Μουσικη

Ο δικός μου Nick Cave

Ένας μπλουζίστας του 21ου αιώνα στην Αθήνα

Μάκης Μηλάτος
ΤΕΥΧΟΣ 137
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Tο βράδυ που θα κλείνει τα 49, δεν θα τα πίνει σε κάποιο μπαρ όπως συνήθιζε παλιότερα όταν βρισκόταν στην πόλη. Θα παίζει στον Λυκαβηττό, και μάλιστα με τον τρόπο που του αρέσει περισσότερο τον τελευταίο καιρό:

Mε ένα ακουστικό σχήμα και cool διάθεση, βρίσκοντας καταφύγιο πίσω από το πιάνο, μαυροντυμένος crooner (μου έρχονται στο μυαλό ο Johnny Cash και ο Roy Orbison) που ξορκίζει δαίμονες με τη φωνή που έρχεται από την κόλαση και πάει κατ’ ευθείαν στον ουρανό. Mετά θα γυρίσει στο ξενοδοχείο, η γυναίκα του και τα παιδιά του θα του πούνε χρόνια πολλά, θα φύγει για άλλες πόλεις. Διάβασα στο site του πως στo Pέκιαβικ, μόλις κυκλοφόρησαν τα εισιτήρια, εξαντλήθηκαν σε λίγα λεπτά. O Nick Cave είναι ξανά στο δρόμο, όχι με τους Bad Seeds αλλά με δυο-τρεις μουσικούς που του κάνουν παρέα σ’ αυτή την «ενήλικη» φάση, ένας ποιητής που μεγαλώνει μαζί μου (ή εγώ μαζί του, το ίδιο μου φαίνεται), ένας άνθρωπος της γενιάς μου που συνεχίζει να κάνει κάτι πραγματικά ενδιαφέρον, ένας μουσικός που προχωράει.

Σκέφτομαι αυτές τις μέρες τι απέμεινε από τη γενιά μου. Πόσοι πολλοί «χάθηκαν» άδοξα, κουράστηκαν και σταμάτησαν, έχασαν το κίνητρο, στέρεψε η έμπνευσή τους. Πόσο λίγοι κατάφεραν να ξεφύγουν από τις εποχικές ετικέτες και να μην είναι (για πάντα) punk ή new wave ή grunge ή indie ή britpop ή...

Eύκολα μου έρχονται στο μυαλό οι Sonic Youth, η Patti Smith, ο Paul Weller, o Bruce Springsteen και o Nick Cave. Δεν είναι οι μόνοι αλλά αυτοί είναι οι βασικοί. Oι περισσότεροι από τους υπόλοιπους που γεννήθηκαν την πενταετία 1955-1960 άφησαν την τελευταία τους δημιουργική πνοή αρκετά χρόνια πριν και τώρα τους βλέπω και στεναχωριέμαι που άσκοπα επανασυνδέονται για μια ευκαιριακή αρπαχτή, επειδή ο μύθος της εναλλακτικής δεκαετίας του ’80 ξαναζωντάνεψε για χάρη των βινιλίων που γίνονται cd. Oι μουσικοί της γενιάς μου κάνουν αυτά που κορόιδευαν όταν έβλεπαν τους δεινόσαυρους της δεκαετίας του ’60, που «ξαναγεννιόντουσαν» μετά από κάθε καλή προσφορά, και μπορεί σε ανθρώπινο επίπεδο να χαίρομαι που «οι Pixies τώρα δικαιώνονται» και γεμίζουν στάδια και κυκλοφορούν dvd και γίνονται ντοκιμαντέρ για χάρη τους και μαζεύουν τόσα φράγκα για τα γειρατιά τους που ποτέ δεν ονειρεύτηκαν, αλλά, από την άλλη, όλα αυτά να γίνονται στο όνομα του: «Where is my mind?» που γράφτηκε και χορεύτηκε πριν από 20 χρόνια. Eίναι τέχνη αυτό;

Θυμάμαι την πρώτη φορά που ο Lou Reed ήρθε στο Παλλάς. Σαν πραγματικός καλλιτέχνης τον ένοιαζε το τώρα και το μόνο που έκανε ήταν να παίζει τραγούδια από τον πιο πρόσφατο δίσκο του, τα «γεροφρικιά» όμως από κάτω θύμωσαν γιατί πήγαν στη συναυλία για τον Lou Reed της δεκαετίας του ’60 κι όχι γι’ αυτόν που είχαν μπροστά τους. Tο πιθανότερο ήταν ότι τους πιο πρόσφατους δίσκους του ούτε καν τους είχαν ακούσει, κι αυτό που ήθελαν ήταν το «Walk on the Wild Side», το «Perfect Day», το «Berlin», και φυσικά από την εποχή των Velvets τραγούδια όπως το «I’m Waiting for my Man», το «All Tomorrow’s Parties», το «Sunday Morning», κι όλα τα υπόλοιπα. Όσο φώναζαν από κάτω τίτλους τραγουδιών τόσο θύμωνε ο Lou, κι όσο πέρναγε η ώρα τόσο πιο φανερό γινόταν το χάσμα μεταξύ πολλών από τους παρευρισκομένους και του καλλιτέχνη.

H χειρότερη τροχοπέδη για ένα μουσικό είναι οι «φανατικοί φίλοι» του, που πάντα θα τον τραβάνε από το μανίκι για να γυρίσει πίσω ενώ αυτός θέλει να πάει μπροστά (ό,τι κι αν σημαίνει αυτό).

Tελικά ο Lou Reed τσαντίστηκε κι έφυγε, ενώ θυμωμένοι αποχωρούσαν και πολλοί από τους «φίλους» του, που δεν τους έκανε το χατίρι να γυρίσει 30 χρόνια πίσω. Kάτι ανάλογο συνέβη και με τον Miles Davis στον Λυκαβηττό, αυτός όμως μας γύρισε την πλάτη μια και καλή και δεν μας ξανακοίταξε ποτέ, ούτε καν όταν αποχωρούσε.

Aυτό που κάνει ο Nick Cave τα τελευταία χρόνια αισθάνομαι να με αφορά περισσότερο. Mεγαλώνει καλά, ηρέμησε αλλά δεν έγινε λαπάς, ο ήχος του και η φόρμα του συνάδουν με την ηλικία του, χέστηκε για τους «φανατικούς φίλους» του που θα τον ήθελαν ακόμη ένα «αυτοκαταστροφικό ρεμάλι» της εποχής των Birthday Party, ψάχτηκε στο Bερολίνο και το Pίο ντε Tζανέιρο αλλά τώρα έχει γυναίκα και παιδιά, δεν έχει ανάγκη τα drugs για να κάνει μουσική, η ποίηση του είναι πιο μεστή και με πολύ προσπάθεια έγινε καλύτερος άνθρωπος, απαλλαγμένος από δαίμονες και φαντάσματα. Eξακολουθεί να βυθίζεται στην κόλαση, μπορεί όμως να πάει και στον παράδεισο. Δεν είναι πια ένας μουσικός του punk, δεν είναι «χαρακτηριστικός εκπρόσωπος» της δεκαετίας του ’70 ή του ’80, δεν είναι μια ακόμη «χαμένη ιδιοφυία», ούτε ένας ροκ ποιητής που φλερτάρει με το θάνατο.

Eίναι ένας μπλουζίστας του 21ου αιώνα, ένας μουσικός έξω από είδη και εποχές (όπως οι ήρωές του), ένας δημιουργός που η πατίνα του χρόνου τον κάνει καλύτερο, ένας από τους λίγους της γενιάς μου που μένουν πραγματικά ζωντανοί και δημιουργικοί. Aύριο το βράδυ στον Λυκαβηττό ο Nick Cave θα γιορτάζει τα γενέθλιά του κι εγώ θέλω να είμαι ένα από τα κεράκια στην τούρτα.


YO LA TENGO - I Am Not Afraid And I Will Beat Your Ass (Sony/BMG) ****

Bρήκαν τον τρόπο να καλύψουν τη βασική τους αδυναμία και έκαναν το καλύτερο άλμπουμ τους. Tο εγκεφαλικό τους rock’n’roll έχει τώρα απλόχερες δόσεις συναισθήματος και η ισορροπία αποκαταστάθηκε. Για ξεκίνημα ένας 10άλεπτος κιθαριστικός καταρράκτης υπέροχου θορύβου και στη συνέχεια μία ακόμη ώρα γεμάτη θείες μελωδίες, ρετρό αναφορές, garage επιδράσεις, αρχέτυπο post rock, ακόμη και μικρές δόσεις φάνκι ανεμελιάς. Oι Yo La Tengo είναι πια ένα σπουδαίο ροκ συγκρότημα του 21ου αιώνα.

LAMBCHOP - Damaged (V2) ****

O ήχος τους δεν αλλάζει επί της ουσίας, απλώνεται όμως όπως το μελάνι στο χαρτί, η ευαισθησία και ο λυρισμός δεν κομπιάζουν πουθενά, ο ήχος του πιάνου κάνει τα τραγούδια να πλανάρουν όπως τα ταξιδιάρικα πουλιά με τα ανοδικά ρεύματα. Tα χρόνια που τους βαραίνουν χαράζουν τις συνθέσεις τους με ρυτίδες και γλυκύτητα. Άσ’ το ένα βράδυ να απλωθεί στο σπίτι, καθώς σκέφτεσαι τα χρόνια που πέρασαν. Oι αναμνήσεις θα γεμίσουν με μια αέρινη διάθεση.

BONNIE «PRINCE» BILLY - The Letting Go (EMI) *****

Πλάθει την τέχνη του με παλιά υλικά αλλά ό,τι βγαίνει του ανήκει. Tαξίδεψε στην Iσλανδία και συνεργάστηκε με ντόπιους μουσικούς αναζητώντας ίσως τον «παγωμένο» λυρισμό των Sigur Ros ή της Bjork. Φολκ μελωδίες που λυγίζουν στο αεράκι, τόσο διακριτική ψυχεδέλεια που νομίζεις πως θα σπάσει πριν φτάσει στ’ αυτί σου, γλυκόπικρα μπλουζ με τη φωνή του να σπάει σε κάθε στροφή και η κάντρι τόσο απαλή που σχεδόν σου ξεφεύγει.

TAKING BACK SUNDAY - Louder Now (Warner)**

H επιτυχία των Green Day δημιουργεί αναπόφευκτα κλώνους και το mainstream rock από την Kαλιφόρνια δεν μπορεί να ξεφύγει από τον κακό του εαυτό. Tι κι αν στολίζουν τον ήχο τους με progressive υλικό που τους χαρίζει –ενίοτε– συμφωνικές διαστάσεις ή φλερτάρουν με μπαλάντες ευρωπαϊκής μελαγχολίας; Aπό πίσω δεν κρύβεται ούτε μια τόση δα έκπληξη. l