Μουσικη

33 Lovers: Εραστές του 33 και της μουσικής

Πριν γίνει ο άνθρωπος πίσω από τους 33 Lovers, ήταν μέρος μιας μπάντας που λειτουργούσε με την ένταση και την ορμή της παρέας

Τάνια Σκραπαλιώρη
ΤΕΥΧΟΣ 1006
10’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Με αφορμή το δεύτερο album «Am I In A Dream» ο Στράτος Κύρης των 33 Lovers μιλάει στην ATHENS VOICE 

Αθήνα, Κ44 (αχ), 2011 (μάλλον). Μια παρέα από τη μητέρα Πάτρα έχει κάπως βρεθεί και συγχρονιστεί στην πόλη, κουβαλώντας στις αποσκευές της κιθάρες, θόρυβο, νεύρο κι εκείνη την ωραία αφέλεια που χρειάζεται για να πιστέψεις ότι μια μπάντα μπορεί ν’ ανοίξει δρόμο μέσα σε μια σκηνή που ψάχνει και βρίσκει τον εαυτό της με θεαματικό για τα εγχώρια δεδομένα τρόπο. Οι Monovine είναι εκεί, κάνουν θόρυβο, κερδίζουν εντυπώσεις και συνεχίζουν να εμφανίζονται σε υπόγεια, μικρές σκηνές και ανεξάρτητα live – κάτι από τη μυθολογία μιας γενιάς που έμαθε να μεγαλώνει μέσα στο ροκ, στο οποίο μετέφρασε τις 90s επιρροές της, και με τις κονκάρδες των Nirvana σε σχολικά σακίδια.

Μέσα σ’ αυτή την πρώτη ηλεκτρική ενηλικίωση βρίσκεται και ο Στράτος Κύρης. Πριν γίνει ο άνθρωπος πίσω από τους 33 Lovers, ήταν μέρος μιας μπάντας που λειτουργούσε με την ένταση και την ορμή της παρέας: με τραγούδια φτιαγμένα για να παιχτούν δυνατά, οργισμένα και προκλητικά, με τη σιγουριά και την αμφιβολία να συνυπάρχουν στο ίδιο riff, με τη μουσική να είναι περισσότερο τρόπος ζωής παρά πλάνο καριέρας. Αν τα βάλεις κάτω, εκεί παρέμεινε, σήκωσε απλώς έναν καθρέφτη στην καλλιτεχνική του προσωπικότητα, όταν τον οδήγησε εκεί η ζωή, κι έβγαλε από μέσα του την άλλη του πλευρά, που, όπως συμβαίνει με όλες τις πλευρές μας, ήταν πάντα εκεί, περιμένοντας τη σειρά της να βγει στο φως. Και βγήκε το 2023 με το «Ghost Flower», πρώτη εγγραφή σ’ ένα project που κινείται ανάμεσα στην indie ευαισθησία, την κιθαριστική αμεσότητα κι εκείνη τη λεπτή μελαγχολία που κάνει ένα τραγούδι να τιμάει τη φύση του και να μπαίνει στην playlist σου με αξιώσεις διαχρονικής συντροφιάς.

Με ήχο που δεν προσπαθεί να φωνάξει περισσότερο απ’ όσο χρειάζεται, αλλά ξέρει καλά πώς να παραδίδει μουσική ουσία, ο Στράτος Κύρης έφτιαξε τους 33 Lovers και το μουσικό τους σύμπαν με τα κλασικά υλικά των μεγάλων βάρδων: έρωτες, απώλειες, αστικές διαδρομές και μικρές προσωπικές εκρήξεις, με τον τρόπο, ωστόσο, μιας γενιάς που έχει μάθει να κρατάει πολλά μέσα της – και να τ’ αφήνει να βγουν όταν βρει τη σωστή μελωδία.

Με αφορμή το δεύτερο άλμπουμ των 33 Lovers, με τίτλο «Am I In a Dream», που κυκλοφορεί από την Inner Ear Records, συναντάμε τον Στράτο στα Εξάρχεια ένα ηλιόλουστο κυριακάτικο πρωινό. Αφού μιλήσουμε περί ανέμων και υδάτων, ανακαλύψουμε ότι αγαπάμε και οι δύο τους Geese και θυμηθούμε το πρώτο live των Fontaines D.C. στο Death Disco, όπου ο Στράτος είχε γνωρίσει τον Grian Chatten, είχε αράξει μαζί του και είχε ακούσει τις ανησυχίες του για το αν θα πάει καλά το άλμπουμ τους (fast forward στο 2026, όπου αυτή η ανέκδοτη ιστορία αποκτά όλη την αστερόσκονη που της αξίζει), πατάω το rec. Είναι φανερό ότι με αυτή την καλλιτεχνική προσωπικότητα, από την ποιητική και μουσική ευαισθησία μιας άλλης εποχής, δεν χρειάζονται ερωτήσεις. Όλα κυλούν αβίαστα και οργανικά, όπως τα ίδια τα τραγούδια των εραστών του 33.

Ο Στράτος Κύρης © Ειρήνη Σιούσιουρα

Ο Στράτος Κύρης - 33 Lovers διηγείται τη ζωή του με αφορμή το άλμπουμ «Am I In a Dream»

Even in his youth: Μια κηδεία, ένα σαξόφωνο κι ο Κερτ Κομπέιν

«Γεννήθηκα στην Αθήνα, μεγάλωσα στην Πάτρα. Έπαιζα μουσική απ’ τα πέντε μου. Η πρώτη επαφή μου με τη μουσική ήταν σε μια κηδεία που είχαμε πάει με τη μητέρα μου, όπου έπαιζε η φιλαρμονική του Δήμου της Πάτρας. Εγώ λοιπόν είχα σκαλώσει με το σαξόφωνο και το κοιτούσα συνέχεια. Η μητέρα μου το πρόσεξε και με ρώτησε αν μου άρεσε αυτό το όργανο, κι εγώ της απάντησα πως ναι. Την επόμενη μέρα με πήγε στη Φιλαρμονική. Με βλέπει λοιπόν ο μαέστρος και μου λέει: «Το σαξόφωνο είναι μεγαλύτερο από σένα» και με ξεκίνησε από κουαρτίνο – ένα μικρό κλαρινέτο. Αργότερα προχώρησα στο κλαρινέτο και πολύ γρήγορα έφτασα να είμαι σολίστ.

» Κάπου στα δέκα - έντεκα που χώρισαν οι γονείς μου κι έμπαινα και στην εφηβεία, γνώρισα το rock'n'roll, οπότε τα παράτησα όλα αυτά –έπαιζα και ακορντεόν στο ωδείο– κι έπιασα την κιθάρα. Μου έκανε η μητέρα μου δώρο μια κιθάρα κι από κει και μετά άρχισα να γράφω τα δικά μου κομμάτια ήδη από μικρή ηλικία. Με κλασικές επιρροές, ξέρεις, εφηβεία, Nirvana, ’90s – το είχα ρουφήξει όλο αυτό και ιδεολογικά. Ο Κερτ Κομπέιν ήταν στο μυαλό μου κάπως σαν ένας φίλος, ένιωθα ότι μοιραζόμασταν τα ίδια πράγματα – ίσως και λόγω του κοινού βιώματος των χωρισμένων γονιών να το είχα φτιάξει κάπως έτσι στο μυαλό μου. Θυμάμαι το πρώτο κομμάτι που άκουσα ήταν το “Even in his youth” και ήταν λες και με περιέγραφε κανονικά και σκάλωσα μ’ αυτό. Ξεκίνησα κι εγώ να γράφω σ’ αυτό το στιλ και κάπου εκεί γνώρισα και τον Σωτήρη και τον Φώντα και γεννήθηκαν οι Monovine».

D.Y.E.: Monovine, τα παιδιά απ’ την Πάτρα

«Τον Σωτήρη τον ξέρω απ’ το δημοτικό, ήμασταν σε διπλανά σχολεία που συστεγάζονταν και πηγαίναμε μαζί και αγγλικά. Απ’ όπου, βέβαια, μας έδιωξαν κάποια στιγμή, γιατί δεν ήμασταν καθόλου ήσυχα παιδάκια. Μας έδιωξαν από φροντιστήριο που πληρώναμε – φαντάζομαι, δεν το έχεις ξανακούσει αυτό (γέλια). Αγγλικά, ωστόσο, έμαθα πολύ καλά μόνος μου, από τη μουσική, τα βιβλία και τις ταινίες.

»Μετά σχηματίσαμε τους Monovine –είχαμε κάνει ένα πρώτο ακουστικό live στο Vinyl Microstore του Νεκτάριου Παππά, που έκανε τότε και το δικό του μικρό φεστιβάλ, τα
Γιούρια– το είχε βγάλει έτσι από τον σκύλο του τον Γιούρι. Παίξαμε εκεί λοιπόν μαζί με τον Φώντα και κάποιος κάπου το ανέβασε – δεν θυμάμαι καν και τι κανάλια υπήρχαν τότε. Το άκουσε η Inner Ear και μας έστειλε ένα μήνυμα στο MySpace ότι ενδιαφέρεται.

»Τον Περικλή τον Πιλαβά της Inner Ear τον ήξερα κι από πριν, είχε ένα μαγαζί με merch –έχω ακόμα μια μπλούζα Radiohead από κει· την έχω λιώσει».

Ο Στράτος Κύρης © Ειρήνη Σιούσιουρα

— Η Inner Ear ήρθε να εδραιώσει όλο αυτό που ξεκίνησε μουσικά από την Πάτρα με τους Raining Pleasure. Γιατί συνέβη αυτό;

«Θεωρώ ότι στις μικρές πόλεις, όπου δεν έχεις τις επιλογές της Αθήνας, το να ακούς κάτι “διαφορετικό”, που δεν ανήκει ας πούμε στη mainstream κουλτούρα, γράφει αλλιώς. Το παίρνεις πιο εγκάρδια, πιο προσωπικά. Αλλά, ναι, η Πάτρα ήταν και παραμένει case study. Είναι και το Πανεπιστήμιο, που λειτουργεί ακόμα ως μουσικό hub με τον ραδιοφωνικό σταθμό, τον Up Fm. Παλιότερα υπήρχε και το Mojo Radio, από τους πρώτους σταθμούς που έπαιζε κάτι διαφορετικό από τα κλασικά. Και θυμάμαι ότι σε μια από τις πρώτες συνεντεύξεις που είχαμε δώσει είχε γράψει το παιδί που μας είχε πάρει τη συνέντευξη ότι “κάτι μας ρίχνουν στο νερό”. Ήταν πολύ εύστοχο, έγινε ατάκα για την περίπτωση της Πάτρας.

»Παρ’ όλα αυτά εγώ θεωρούσα ότι στην Πάτρα δεν είχαμε τόσες διεξόδους κι έλεγα συνεχώς στα παιδιά ότι έπρεπε να φύγουμε, να πάμε στην Αθήνα. Το είχα στο μυαλό μου πολύ ρομαντικά, αισθανόμουν ότι στη μεγαλύτερη πόλη θα βρω και μεγαλύτερη σκηνή. Οπότε, εκεί στο τέλος του 2007, πήρα την απόφαση και ήρθα Αθήνα. Ήρθα με τίποτα, μόνο με μια κιθάρα και μια τσάντα. Είχα λεφτά μόνο για το εισιτήριο, που ήταν 15 ευρώ τότε, κι έτυχε μόλις ήρθα να βρω αμέσως τον Κωστή και τον Νικήτα, δύο παιδιά που τα ήξερα από την Πάτρα –δουλεύαμε μαζί στο Rocking Racoon, όπου πηγαίναμε όλοι από τη “σκηνή της Πάτρας”. Με φιλοξένησαν στο σπίτι τους στη Μαυρομιχάλη. Έμεινα μαζί μ’ αυτά τα δύο παιδιά τους τρεις πρώτους μήνες ψάχνοντας για δουλειά – το σπίτι ήταν 45 τετραγωνικά και μέναμε σ’ αυτό τρία άτομα. Κοιμόμουν στο σαλόνι τους, σ’ ένα στρώμα θαλάσσης μονό που είχε τρύπες – το φουσκώναμε το βράδυ και το πρωί ξυπνούσα στο πάτωμα.

»Βρήκα τελικά μια δουλειά στο Cusco, μετά ήρθε κι ο Φώντας Αθήνα και μείναμε μαζί – ο Σωτήρης έμεινε Πάτρα και πηγαινοερχόταν. Ξεκινήσαμε να πηγαίνουμε σε live εδώ και θυμάμαι ότι από τα πρώτα ήταν ένα που έκανε ο The Boy με τη Μαίρη Τσώνη, τότε ως Mary and The Boy – ένα τριήμερο live στο σπίτι του. Θυμάμαι να μπαίνω μέσα, να βλέπω τον κόσμο και τότε ήταν η πρώτη φορά που αισθάνθηκα ότι έκανα καλά που ήρθα εδώ. Ένιωσα ότι περιτριγυριζόμουν από μουσική και ανθρώπους με κοινή γλώσσα, όπως το είχα φανταστεί. Μετά βγάλαμε και τον πρώτο δίσκο με τους Monovine στην Inner Ear, ξεκινήσαμε και τα live, και η υπόλοιπη ιστορία της μπάντας είναι λίγο-πολύ γνωστή.

»Έχουμε περάσει πολλά πάνω κάτω και τσακωμούς και αγάπες, όπως όλες οι μπάντες. Έχουμε ζήσει και όλο το τρίπτυχο sex-drugs-rock ‘n’ roll εκείνης της εποχής. Είναι από τα πιο ωραία πράγματα που μου έχουν συμβεί οι Monovine και αυτή η αίσθηση του «πάμε». Του ότι είμαστε μια παρέα και πάμε να κάνουμε μουσική αυτό που έχουμε στο μυαλό μας. Δυστυχώς παρατηρώ ότι όλο και δυσκολότερα συμβαίνει αυτό στην εποχή μας λόγω πάρα πολλών πραγμάτων: αποξένωση, media, οθόνες. Όποτε, λοιπόν, το σκέφτομαι αυτό που ζήσαμε, πραγματικά πλημμυρίζω με αγάπη και νοσταλγία. Πολύ ωραίες εποχές. Ακόμα μου στέλνουν μηνύματα, νέα παιδιά, για τους Monovine, αν θα ξανακάνουμε κάτι, ή ότι τώρα μας ανακαλύπτουν και τα λοιπά. Είναι αυτό το gap κάθε είκοσι χρόνια, που η τωρινή γενιά ανακαλύπτει την προηγούμενη και υπάρχει αυτός ο διάλογος των εποχών».

Ο Στράτος Κύρης © Ειρήνη Σιούσιουρα

Free: 33 Lovers σε ένα όνειρο και μια κάρτα ταρώ

«Το τελευταίο live με τους Monovine το κάναμε το 2019. Στις αρχές του 2020 σκάει ο Covid, κλεινόμαστε μέσα και ταυτόχρονα εγώ, στα 38 μου χρόνια, ερωτεύομαι σφόδρα για πρώτη φορά. Το έζησα πάρα πολύ έντονα και με επηρέασε πολύ. Και όλο αυτό βγήκε στους 33 Lovers. Όλες οι επιρροές που βγαίνουν στους 33 Lovers, Magnetic Fields, Elliott Smith και λοιπά, ήταν ακούσματά μου από πριν φυσικά – αλλά λόγω του ότι είχα μπει σ’ ένα καλούπι συγκεκριμένο με τους Monovine, κάπως «ντρεπόμουν» να τα βγάλω προς τα έξω. Πώς να πας από punk και grunge σε κάτι τόσο εσωτερικό; Είχαμε και τους fans, που μας έστελναν μηνύματα και μας έλεγαν “Μπράβο, χώστε τα, παίξτε έτσι, όχι σαν κάτι άλλους φλώρους”, οπότε δεν τολμούσα να βγάλω προς τα έξω αυτόν τον ήχο. Για την ακρίβεια, δεν ντρεπόμουν ίσως, αλλά σίγουρα αισθανόμουν ότι, αν τα έβγαζα προς τα έξω όλα αυτά, θα ήταν πολύ έντονο για μένα να το διαχειριστώ. Παράλληλα, όμως, είχε αρχίσει να φθίνει το project των Monovine, είχαμε και μεταξύ κάπως έτσι κουραστεί.

»Στην αρχή το σκέφτηκα πολύ αν θα έβγαζα τα κομμάτια, και για το πρώτο single, το “Angels Yearn” είχα πάρα πολλούς ενδοιασμούς. Αλλά με παρακίνησαν γνωστοί και φίλοι και κάπως έτσι έγινε ευτυχώς.

»Το όνομα 33 Lovers με βρήκε σαν σε όνειρο – σε όνειρο είχα δει άλλωστε και το όνομα των Monovine. Είμαι πολύ συμβολιστής, βλέπω παντού υπόγεια μηνύματα και διασυνδέσεις. Ένα απ’ αυτά που με ακολουθούν διαχρονικά είναι ο αριθμός 33 – από την αριθμολογία και το αποτέλεσμα της πρόσθεσης των αριθμών της ημερομηνίας γέννησής μου, από τα birth tarot cards μου – Οι Εραστές και Ο Διάβολος, με τρεις και τρεις φιγούρες αντίστοιχα. Γενικά είναι ένας αριθμός που βλέπω συχνά στο μυαλό μου ή απομονώνω σε πινακίδες, και κάπως με καθησυχάζει η όψη του. Το έχω κάνει τατουάζ από παιδί. Όλοι πιστεύουν ότι το όνομα σημαίνει 33 εραστές ενώ στην πραγματικότητα είναι “οι εραστές του 33” με μια μαθηματική και φιλοσοφική προσέγγιση.

»Το πρώτο άλμπουμ των 33 Lovers, το “Ghost Flower”, τα γράψαμε όλο με τον Βασίλη τον Νησσόπουλο στο σαλόνι του – όλα έγιναν εκεί, ήθελα να διατηρήσω αυτή τη σπιτίσια αίσθηση και ήθελα να τα κάνω όλα εγώ, να περάσουν όλα από μένα, να μην ανακατευτεί κανένας άλλος. Στο νέο album, στο “Am I In A Dream” κατευθύνομαι ξανά πιο πολύ προς τη συλλογικότητα, θέλω να εξελίξω το project σε μια μπάντα. Έτσι το παρουσίασα και στο Ilion Plus με τη Λαμπρινή Γρηγοριάδου στην κιθάρα, την Εύα Ντούρου στα πλήκτρα, τον Βασίλη Νησσόπουλο στο μπάσο ειδικά για αυτό το live, γιατί το θέλαμε πολύ να το κάνουμε έτσι έστω για ένα live, και ο Σωτήρης (σ.σ. Ντούβας) drums.

»Είναι κάτι που μου αρέσει το να περιστοιχίζομαι από κόσμο, μου αρέσει η παρέα στη σκηνή. Ήδη από τη χορωδία που είχα βάλει στον πρώτο δίσκο στο “Angels Yearn” –Δεσποινίς Τρίχρωμη, Nalyssa Green, Νατάσα Μηνδρινού, Σοφία Σαρρή, Νάντια Πιθαρά, Κορίνα Μπουκουβάλα, Ρεβέκκα Γεωργιάδη και Μυρτώ Ασφή– το βλέπεις ότι θέλω παρέα, νιώθω πιο άνετα. Ίσως γιατί έτσι ξεπερνώ και διάφορες ανασφάλειές μου.

»Γενικότερα πάντως στο “Am I In A Dream” νιώθω πιο συνειδητοποιημένος ως προς τον ήχο των 33 Lovers, ως προς το τι είναι αυτά τα κομμάτια. Μετά την ερωτική ένταση και τα συναφή συναισθήματα που διοχετεύτηκαν στο πρώτο album, έχω περάσει σ’ ένα γενικότερο στάδιο αποδοχής ως προς όλα. Παράδειγμα, το τραγούδι “Free”, ένα κομμάτι κυριολεκτικά και μεταφορικά για μένα. Fun fact: αυτό και το “Pick Μe” μπήκαν τελευταία στιγμή στον δίσκο. Είχα πάει στον Βασίλη Νησσόπουλο, που έκανε την παραγωγή και στο δεύτερο άλμπουμ, 12 κομμάτια, αλλά κάτι μας έλειπε. Και επέμενε να του πω αν είχα κάτι άλλο, οπότε τα έβγαλα διστακτικά απ’ το συρτάρι, σίγουρος ότι δεν ήταν καλά, και αυτό ήταν. Μου λέει “Δεν πας καλά. Από δω και πέρα θα μου φέρνεις ό,τι γράφεις και θα σου λέω εγώ”».

Ο Στράτος Κύρης © Ειρήνη Σιούσιουρα

Working Class Hero: Γράφοντας τραγούδια μετά το 9-5

«Εργάζομαι κανονικά, πάντα εργαζόμουν, προέρχομαι άλλωστε από εργατική οικογένεια. Εργάζομαι εκτός του μουσικού χώρου, το δοκίμασα κάποια στιγμή, αλλά ένιωθα ότι τα μπέρδευα. Όχι ότι θεωρώ κακό να ασχολείσαι με τον χώρο και να είσαι και καλλιτέχνης, αλλά για μένα είναι τόσο ιερή η μουσική, που θέλω να την κρατώ χωριστά.

»Εννοείται ότι θα ήθελα να βιοπορίζομαι από τη μουσική μου – ποιος δεν θα το ήθελε. Το 9-5 και μετά μουσική δεν είναι πάντα εύκολο.
κάθε μέρα να πιάσεις την κιθάρα. Βέβαια, όταν είμαι βαθιά σε δημιουργικό mode, γράφω, και γράφω πολύ. Ακόμα κι όταν είμαι στη δουλειά, αν μου έρθει μια ιδέα, πατάω rec στο κινητό και το γράφω.

»Ναι, θα ήθελα πολύ να ζήσω από τα τραγούδια, αλλά δυστυχώς ακόμα και το να κάνω περιοδείες δεν είναι εύκολο οικονομικά. Πρέπει να το υποστηρίξεις ο ίδιος, να πληρώσεις τους μουσικούς σου. Και να πάρω άδεια από τη δουλειά μου γι’ αυτό, και πάλι δεν είναι εύκολο. Από την άλλη, όταν έμεινα άνεργος πριν από την τωρινή μου δουλειά διοχέτευσα όλη μου τη δυσκολία στο “Am I In A Dream”. Βγήκε όλο σ’ ένα εξάμηνο. Αλλά ναι, μακάρι να μπορούσα να ζήσω απ’ αυτό κάποια στιγμή. Παρ’ όλα αυτά, δεν πιέζομαι να γράψω κάτι συγκεκριμένο για να πετύχω το ένα ή το άλλο. Βγάζω κάτι όταν το νιώθω, όπως το νιώθω. Όπως μου βγει».

If you only love you: Η μουσική ως ψυχοθεραπεία

«Έχω περάσει δύσκολα στη ζωή μου, από τα πιο απλά ως τα πιο σημαντικά. Αλλά θα πω το κλισέ ότι αυτό διαμόρφωσε και τον χαρακτήρα μου. Αν θέλεις να δουλέψεις με τον εαυτό σου, επιτρέπεις στις δυσκολίες να σε κάνουν καλύτερο. Από κει και πέρα, με βοήθησε σίγουρα και το ότι γράφω τόσο πολύ, έχω τετράδια επί τετραδίων με στίχους και τραγούδια – ενώ ζωγραφίζω επίσης ερασιτεχνικά. Έχω βάλει κι ένα σχέδιο στο artwork του “Am I In A Dream” – αυτό με τις γάτες.

»Αλλά γενικά η μουσική είναι η πιο σημαντική ψυχοθεραπεία για μένα, τα βγάζω όλα εκεί, συνειδητά και υποσυνείδητα. Και κάπως γράφοντας και λέγοντάς τα τα ακούς, αυτοκαθρεφτίζεσαι και μπαίνεις σε μια ψυχοθεραπευτική διαδικασία. Το θέμα πάντα είναι κατά πόσο εσύ ο ίδιος θέλεις, είσαι έτοιμος να σπάσεις τον κύκλο, να σπάσεις τη λούπα. Να κάνεις το επόμενο βήμα».