Μουσικη

1961 στη Μικρή Επίδαυρο: Μια μουσική παράσταση που αναδύει από τα ερείπια έναν μεγάλο έρωτα

Ο Κορνήλιος Σελαμσής εμπνέεται από μια ιστορία που συνδέεται με τα ξενοδοχεία Ξενία του Άρη Κωνσταντινίδη - Το κείμενο υπογράφει ο Γιάννης Αστερής και τη σκηνοθεσία ο Χάρης Φραγκούλης

Νίκη - Μαρία Κοσκινά
5’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

1961 στη Μικρή Επίδαυρο, ή αλλιώς πώς η μουσική, τα φώτα και η αφήγηση μάς ταξιδεύουν στον χώρο και τον χρόνο

Ο Κορνήλιος Σελαμσής παρουσίασε στη Μικρή Επίδαυρο την παράσταση «1961», που εμπνέεται από μια ιστορία αγάπης, η οποία συνδέεται με τα ξενοδοχεία Ξενία του Άρη Κωνσταντινίδη. Ενώ άλλοτε ανθούσαν σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας, τα τελευταία χρόνια τα βρίσκουμε ερειπωμένα και εγκαταλελλειμένα... Η αρχική ιδέα ήταν να παρουσιαστεί στα ερείπια ενός Ξενία, αλλά καθώς τούτο δεν κατέστη εφικτό, έφτιαξε στο Μικρό Θέατρο της Αρχαίας Επιδαύρου το σκηνικό που ήθελε για να μας μεταφέρει με τον δικό του τρόπο μια ιστορία αγάπης, που θα μπορούσε να είναι η δική μου ή δική σας... Όπως αναφέρεται στην περιγραφή της μουσικής παράστασης, πρόκειται για μια εκδρομή στα ερείπια του παρόντος, για δύο φωνές και έξι όργανα. Το λιμπρέτο υπογράφει ο Γιάννης Αστερής ενώ τη σκηνοθεσία έχει επιμεληθεί ο Χάρης Φραγκούλης. Αυτό που παρακολουθούμε επί σκηνής δεν ανήκει ξεκάθαρα σε κάποιο είδος.

Το «1961» είναι η παράσταση που κλείνει για φέτος τον νέο κύκλο του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου με τον τίτλο C_Music now, που αντιμετωπίζει τη μουσική σε διάλογο με τις υπόλοιπες τέχνες, ως ολιστική εμπειρία. Αποτελεί ένα υβριδικό έργο μουσικού θεάτρου που δεν τηρεί ούτε τους κανόνες της όπερας αλλά ούτε και του θεάτρου. Παράλληλα εντάσσεται και στο Systema for the Greek Performing arts, τη νέα πλατφόρμα συνεργασίας του ΦΑΕ, του Εθνικού Θεάτρου και του Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας. 

© Karol Jarek

1961 του Κορνήλιου Σελαμσή στη Μικρή Επίδαυρο

Τα φώτα του Αρχαίου Θεάτρου της Μικρής Επιδαύρου ανοίγουν και έξαφνα η σκηνή γεμίζει χρώματα. Ενώ η promo φωτογράφιση της παράστασης ήταν ασπρόμαυρη, οι μουσικοί -όλες γυναίκες- είναι ντυμένες με τουαλέτες - όλες σε έντονα χρώματα, που παραπέμπουν σε άλλες δεκαετίες, όπως και ο τίτλος της παράστασης. Οι γυναίκες μπαίνουν σιγά σιγά στη σκηνή, παίρνουν τις θέσεις τους και η παράσταση ξεκινά. Ο μόνος άντρας που εμφανίζεται στην άκρη της σκηνής είναι ο μαέστρος και εμπνευστής του «1961», ο Κορνήλιος Σελαμσής, ντυμένος και αυτός με ρούχα που ταιριάζουν με εκείνα των γυναικών και μας γυρνούν πίσω στη δεκαετία του 1960.

Ένα μελωδικό τραγούδι ανοίγει την παράσταση και μιλά για την ανεμώνη. Η Σίσσυ Μακροπούλου, που παίζει άρπα, ντυμένη στα φούξια, αρχίζει να τραγουδά, μεταφέροντάς μας ήδη σε μια άλλη εποχή. Σίγουρα οι συνειρμοί που δημιουργούνται -αλλά και οι αναφορές του δημιουργού- ενδέχεται να είναι διαφορετικοί για τον καθένα, αλλά εμένα με ταξίδεψε σε μια γνωστή ταινία του ελληνικού κινηματογράφου, στο «Τζένη Τζένη», του 1966, και στη σκηνή που εμφανίζεται να τραγουδά η Νόρα Βαλσάμη, στην πρώτη της κινηματογραφική εμφάνιση το τραγούδι «Το μεγάλο μυστικό μας», ενώ η Τζένη Καρέζη φοράει ένα καταπληκτικό ροζ παστέλ φόρεμα. Το τραγούδι του Σελαμσή μάς μιλά για την ανεμώνη που την έκοψαν και την ξέχασαν... Οπότε ήδη καλλιεργεί μια μελαγχολική διάθεση, η οποία προμηνύει και όλα όσα θα συμβούν στη συνέχεια, τα οποία ωστόσο παρουσιάζονται με έναν ποιητικό και αφαιρετικό τρόπο, με πολλά πράγματα τόσο να υπονοούνται όσο και να αφήνονται στη φαντασία του θεατή. 

Κατά τη διάρκεια της παράστασης, δίνεται μεγάλη σημασία τόσο στους οξείς ήχους-θορύβους που αναπαράγει ένα τσέλο όσο και στους πολλούς και διαφορετικούς ήχους που παράγουν τα κρουστά. Παράλληλα, ο Κορνήλιος Σελαμσής και ο Χάρης Φραγκούλης -που υπογράφει τη σκηνοθεσία- εκμεταλλεύονται όλον τον χώρο του Θεάτρου της Μικρής Επιδαύρου κρύβοντας στο σκοτάδι διάφορα μουσικά όργανα, τα οποία αποκαλύπτονται όταν πέσει πάνω τους το φως ή όταν βρεθεί κάποιος μουσικός προς το μέρος και τα κάνει να ηχήσουν. Η μουσικός που κινείται περισσότερο στον χώρο είναι η  Καζούγιο Τσουνεχίρο στα κρουστά. Μαζί της ανακαλύπτουμε κάποια μουσικά όργανα που είναι διάσπαρτα στον χώρο - ανάμεσά τους ένα γκονγκ. 

© Karol Jarek

Το μελωδικό- ατμοσφαιρικό εναρκτήριο τραγούδι διαδέχεται μια απότομη μουσική μετάβαση -που εκφράζεται κυρίως μέσα από τους οξείς ήχους του τσέλου (Μαρία Σκανδάλη). Τότε εμφανίζεται η μια από τις δυο πρωταγωνίστριες της παράστασης, η Μαρία Σκουλά, για ξεκινήσει να μας διηγείται την ιστορία αγάπης: «ερωτευμένη με τα σπαστά ελληνικά του που τα τραγούδαγε σαν ιταλικά και με τις άτσαλες κινήσεις του», αναφέρει. Η πρόζα εναλλάσσεται με τη μουσική, για να μας μεταφέρει όλες τις πληροφορίες με έναν ιδιαίτερο, θα λέγαμε τρόπο, που κρατά την προσοχή μας σε εγρήγορση ενώ αναμένουμε συνεχώς το ποιος θα κάνει το επόμενο βήμα για να πάρει τον λόγο... 

«Πρώτη φορά κάνανε έρωτα Χριστούγεννα. Αν γεννηθείς Χριστούγεννα σημαίνει πως η σύλληψή σου έγινε ανήμερα του Ευαγγελισμού. Συνέλαβαν τον έρωτά τους ανήμερα του Ευαγγελισμού». Κάπως έτσι ξεκινούν όλα σε αυτόν τον έρωτα. Και μεταφερόμαστε μακριά, στο Χάμστεντ του Λονδίνου. 

Και ενώ μιλά η Μαρία Σκουλά, εμφανίζεται η δεύτερη πρωταγωνίστρια, η άλλη Μαρία, η Μαρία Αρζόγλου. Θεωρώ ότι δεν ήταν καν τυχαίο ότι οι δυο πρωταγωνίστριες της παράστασης έχουν το ίδιο όνομα. Η ώριμη ξανθιά εκδοχή, ντυμένη στα μαύρα (Μαρία Σκουλά) και η νεότερη μελαχρινή εκδοχή ντυμένη στα μπλε (Μαρία Αρζόγλου). 

Παράλληλα, τα ηχοτοπία που δημιουργούν τα μουσικά όργανα είναι τόσο έντονα και «ομιλητικά» που θα λέγαμε πως μοιάζει σαν να παίρνουν τον λόγο και να κάνουν διάλογο με τις πρωταγωνίστριες. 

Από την άλλη, στο βάθος του θεάτρου της Μικρής Επιδαύρου βρίσκεται το μικρό σπίτι, που λειτουργούσε κι εκείνο κάποτε ως κανονική κατοικία και φέρει από μόνο του μνήμες των περασμένων. Εκεί πηγαινοέρχεται με έναν σχεδόν τελετουργικό τρόπο η ομάδα των φοιτητριών του Β' έτους από την Ανώτερη Ιδιωτική Σχολή Δραματικής Τέχνης ΤΕΧΝΩΝ ΕΚΑΤΟ, που δρα μαζί αλλά και παράλληλα με τη δράση. Εκείνες παίζουν πολύ με τα φώτα την ώρα που τραγουδούν, κρατώντας φακούς για να φωτίζουν το πρόσωπό τους, ενώ φέρουν επί σκηνής μια φρεσκάδα και μια ανεμελιά, όχι μόνο με του το τραγούδι τους αλλά και με τις κινήσεις και την αύρα τους. Και φυσικά είναι εκείνες που θα λέγαμε ότι δρουν ως οι συνδετικοί κρίκοι ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν. Ο ίδιος ο Κορνήλιος Σελαμσής μού είχε αναφέρει σχετικά με το σπιτάκι αυτό: «Μας ενδιαφέρει επίσης πολύ το σπιτάκι που μοιάζει σαν ένα δοχείο του παρελθόντος από μόνο του. Το χρέος μας είναι μέσα σ αυτό το μνημείο να δημιουργήσουμε σχέσεις χωρικές και σχέσεις πραγματολογικές, ούτως ώστε να προσπαθήσουμε και να μας φωτίσει λιγάκι και αυτό, αλλά και εμείς να το κοιτάξουμε λίγο διαφορετικά, δηλαδή να στραφούμε με έναν τρόπο σε όψεις και σε εικόνες που το μνημείο μπορεί να φτιάξει, που θα αφήσουν την ιστορία που διηγούμαστε να ανασάνει».

© Karol Jarek

Ενώ ακούμε συνεχώς για έναν Ιταλό, τον Ρικάρντο Φιόρε, τον μεγάλο έρωτα της πρωταγωνίστριας, δεν εμφανίζεται κανένας άντρας στη σκηνή. Παρά μόνο γυναίκες. Με εξαίρεση κάποια στιγμή που ο Κορνήλιος Σελαμσής -που επιτελεί και χρέη μαέστρου στην παράσταση- μετακινείται για λίγα λεπτά από την άκρη της σκηνής (στέκεται οριακά ανάμεσα στο κοινό) στο κέντρο της. 

Οι συντελεστές της παράστασης φαίνεται να έχουν αναμετρηθεί πολύ καλά με τον χώρο. Σε μια πολύ δυνατή και ονειρική στιγμή της παράστασης που μιλά για το φεγγάρι, οι προβολείς πέφτουν πάνω σε αυτό, στο αληθινό φεγγάρι που βλέπουμε στον ουρανό και μας δίνουν χρόνο να το απολαύσουμε ενώ ακούμε την ιστορία. Στη συνέχεια, ένα τεχνητό σύννεφο προβάλλεται στην άλλη πλευρά, στην πίσω μεριά του θεάτρου. Πρέπει να γυρίσουμε πλάι να το δούμε. Είναι ένα πανέμορφο σύννεφο καπνού, που αλλάζει σχήματα, μέχρι να εξαφανιστεί εντελώς και να δώσει για λίγο τη θέση του στα αστέρια του ουρανού, καθώς τα φώτα σβήνουν εντελώς και βρισκόμαστε απέναντι στη φύση... 

Και κάπως έτσι κυλά όλη η παράσταση... Παρακολουθούμε μια δυνατή ιστορία αγάπης που είχε καθώς φαίνεται άδοξο τέλος και είναι σαν να αναδύεται από τα ερείπια του χώρου και του χρόνου, να ταξιδεύει για λίγο στα μάτια μας και τα αυτιά μας, να δίνει χρώμα στις στιγμές μας και στη συνέχεια να επιστρέφει μέσα στα ερείπια του Ξενία, για να ζήσει στο διηνεκές...  Όπως μου είχε αναφέρει ο Κορνήλιος Σελαμσής, «εμείς προσπαθούμε να δώσουμε ζωή σε ένα ερείπιο μέσα από κάποιες ιστορίες. Αλλά κοιτάζουμε προς το μέλλον. Αλλά στο μέλλον και εμείς πιθανότατα θα είμαστε ερείπια και κάποιοι άλλοι θα μας βλέπουν ως ερείπια. Δεν το λέω αυτό πεσιμιστικό, αλλά ζούμε μέσα από τις ιστορίες μας.  Αυτό είναι κάτι που ελπίζω να καταφέρουμε εδώ. Γιατί αυτό που μας μένει από το 1960, 1961, το 1932 ή το 1910 ή το 2003 είναι μια ύλη πολύ λεπτή, αδιευκρίνιστη. Είναι μια μορφή θολή κι ένας μύθος ή καλύτερα η αφήγηση για ένα μύθο».

© Karol Jarek

Συντελεστές 
Σύνθεση Κορνήλιος Σελαμσής
Λιμπρέτο Γιάννης Αστερής
Σκηνοθεσία Χάρης Φραγκούλης
Διαμόρφωση χώρου Κώστας Λαμπρίδης, Ελένη Παπαναστασίου
Κοστούμια Ιωάννα Τσάμη
Φωτισμοί Στέφανος Δρουσιώτης
Σχεδιασμός ήχου Brian Coon
Βοηθός σκηνοθέτη Κωστής Γλύκαντζης
Β’ βοηθός σκηνοθέτη Κατερίνα Κρανίδη
Φωνητική διδασκαλία Απόστολος Κίτσος
Παίζουν Μαρία Αρζόγλου, Μαρία Σκουλά
Παίζουν οι μουσικοί Άρτεμις Βαβάτσικα Ακορντεόν, Κατερίνα Κωνσταντούρου Πιάνο, Σίσσυ Μακροπούλου Άρπα, Δάφνη Μέγγου Κλαρινέτο, Μαρία Σκανδάλη Τσέλο, Καζούγιο Τσουνεχίρο Κρουστά
Οργάνωση παραγωγής Κατερίνα Κούρτη
Εκτέλεση παραγωγής Apparat Athen / Νικόλας Χανακούλας

Σε συνεργασία με την Ανώτερη Ιδιωτική Σχολή Δραματικής Τέχνης ΤΕΧΝΩΝ ΕΚΑΤΟ, συμμετέχουν οι φοιτήτριες του Β' έτους:
Μαρία Βουτσινά
Νεφέλη Γεωργιάδου
Κατερίνα Γκιβάλου
Ελπίδα Δέδε
Αριάννα Ζαρμακούπη
Λήδα Καραγιάννη Καραγιαννοπούλου
Βίκυ Κρασάκη
Χριστίνα Μπουκακιώτη
Λυδία Πετροπούλου
Μαρία Σοφία Πιπερίδη
Μελίνα Σεϊμένη
Αριάδνη Χριστοφορίδου