα από πολύ μικρός τεράστια αγάπη για τη λογοτεχνία, και κυρίως για τη λογοτεχνία του Φανταστικού, μου βγήκε πολύ φυσικό να συνδυάσω τη μουσική σύνθεση με τη δημιουργία ενός παραμυθιού, ενός φανταστικού σύμπαντος. Θεωρούσα πάντα τα παραμύθια και τους συμβολισμούς του fantasy genre έναν από τους πιο όμορφους και ουσιαστικούς τρόπους για να αγγίξεις ζητήματα που αφορούν την πραγματικότητα, την καθημερινότητά μας, τα βιώματά μας και τα κοινωνικά ζητήματα που μας απασχολούν.
Η ρεαλιστική προσέγγιση πολλές φορές μπορεί να προσκρούσει πάνω στις πεποιθήσεις που κουβαλάει ο καθένας μας και να τον κάνει να οχυρωθεί πνευματικά απέναντι σε ιδέες, αντιλήψεις ή γεγονότα. Ένα παραμύθι, όμως, έχει την ικανότητα να ξεπερνά αυτές τις πεποιθήσεις, αυτές τις οχυρώσεις, και να μας αγγίζει ουσιαστικά στο πιο αγνό κομμάτι του εαυτού μας: στο παιδί που ακούει μια ιστορία. Έτσι, μέσω συμβολισμών και μεταφορών, σου δίνεται η δυνατότητα να αγγίξεις ακόμη και ανθρώπους που μπορεί να ήταν αρνητικά προκατειλημμένοι απέναντι σε ένα γεγονός ή σε μια κοινωνική συνθήκη που θέλεις να περιγράψεις.
— Η μουσική σας βασίζεται στον αυτοσχεδιασμό, όμως ταυτόχρονα προϋποθέτει μεγάλη πειθαρχία, ειδικά σε ένα πολυμελές σχήμα. Πώς λειτουργεί στην πράξη η δημιουργική διαδικασία μέσα στην μπάντα; Υπάρχει κάποιος «καπετάνιος» ή όλα χτίζονται συλλογικά;
Η απάντηση σε αυτή την ερώτηση δεν μπορεί να είναι άσπρο-μαύρο. Η αλήθεια είναι πως, όταν ξεκίνησα αυτό το project, το όραμά μου ήταν να καταφέρουμε συλλογικά να εξελίξουμε αυτή τη μουσική πρωτοβουλία. Στην πορεία, όμως, η ζωή και η πραγματικότητα ήρθαν και χτύπησαν την πόρτα και καταλάβαμε πως ο καθένας είχε τους δικούς του στόχους, τη δική του καθημερινότητα, τα δικά του οράματα που εξελίσσονταν και, τελικά, δεν μπορούσαν όλοι να επενδύσουν στον ίδιο βαθμό σε ένα project που, στην τελική, ξεκίνησα εγώ, με το δικό μου όραμα και τη δική μου πρωτοβουλία. Οπότε, θέλοντας και μη, αναγκάστηκα να αναλάβω την ευθύνη της ηγεσίας. Αυτό σήμαινε πολύ τρέξιμο, πολύ άγχος, πολλή δουλειά και, προφανώς, πολλές ευθύνες — όχι μόνο στο δημιουργικό κομμάτι. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει πως στην πορεία δεν βρέθηκαν υπέροχοι άνθρωποι που προθυμοποιήθηκαν να μοιραστούν αυτό το φορτίο. Στο Jazz Set μας, που πλέον έχει μια σταθερή βάση με δυόμισι ώρες προγράμματος, από τη νέα χρονιά θα προστεθούν και ενορχηστρώσεις και συνθέσεις άλλων μελών της μπάντας. Μπορεί η ομάδα και το όραμα να χρειάζονται μια ηγεσία που θα τρέξει το project και θα θέσει τις σταθερές βάσεις για να πραγματοποιηθεί αυτό το όραμα, αλλά χωρίς τη συνδρομή, τη βοήθεια και τη συμμετοχή όλων, αυτό το όραμα δεν θα ήταν ποτέ εφικτό και δεν θα είχε φτάσει ποτέ στο επίπεδο που έχει φτάσει.
— Σε παλαιότερη συνέντευξή σας είχατε πει ότι η μίξη διαφορετικών μουσικών παραδόσεων δεν είναι για εσάς «κατάρα αλλά ευχή». Υπάρχουν σήμερα νέα μουσικά είδη ή πολιτισμοί που σας έχουν κινήσει το ενδιαφέρον και ίσως επηρεάσουν τον επόμενο δίσκο σας;
Η αλήθεια είναι πως τα κομμάτια του νέου μας δίσκου, μέχρι τώρα, δεν αντλούν επιρροές από νέους πολιτισμούς, αλλά κυρίως από πιο σύγχρονους ήχους. Η σταθερή επιρροή της Λατινοαμερικάνικης και της Βορειοαμερικάνικης μουσικής παράδοσης παραμένει παρούσα, αλλά πλέον με πολύ πιο σύγχρονα χαρακτηριστικά, όπως στοιχεία Reggaeton, Drum’n’Bass και έναν πιο σύγχρονο Jazz-Fusion ήχο. Κάποια στιγμή ευελπιστώ να ανοιχτούμε και σε νέες μουσικές παραδόσεις, όπως αυτές της Ανατολής ή της Αφρικής, αλλά αυτό είναι κάτι ακόμη πολύ θολό και μακρινό.
— Η Θεσσαλονίκη υπήρξε για δεκαετίες μια πόλη που γεννούσε συγκροτήματα. Σήμερα, όμως, οι χώροι δημιουργίας και συνάντησης των μουσικών λιγοστεύουν, ενώ η τουριστική ανάπτυξη αλλάζει τον χαρακτήρα γειτονιών όπως τα Λαδάδικα και η Βαλαωρίτου, όπου τα πρόβαδικα και τα στούντιο τα οποία κάποτε έδιναν πνοή στις τοπικές μπάντες έχουν πλέον μετατραπεί σχεδόν όλα σε Airbnb. Πιστεύετε ότι η πόλη εξακολουθεί να μπορεί να παράγει νέες μουσικές σκηνές ή κινδυνεύει να χάσει ένα σημαντικό κομμάτι της πολιτιστικής της ταυτότητας;
Δεν κινδυνεύει να το χάσει, το έχει χάσει ήδη. Η Θεσσαλονίκη ήταν μια πόλη που ζούσε και ανέπνεε μουσική εδώ και δεκαετίες. Η συνεχής οικονομική πίεση στους μουσικούς, η αδυναμία τους να βγάζουν τα προς το ζην αξιοπρεπώς, η έλλειψη χώρων συνάντησης όπου μπορούν να καλλιεργήσουν τις καλλιτεχνικές τους ταυτότητες, η έλλειψη επαρκών μαγαζιών και χώρων που να στηρίζουν τη live μουσική, αλλά ακόμη και η απουσία διαθέσιμων χώρων όπου μπορούν να μελετήσουν —όπως συμβαίνει πλέον με τα στούντιο στη Βαλαωρίτου και τα Λαδάδικα— δείχνουν μια κατάσταση διαρκούς παρακμής και πτώσης, η οποία έχει ξεκινήσει εδώ και καιρό και έχει απογειωθεί τα τελευταία χρόνια. Στον βωμό του γρήγορου κέρδους από μια τουριστική ανάπτυξη χωρίς μακροπρόθεσμο πλάνο, θυσιάζουμε την πολιτιστική κληρονομιά μιας πόλης και έναν ολόκληρο κλάδο καλλιτεχνών. Το πρόσφατο κλείσιμο ενός από τους πιο δημιουργικούς και όμορφους χώρους της πόλης, του «Ορατού», είναι άλλό ένα γεγονός που αναδεικνύει την προβληματική αυτή πολιτιστική παρακμή της πόλης. Μα αυτό δεν είναι ένα φαινόμενο που αφορά μονάχα τη Θεσσαλονίκη, αλλά ολόκληρη τη χώρα.
— Η jazz είναι μια μουσική γλώσσα με τεράστια ιστορία, αλλά συχνά θεωρείται δύσκολη ή ελιτίστικη από μερίδα του κοινού. Για τους Urca de Lima, τι σημαίνει jazz, γιατί την επιλέξατε ως πυξίδα στον ήχο σας και πόσο εύκολο είναι να επικοινωνηθεί η ελευθερία και ο αυτοσχεδιασμός της στο ελληνικό κοινό σήμερα;
Μπορώ να μιλήσω κατά βάση για εμένα, αν και ένα μεγάλο κομμάτι των μελών και των ανθρώπων που έχουν περάσει από την Urca de Lima έχουν σπουδάσει και αγαπούν αυτή τη μουσική. Για εμένα, η jazz είναι ελευθερία. Η ελευθερία του να μιλάς μια γλώσσα —τη μουσική γλώσσα— και να διευρύνεις ασταμάτητα τους κανόνες που την περιορίζουν. Αυτή η ελευθερία, όμως, κατακτιέται με απίστευτη πειθαρχία και με την εκμάθηση κανόνων και ορισμών, τους οποίους στην πορεία μαθαίνεις ακόμη και να ξεπερνάς. Την επέλεξα ως πυξίδα για τη μουσική μας γιατί η ουσία της jazz είναι να βάζει ο καθένας το λιθαράκι του, τον μουσικό του εαυτό και τη δική του γλώσσα μέσα σε ένα μουσικό έργο —είτε συνθετικά, είτε παικτικά, είτε αυτοσχεδιαστικά. Πάντα ήθελα η μουσική μας να έχει αυτόν τον συλλογικό πλούτο και να μην είναι κάτι που απλώς παίζουμε ρομποτικά. Την επέλεξα επίσης γιατί θεωρώ πως οι αρμονίες, οι ρυθμοί και οι μελωδίες που μας δίδαξε η jazz δημιουργούν μια από τις πιο πλήρεις παλέτες για να επικοινωνήσεις τη δική σου μουσική γλώσσα, είτε συνθετικά είτε παικτικά. Προφανώς, το να επικοινωνηθούν όλα αυτά σε ένα κοινό που δεν είναι εξοικειωμένο με αυτόν τον ήχο δεν είναι εύκολο. Όμως αυτή ακριβώς η πρόκληση —το να κάνεις ανθρώπους να εκτιμήσουν και να αγαπήσουν κάτι που δεν γνωρίζουν και που δεν τους είναι οικείο— κάνει την προσπάθεια, αλλά και την ανταμοιβή της, ακόμη πιο ουσιαστική και σημαντική.
— Έχετε πλέον αρκετές συναυλίες στο ενεργητικό σας. Υπάρχει κάποια στιγμή επί σκηνής που σας έκανε να καταλάβετε ότι οι Urca de Lima αρχίζουν να αποκτούν το δικό τους κοινό και να δημιουργούν μια πραγματική σχέση μαζί του;
Με το αρχικό project και σχήμα των Urca de Lima, υπήρξαν αρκετές τέτοιες στιγμές, ιδιαίτερα με το κοινό της Θεσσαλονίκης. Μπορεί να φανεί παράξενο, αλλά η μεγαλύτερη σύνδεση και επικοινωνία που έχουμε βιώσει με το κοινό δεν ήταν ούτε σε κάποια μεγάλη σκηνή ούτε σε κάποιο φεστιβάλ, αλλά σε μικρούς μουσικούς χώρους της πόλης. Και αυτές ήταν και θα είναι οι πιο ευχάριστες συναυλίες που έχουμε πραγματοποιήσει, εκεί όπου το κοινό βρίσκεται ακριβώς μπροστά σου και συμμετέχει άμεσα σε όλη την τελετουργία της συναυλίας. Θυμάμαι χαρακτηριστικά έναν χώρο που πλέον έχει κλείσει, τον «Παπαγάλο», στο κέντρο της πόλης, όπου είχαμε πραγματοποιήσει μερικά από τα πιο δυνατά και όμορφα live μας, ακριβώς από άποψη επικοινωνίας με το κοινό.
— Σε λίγες εβδομάδες θα βρεθείτε στο Tinos Jazz Festival. Τι σημαίνει για εσάς η συμμετοχή σε ένα φεστιβάλ που απευθύνεται σε κοινό με ιδιαίτερη σχέση με τη jazz; Θα παρουσιάσετε κάτι διαφορετικό από όσα έχουμε ακούσει μέχρι σήμερα;
H συμμετοχή μας στο Tinos Jazz Festival για εμάς είναι μια μεγάλη πρόκληση γιατί θα βρεθούμε σε πλαίσια ενός φεστιβάλ με ανθρώπους και μουσικούς που γνωρίζουν και κατανοούν το project και την μουσική που παρουσιάζουμε, και που άρα η κρίση τους θα είναι και πολύ πιο αυστηρή. Αλλά θεωρώ πώς τέτοιες προκλήσεις έρχονται πάντα για να σε εξελίξουν, και να σε κάνουν να αφιερωθείς ακόμη πιο έντονα στους στόχους σου και την εξέλιξη τους, οπότε για έμενα αυτό το live είναι μια απίστευτη ευκαιρία, και θα είναι σίγουρα μια απίστευτη εμπειρία.
— Το όνομά σας παραπέμπει σε ένα πλοίο που μετέφερε θησαυρούς από τον Νέο Κόσμο στην Ευρώπη. Αν οι Urca de Lima μπορούσαν να σαλπάρουν σήμερα για οποιοδήποτε μουσικό «λιμάνι» στον κόσμο, είτε πρόκειται για μια σκηνή, ένα φεστιβάλ ή μια συνεργασία, ποιος θα ήταν ο επόμενος μεγάλος προορισμός τους;
Οι Urca de Lima ξεκίνησαν ως μια μπάντα με κύριο και βασικό ήχο τη Λατινοαμερικάνικη μουσική. Αυτή η μουσική θα με καθορίζει και θα καθορίζει και την ίδια την μπάντα πάντα. Ακόμη κι αν κάνουμε projects που επικεντρώνονται σε διαφορετικά είδη, θα είναι πάντα κομμάτι του συνόλου μας. Ένα από τα μεγαλύτερά μου όνειρα θα ήταν να βρεθώ σε μια χώρα της Λατινικής Αμερικής και να παίξουμε τις συνθέσεις μας, τις δικές μας μουσικές, που έχουν εμπνευστεί από τις δικές τους παραδόσεις, μπροστά στους ίδιους τους ανθρώπους αυτών των τόπων.