Η καλλιτεχνική διευθύντρια του Διεθνούς Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας μιλά στην AΤΗΕΝS VOICE για τη φετινή 32η διοργάνωση
- CITY GUIDE
- PODCAST
-
17°
Λευτέρης Παπαδόπουλος: Έγραψα για τη φτώχεια, γιατί ήμουν μπατίρης και μαζί μου όλη η Ελλάδα
Μια προσωπική συνάντηση στο σπίτι του Λευτέρη Παπαδόπουλου: Ο Πρόεδρος δεν χάνεται ποτέ
Ο Μάνος Χατζιδάκις είπε πως, από τη νεότερη γενιά, αυτός που έπαιξε τον πιο σημαντικό ρόλο στο ελληνικό λαϊκό τραγούδι ήταν ο Λευτέρης Παπαδόπουλος. Ο Νίκος Γκάτσος τον παραδεχόταν σαν τον καλύτερο στιχουργό της εποχής μας, καλύτερο κι από τον ίδιο. Και η μεγάλη Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, όταν άκουσε τα τραγούδια του, είπε πως δεν θα ξαναγράψει, γιατί σαν στιχουργός τούς ξεπέρασε όλους και δημιούργησε μια καινούργια κατάσταση στο τραγούδι. Εγώ, πάλι, που αγάπησα και συγκλονίστηκα και συγκινήθηκα από τα τραγούδια του, τον γνώρισα κι από κοντά και με τίμησε με τη φιλία του.
Τρεις φορές ήταν αρκετές για να γίνουμε φίλοι με τον Λευτέρη Παπαδόπουλο. Και οι τρεις είχαν να κάνουν με τον στίχο. Την πρώτη φορά που τον είδα από κοντά ήταν γύρω στη δεκαετία του ’80, όχι σε κάποιο μικρό καπηλειό, αλλά στο πιο διάσημο μπαρ της εποχής, το Μονπαρνάς, τη γνωστή μας Ράτκα. Με έβαλε και του απήγγειλα τους στίχους από ένα τραγούδι που είχα γράψει εκείνη την εποχή: «Το αγόρι μου μια Κυριακή το πιάσαν αστυνομικοί, και την πικρή Δευτέρα, μου πέταξε τη βέρα. Το αγόρι μου την Τρίτη κοιτάει απ’ τον φεγγίτη, την αρμυρή Τετάρτη με σβήνει από τον χάρτη...». Ενθουσιάστηκε, ιδιαίτερα με την «αρμυρή Τετάρτη» – βρήκε καταπληκτική την ιδέα.
«Πώς σου ήρθε;» με ρώτησε. «Δεν ξέρω, μου ήρθε», του απάντησα χαζά. Ήπιαμε ένα ουίσκι, άρχισε να μου απαγγέλλει στίχους του, αλλά αυτό που μου έκανε εντύπωση ήταν πως ήξερε τα πάντα για τα τραγούδια που είχα κάνει για τον Γιώργο Μαρίνο, την Αλίκη Βουγιουκλάκη, τους «Βατράχους», όλα τα ήξερε! Μου έκανε επίσης εντύπωση το πάθος του για το τραγούδι, για τον στίχο. Κάποια στιγμή είπα τη λέξη «στιχάκια» κι έγινε θηρίο. «Αυτό να μην το ξαναπείς! Γράφουμε στίχους, στιχάκια έχουν μόνο τα ημερολόγια».
Ανταλλάξαμε τηλέφωνα, κι ενώ ετοιμαζόμουν να φύγω, με έβαλε να απαγγείλω ξανά την «αρμυρή Τετάρτη» μπροστά σε όλο τον κόσμο. Ήθελα ν’ ανοίξει το πάτωμα της Ράτκας και να με καταπιεί, αλλά επειδή είμαι ψωνάρα, το είπα. Όπως το είπα μετά μπροστά στην Άννα Νταλάρα, τον Μάκη Μάτσα, τον Γιώργο Νταλάρα, την Ειρήνη Παππά, τη Χαρούλα Αλεξίου, τον Μάνο Ελευθερίου, τον Γιώργο Λιάνη… Όπου έβλεπε γνωστό ή φίλο του, μ’ έσερνε απ’ το χέρι και μ’ έβαζε να απαγγείλω την «αρμυρή Τετάρτη».
Τη δεύτερη φορά με πήρε τηλέφωνο: «Παύρη, ήμουν στο Καστρί, στον Αντρέα. Ήταν και η Ρίτα Σακελλαρίου, που τραγούδησε ένα τραγούδι που έλεγε “Εγώ δεν πάω Μέγαρο”. Το τραγουδούσαν όλοι εκεί, μέχρι κι ο Αντρέας. Δικό σου είναι;». «Ναι, Πρόεδρε, δικό μου. Σου άρεσε;» «Είναι αριστούργημα! Θα κανονίσω να συναντηθείτε με τον Χρήστο Λαμπράκη, είναι η καλύτερη διαφήμιση για το Μέγαρο!» Και μπορεί να μην συνάντησα τον κύριο Χρήστο, αλλά τον άκουσα να λέει στην παρουσίαση του προγράμματος του Μεγάρου: «Όπως βλέπετε, το πρόγραμμά μας έχει τόσο μεγάλη ποικιλία, που ακόμα και η κυρία του τραγουδιού θ’ αφήσει τον παίδαρο και θα έρθει στο Μέγαρο!». Πήρα ενθουσιασμένος τηλέφωνο τον Πρόεδρο. «Μήπως θα μπορούσες να γράψεις κάτι στα ΝΕΑ;» «Τι να γράψω; Το τραγούδι έχει γίνει σουξέ. Εδώ σου λέω ότι το τραγουδάει ο ίδιος ο Αντρέας Παπανδρέου! Τι άλλο θέλεις, ρε μαλάκα;»
Έχω αρχίσει, αραιά και πού, να πηγαίνω στον Αττικό, το εστιατόριο στον περιφερειακό του Φιλοπάππου. Εκεί μας φροντίζει η Μίνα, η οποία, με τα υπέροχα φαγητά και την τεράστια υπομονή της, προσπαθεί να ικανοποιήσει τον Πρόεδρο και όλη την παρέα του. Ο Κώστας Λαλιώτης, ο Γιώργος Λιάνης, ο Γιώργος Κακουλίδης, ο Γιάννης Κοντός, η Ειρήνη Παππά ήταν κάθε μέρα στο τραπέζι του και περιστασιακά περνούσαν γνωστοί και φίλοι. Εγώ στην αρχή έπρεπε να τηλεφωνώ: «Να έρθω σήμερα το μεσημέρι από τη Μίνα;». «Τι μέρα είναι σήμερα; Τετάρτη; Όχι, θα περάσει ο Λαλιώτης. Έλα αύριο». Πήγαινα εκεί, με παρουσίαζε σε όλους σαν μεγάλο ταλέντο και μεγάλο τεμπέλη, τρώγαμε και μετά το φαγητό άρχιζε το μαρτύριο: «Πες, ρε, την “αρμυρή Τετάρτη”. Αλλά δυνατά, καθαρά, όχι σαν να ντρέπεσαι!»
Ήρθε όμως η τρίτη φορά, που κέρδισα μια μόνιμη θέση στο τραπέζι του. Είμαστε σπίτι του, στο γραφείο. Το σπίτι είναι κάτω απ’ την Ακρόπολη. Μια κλασική διώροφη μονοκατοικία, χωρίς ιδιαίτερη πολυτέλεια. Το γραφείο του είναι στο ισόγειο, ένα μικρό δωμάτιο, συνήθως μισοσκότεινο, με ένα παλιό ξύλινο τραπέζι γεμάτο χαρτιά και βιβλία ως το ταβάνι, που λέει ο λόγος. Δεξιά είναι ένας δερμάτινος καναπές, γεμάτος κι αυτός με αποκόμματα από εφημερίδες και περιοδικά. Δίπλα στον καναπέ υπάρχει ένα τραπεζάκι μ’ ένα τεράστιο γυάλινο μπολ γεμάτο δεκάδες κομπολόγια. Πίσω από τον καναπέ βρίσκεται ένα μπιλιάρδο, που όμως είναι γεμάτο κι αυτό με βιβλία. Στους τοίχους κρέμονται φωτογραφίες, πίνακες ζωγραφικής, βραβεία, πορτρέτα. Ο Γιώργος Μαρίνος μού έχει πει ότι δίπλα στο τραπέζι όπου έγραφε είχε ένα κουτί κι εκεί έριχνε χαρτάκια με στίχους. Όταν πήγε και του ζήτησε ένα τραγούδι για το φινάλε στο πρόγραμμα της Μέδουσας, ο Πρόεδρος του έδειξε το κουτί και του είπε: «Να, εδώ έχω τους στίχους, ψάξε και πάρε όποιον σου αρέσει». Και το πρώτο τραγούδι που είδε ο Μαρίνος πάνω πάνω ήταν το «Σε λίγο θα σβήσουν τα φώτα». Τυχαίο; Δεν νομίζω.
Δεν έχει χώρο να καθίσω, παίρνω μια καρέκλα απ’ το σαλόνι, κάθομαι απέναντί του, ο Πρόεδρος κάθεται στο γραφείο του και απαγγέλλει: «Μαγνητοφώνησα απόψε το φεγγάρι, έλα ν’ ακούσουμε τραγούδια του ουρανού, και τα χαράματα ο ύπνος να μας πάρει, με σαλεμένο απ’ τον έρωτα τον νου...». Τον ακούω αφηρημένος. Εκείνες τις μέρες είχα διαβάσει στην εφημερίδα για ένα γκάλοπ που είχε γίνει στην Ευρώπη. Είχαν μετρήσει τα πέη 10.000 Ευρωπαίων (δεν ξέρω με τι τρόπο!) κι είχαν βρει ότι μεγαλύτερο τον είχαν οι Γάλλοι, με μέσο όρο 15,5 πόντους, ενώ οι Έλληνες είχαν τον μικρότερο, με 12,5 πόντους. Με έπιασε το εθνικό φιλότιμο κι έκατσα κι έγραψα ένα τραγούδι, το οποίο μάλιστα δημοσιεύτηκε στην ATHENS VOICE.
«Μ’ ακούς, ρε μαλάκα, ή τζάμπα διαβάζω;» με επαναφέρει στην πραγματικότητα η φωνή του. «Ναι, Πρόεδρε, συγγνώμη, σκεφτόμουν ένα καινούργιο τραγούδι που έχω γράψει και λέγεται “Δώδεκα πόντους και μισό”. Να σου το απαγγείλω;» «Ρίχ’ το!» «Δέκα χιλιάδες σερνικούς πήραν οι Ευρωπαίοι και τους μετρήσανε –τ’ ακούς;– το μήκος απ’ τα πέη. Αυτοί που παίρνουνε χρυσό, στους πόντους βγαίνουν πρώτοι, με δεκαπέντε και μισό, οι Γάλλοι, πατριώτη! Κι εκείνοι με τον πιο μικρό, που έρχονται τελευταίοι, δώδεκα πόντους και μισό, οι Έλληνες σου λέει!» Μ’ ακούει και γελάει τρανταχτά. Αλλά, όταν φτάνω στο τέλος –«Δώδεκα πόντους και μισό, ετούτο το θηρίο; Μήπως τον μέτρησαν μισό, μήπως έκανε κρύο;»– τον πιάνει ένα υστερικό γέλιο που δεν λέει να σταματήσει. Κάποια στιγμή συνέρχεται. «Παύρη, είσαι μέγας! Από σήμερα θα τρως κάθε μέρα μαζί μου στη Μίνα!». Ήταν η ανώτατη διάκριση, το βραβείο του, για να μου δείξει πόσο με θεωρεί φίλο του και πόσο εκτιμάει αυτά που γράφω. Και όχι μόνο αυτό. Λίγους μήνες αργότερα έρχεται στη Μίνα και πετάει πάνω στο τραπέζι το καινούργιο του βιβλίο. Ποιος ήταν ο τίτλος; «Δώδεκα πόντους και μισό»!
Έτσι από «θανατικός» (που έλεγε και η μανούλα) θαυμαστής, έγινα μαθητής και περήφανος φίλος του. Για χρόνια σ’ αυτό το τραπέζι, γνώρισα σπουδαίους ανθρώπους, πρόσωπα και πράγματα. Τον είδα έξαλλο αλλά και δακρυσμένο. Πήγαμε μαζί σε παραστάσεις και σε εκδηλώσεις. Με πήρε δύο φορές στην τηλεόραση, στα αφιερώματα που του έκαναν στην εκπομπή του Σπύρου Παπαδόπουλου. Τον είδα να χορεύει ζεϊμπέκικο και να τραγουδάει, σε μια μοναδική βραδιά στο Μεθυσμενάκι. Περάσαμε μια υπέροχη παραμονή Χριστουγέννων στο σπίτι της Υακίνθης (της κόρης του). Πήγαινα τα απογεύματα και πίναμε ρακόμελα μαζί με τη γυναίκα του, τη Ράια Μουζενίδου. Με διέταξε να πάω ξημερώματα μαζί με τον Στάμο Σέμση στο λιμάνι του Πειραιά για να παραλάβουμε ένα τεράστιο ψάρι 15 κιλά! Του το είχε στείλει πεσκέσι ένας φίλος του από την Κρήτη. Εδώ θα πρέπει να αναφέρω πως, την εποχή που ήμουν άφραγκος, (ενώ τώρα τα λεφτά τρέχουν απ’ τα μπατζάκια μου!) ο Πρόεδρος μου έκανε κάθε μέρα το τραπέζι και η Μίνα μού έδινε στο τέλος κι ένα ταπεράκι με φαΐ για το σπίτι. Να τα λέμε κι αυτά.
Στο τέλος όμως κάθε γεύματος με περίμενε το μαρτύριό μου. «Ρίχ’ το!» μου έλεγε. Έπρεπε να απαγγείλω το «Δώδεκα πόντους και μισό». Το είχα πει τόσες φορές, που, αν καμιά φορά είχα πιει παραπάνω κι έκανα κάνα λάθος, όλη η παρέα εν χορώ με διόρθωνε! Κάποια στιγμή έκανα το λάθος να εμφανίσω καινούργιο τραγούδι, το «Ομοφυλόφιλε, απολογήσου». Εκεί να δεις γλέντια! Έπρεπε τώρα να τα απαγγέλλω και τα δύο. Θα μου πεις, γιατί το έκανες; Γιατί τον έβλεπα να διασκεδάζει. Να γελάει. Και γιατί μου αποκάλυψε το μεγάλο μυστικό: Είχε κι αυτός γράψει σατιρικούς στίχους, που όμως δεν θα δουν ποτέ το φως της δημοσιότητας. Ήταν ένα παιχνίδι για να εκτονώνεται από το βάρος των χιλιάδων τραγουδιών που είχε γράψει. «Εκεί που πήγαινα για Λούτσα, βλέπω από πίσω μου μια...» κ.λπ. κ.λπ. Κρίμα που δεν διοχέτευσε αυτούς τους στίχους σε μια κωμωδία του Αριστοφάνη. Θα έπεφτε το θέατρο.
Κάθε φορά που τον ρωτούσα αν θα μου έδινε συνέντευξη, μου έλεγε τα ίδια: «Σ’ εσένα, ρε; Το ρωτάς; Όποτε θέλεις». Κανονίζαμε το ραντεβού, πήγαινα σπίτι, αρχίζαμε να μιλάμε, αλλά πάντα κάποιο τηλεφώνημα που κρατούσε ώρα, ένας φίλος που περνούσε να τον χαιρετήσει ή κάποιο ματς στην τηλεόραση μας διέκοπτε. Η συνέντευξη αναβαλλόταν για κάποια άλλη φορά. Είδα κι αποείδα, έβαλα τα μεγάλα μέσα, τον γιο του, τον Νότη, και τη γυναίκα του.
Να ’μαστε λοιπόν, μαζί με τον Τάσο Ανέστη, τον φωτογράφο μας, έξω απ’ το σπίτι του, κάτω απ’ την Ακρόπολη. Χτυπάω το κουδούνι, μας ανοίγει η Ράια και κατευθυνόμαστε στο δωμάτιό του. Ο Πρόεδρος κάθεται επίσημα σε μια πολυθρόνα και με τα πυκνά φρύδια του και το σκεπτικό του βλέμμα θυμίζει το άγαλμα του Κωστή Παλαμά στην Ακαδημίας. Είναι αλήθεια ότι κινείται με δυσκολία, αλλά το μυαλό του ξουράφι.
Με βλέπει και χαμογελάει, σκύβω και, όπως κάνω πάντα, του φιλώ το χέρι. «Πού είσαι, ρε μαλάκα; Γράφεις τίποτα;» είναι οι πρώτες του κουβέντες. Όπως είναι γνωστό, ο Πρόεδρος χρησιμοποιεί πολλά «γαλλικά» στην κουβέντα του, αλλά εδώ κράτησα μόνο το «ρε μαλάκα», που στις μέρες μας πια είναι καθημερινή έκφραση, τη χρησιμοποιούμε όλοι σαν να λέμε «ρε φίλε».
Λευτέρης Παπαδόπουλος: Ο Πρόεδρος του ελληνικού τραγουδιού μιλάει όπως έζησε
― Προεδράρα μου! Φιλώ το χέρι που έγραψε τόσα αριστουργήματα…
Ηλίθιε! Τόσα χρόνια σ’ το λέω. Αν δεν τεμπέλιαζες και δούλευες συνέχεια, θα ήσουν τώρα μέγας στο τραγούδι.
― Τα έχουμε πει αυτά, μην τα επαναλαμβάνουμε. Είμαι μέγας στο τραγούδι κι εσύ είσαι ο Μέγιστος!
Ξέρεις τι αφιέρωση μου έγραψε ο Μάνος Ελευθερίου στο βιβλίο του; «Στο θωρηκτό Ποτέμκιν»! Δεν είναι αριστούργημα; Ράια, δεν θα κεράσουμε ένα ουίσκι τα παιδιά;
― Όχι ουίσκι απογευματιάτικα. Αν υπάρχει ρακόμελο... (Η Ράια φέρνει το ρακόμελο. Πίνω απανωτά δυο σφηνάκια). Λοιπόν, Πρόεδρε, σήμερα δεν έχω έρθει με τη στιχουργική μου ιδιότητα, έχω έρθει ως δημοσιογράφος, να κάνουμε μια συνέντευξη για την ATHENS VOICE.
Εκεί δεν είναι αυτό το παιδί, ο Φώτης Γεωργελές;
― Ναι, είναι διευθυντής μας. Θαυμαστής σου και οπαδός της ΑΕΚ.
Καλό παιδί. Κι εμένα ο γιος μου ο Νότης είναι αρχισυντάκτης στην Καθημερινή. Τι με κοιτάς, ρε μαλάκα; Ξεκίνα!
― Θα ξεκινήσω με την κλασική ερώτηση: Πότε και πού γεννήθηκες;
Γεννήθηκα στις 14 Νοεμβρίου του 1935 σ’ ένα δρομάκι κάτω απ’ την πλατεία Κυριακού, την οδό Φωκαίας. Το δρομάκι αυτό αρχίζει από την Αριστοτέλους και φτάνει ίσαμε την Αλκιβιάδου, κόβοντας κάθετα τη Φυλής και την Αχαρνών.
― Πώς ήταν η γειτονιά σου εκείνη την εποχή;
Βαριέμαι τώρα να σ’ τα λέω. Τα γράφω όλα αναλυτικά στο βιβλίο μου «Οι παλιοί συμμαθητές», που κυκλοφορεί από τον Καστανιώτη. Ακόμα πουλάει αυτό το βιβλίο, έχει κάνει πάνω από 30 εκδόσεις! Φέρ’ το απ’ τη βιβλιοθήκη! (Πηγαίνω, του το φέρνω, ανοίγει τις πρώτες σελίδες).
Να, εδώ. Η γειτονιά μου είχε τα πάντα, όλα τα καλά: φούρνο, ταβέρνες, εργαστήριο για φύλλο κρούστας και καταΐφι, συνεργείο αυτοκινήτων, γραφείο κηδειών, ένα φανερό και δέκα κρυφά μπορντέλα, μια λεύκα, δυο μουριές, έναν φοίνικα, δυο κληματαριές, αμέτρητες γλάστρες με λουλούδια, μια «τρελή», μια φαλακρή κοπέλα, την Αθανασία, που παρακαλούσε όλα τ’ αγόρια να πλαγιάσουν μαζί της, ένα μοδιστράδικο, ένα ποδηλατάδικο, πολλά καφενεία, πολλές ταβέρνες, ένα τσαγκαράδικο, δύο γιατρούς, έναν δικηγόρο, τρεις οικογένειες πλούσιες και εκατό φτωχές, έναν ταγματασφαλίτη, πολλούς εθνικιστές, δυο τρεις κομμουνιστές και καμιά εικοσαριά συνοδοιπόρους.
― Ποια εικόνα θυμάσαι έντονα από τα παιδικά σου χρόνια;
Τα λέω στο τραγούδι: «Σάββατο κι απόβραδο και ασετυλίνη, στην Αριστοτέλους που γερνάς, έβγαζα απ’ τις τσέπες μου φλούδες μανταρίνι, σου ’ριχνα στα μάτια να πονάς. Παίζαν οι μικρότεροι κλέφτες κι αστυνόμους κι ήταν αρχηγός η Αργυρώ, και φωτιές ανάβανε στους απάνω δρόμους, τ’ Αϊ-Γιάννη θα ’τανε, θαρρώ». Αυτό είναι ένα τραγούδι από την «Οδό Αριστοτέλους», τον μοναδικό ελληνικό δίσκο που πούλησε πάνω από 1.000.000 αντίτυπα!
― Η Αργυρώ ήταν πραγματικό πρόσωπο ή την έβαλες για την ομοιοκαταληξία;
Ήταν πραγματικό πρόσωπο. Ήταν ένα κορίτσι που έμενε στην οδό Μονής Προδρόμου, έκανε παρέα μόνο με αγόρια, γυρνούσε ξυπόλυτη όπως όλοι μας, έπαιζε βόλους αλλά και ξύλο, έβριζε, και γινόταν έξω φρενών όταν τη φωνάζαμε με το παρατσούκλι της: Καγκουρό!
― Ήσουν από φτωχή οικογένεια…
Πάμφτωχη, δεν είχαμε να φάμε. Οι γονείς μου ήταν πρόσφυγες. Ο πατέρας μου είχε έρθει από την Προύσα της Μικράς Ασίας κι έκανε τον τσαγκάρη και η μάνα μου από το Νοβοροσίσκ της Ρωσίας. Ξενόπλενε και καθάριζε σε πλουσιόσπιτα για να βγάλει μερικές δραχμούλες. Μέναμε όλοι μαζί σ’ ένα δωμάτιο, στο βάθος μιας αυλής, με κοινόχρηστη τουαλέτα. Γύρω γύρω ήταν κι άλλα τέτοια δωμάτια, με οικογένειες ολόκληρες, ο ένας πάνω στον άλλο. Στη μέση της αυλής υπήρχε ένα πηγάδι, απ’ όπου παίρναμε νερό. Έχεις δει την ταινία «Συνοικία Το Όνειρο»; Κάπως έτσι ζούσαμε. Σήμερα ίσως να φαίνονται όλα αυτά γραφικά, μα τότε τα νιώθαμε στο πετσί μας, μας πονούσαν.
― Και μετά ήρθε ο πόλεμος και η Γερμανική Κατοχή...
Τη μέρα που μπήκαν οι Γερμανοί στην Αθήνα ήμουν μαζί με τον φίλο μου τον Λιάκο και τη μάνα μου. Στεκόμασταν στη γωνία Φωκαίας και Αχαρνών και παρακολουθούσαμε αυτούς τους άγριους πολεμιστές με τα κράνη και τα οπλοπολυβόλα να κατευθύνονται πεζή προς στην Ομόνοια. Μόλις πέρασε κι ο τελευταίος Γερμανός, χωρίς να ξέρω γιατί, έβαλα τα κλάματα. «Πάμε γρήγορα στο σπίτι!» πρόσταξε η μάνα μου, κι άρχισε φοβισμένη να με τραβάει απ’ το χέρι. Κι απ’ αυτό το τράβηγμα και την έκφραση στο πρόσωπό της, και ο Λιάκος και εγώ καταλάβαμε πως κάτι πολύ κακό είχε συμβεί.
― Ποιο ήταν αυτό το πολύ κακό; Η πείνα;
Ναι, η πείνα. Πείνα και των γονέων, στην κυριολεξία! Η μάνα μου πούλησε τη βέρα τη δική της και του πατέρα μου για δυο οκάδες αλεύρι. Εγώ έτρωγα τα πάντα για να ξεγελάσω την πείνα μου: Χαρούπια, από μια χαρουπιά που είχαμε ανακαλύψει με τον Λιάκο, το μέσα μέρος από τις πορτοκαλόφλουδες που έβρισκα στα σκουπίδια, λίγα ψιχουλάκια από τον πάγκο του φούρναρη, μια δυο σταφίδες που έπεφταν κάτω όταν ζύγιζε ο μπακάλης τη μαύρη σταφίδα. Αλλά αυτό που έχει χαραχτεί για πάντα στη μνήμη μου είναι η σκηνή που ο πατέρας μου είναι άρρωστος, δεν έχουμε τίποτα για να φάει και η μάνα μου είναι έγκυος στον αδελφό μου. Πήρε η μάνα μου ένα φλιτζάνι, έβγαλε το στήθος της, το γέμισε με το γάλα της και το έδωσε στον πατέρα μου να το πιει. Καταλαβαίνεις τώρα γιατί έγραψα: «Μάνα, δεν φυτέψαμε ούτε ένα λουλούδι κι ακριβοπληρώσαμε δυο σπυριά ζωή. Μάνα, δεν τελειώσαμε ούτε ένα τραγούδι, ήλιο ζητιανέψαμε κι έχουμε καεί»;
― Καταλαβαίνω, Πρόεδρε. Πες μου κάτι, τους στίχους τους έγραφες σε γραφομηχανή ή στο χέρι;
Όλα στο χέρι. Στην αρχή με μολύβι Faber No 2. Είναι μαλακό, τρέχει πάνω στο χαρτί και ξύνεται εύκολα. Στα πρώτα γυμνασιακά χρόνια δεν είχα δει ποτέ στιλό. Αυτό έγινε γύρω στο 1949-50. Ένα κορίτσι εμφανίστηκε σ’ ένα πάρτι και μέσα στην τσάντα της είχε ένα τέτοιο. Ήταν Parker 51 και το ερωτεύτηκα με το που το είδα! Ζήτησα απ’ το κορίτσι να μου επιτρέψει να γράψω κάτι πάνω σ’ ένα κομμάτι χαρτί. Ενθουσιάστηκα!
Καταλαβαίνεις τι θα πει να γράφεις με μελάνι, στρωτά, μαλακά, γλυκά; Εγώ απέκτησα το πρώτο μου στιλό το 1955. Ήταν ένα μεταχειρισμένο Parker 51 με μπλε βαθύ κάλυμμα. Το πήρα, έγραψα και είδα ότι γλιστρούσε στο χαρτί, δεν κόμπιαζε, πετούσε! Από τότε το μπλε στιλό κι εγώ γίναμε αχώριστοι. Για πολλά χρόνια δεν έγραψα ούτε μία λέξη χωρίς να το χρησιμοποιήσω. Για μένα, για τα δάχτυλά μου, ο φίλος, ο σύντροφος ο αχώριστος ήταν αυτό το στιλό το μεταχειρισμένο, ο «εργάτης», όπως το έλεγα. Δυστυχώς, μια μέρα έπεσε από τα χέρια της Υακίνθης, καρφώθηκε στο πάτωμα, κι από τότε, όσες προσπάθειες κι αν έκανα, δεν μπόρεσα να το επιδιορθώσω.
― ΑΕΚ πώς έγινες;
Δεν έγινα, γεννήθηκα ΑΕΚ. Και ΑΕΚ θα πεθάνω!
― Τόσο πολύ;
Ναι, γιατί η ΑΕΚ δεν είναι ομάδα, η ΑΕΚ είναι ιδέα. Είναι η ομάδα της προσφυγιάς, της φτωχολογιάς.
― Ε, καλά τώρα! Αυτά ήταν παλιά. Τώρα με τις μεταγραφές, ποια προσφυγιά και ποια φτωχολογιά;
Άντε γαμήσου, ρε μαλάκα! Που θα μιλήσεις εσύ για την ΑΕΚ! Και γιατί φοράς τώρα κόκκινο μπλουζάκι; Μήπως είσαι ολυμπιακάκιας;
― Όχι, Πρόεδρε, αφού το ξέρεις, το αγαπημένο μου χρώμα είναι το πορτοκαλί. ΑΕΚ είμαι κι εγώ κι ο Τάσος από δω και όλοι στην ATHENS VOICE ΑΕΚ είμαστε! Τραγούδι για την ΑΕΚ έχεις γράψει;
Δεν το ξέρεις; «Αναστενάζουν τα γκολπόστ και τα δοκάρια σπάζουν, της Ένωσης οι αετοί τα δίχτυα κομματιάζουν. Εμπρός, της ΑΕΚ παλικάρια, σουτάρετε και σπάστε τα δοκάρια, τα δίχτυα σκίστε, τη δόξα κατακτήστε, νικήστε, νικήστε, νικήστε!» Τη μουσική την έχει γράψει ο Χρήστος Νικολόπουλος.
― Μια και λέμε για μεγάλους έρωτες… θυμάσαι το πρώτο σου φιλί;
Δεν θα το ξεχάσω ποτέ! Ήταν με τη Χαρίκλεια. Δεν ήταν όμορφη, αλλά ήταν νόστιμη και τσαχπίνα. Της έδινα συχνά ραβασάκια, και μια μέρα μού έδωσε κι αυτή ένα, που έγραφε: «Από καιρό σ’ έχω βάλει κι εγώ στο μάτι. Το απόγευμα στις 6 θα πάω στον Άγιο Παντελεήμονα να εξομολογηθώ. Να με περιμένεις απέξω μετά την εξομολόγηση». Κάτσαμε σ’ ένα παγκάκι, έβαλα το χέρι μου στον ώμο της κι άρχισα να της λέω διάφορα ερωτόλογα. Δεν μου ερχόταν καλά να τη φιλήσω αμέσως, χωρίς προετοιμασία.
Όταν τέλειωσα το λογύδριο, έσκυψα και τη φίλησα. Αισθάνθηκα υπέροχα! Δεν είχα ξαναφιλήσει κορίτσι ως τότε. Φαίνεται πως αισθάνθηκε το ίδιο και η Χαρίκλεια, γιατί έκλεισε τα μάτια της κι έγειρε προς τα πίσω το κεφάλι της περιμένοντας το δεύτερο φιλί. Εγώ όμως πίστευα πως δεν έπρεπε να περάσω στο δεύτερο φιλί χωρίς να μεσολαβήσει άλλος ένας μικρός πρόλογος. Τον έκανα και τη φίλησα δεύτερη φορά, κι ενώ είχα αρχίσει τον τρίτο πρόλογο, «Άσε τα λόγια και φίλα!» με πρόσταξε αγριεμένη. Συμμορφώθηκα και βάλθηκα να της δίνω το ένα φιλί μετά το άλλο ως τις 7, που κοίταξε το ρολογάκι της, είπε αυστηρά «Είναι ώρα», σηκώθηκε, μου έδωσε άλλο ένα φιλί όρθια κι έφυγε βιαστικά προς την Αχαρνών.
― Πού άκουσες για πρώτη φορά τραγούδια;
Στο σπίτι μου. Από τη μάνα μου. Το Λιζάκι, μπορεί να μην είχαμε ψωμί να φάμε, με το τραγούδι ξύπναγε, με το τραγούδι κοιμόταν. Η μάνα μου τραγουδούσε λαϊκά και ρεμπέτικα: «Τις άλλες τα ’μπλεξα κι εγώ με μια ξανθιά μικρούλα, που έχει μάτια έξυπνα, είναι και μοδιστρούλα...». Τραγούδια επίσης άκουγα από τα γραμμόφωνα που είχαν τα «κορίτσια» της γειτονιάς. Τις θυμάμαι αυτές τις κοπέλες. Ήταν πάντα λυπημένες, ξύπναγαν πάντα μεσημέρι, άνοιγαν αμέσως τα παράθυρα διάπλατα κι έστελναν εμάς τα παιδιά για διάφορα θελήματα. Μερικές φορές έμπαινα και μέσα στα σπίτια τους. Έψηναν καφέ και μετά έβαζαν στο γραμμόφωνο τη μια πλάκα μετά την άλλη, με τα τραγούδια που αγαπούσαν, τραγούδια νοσταλγικά και τρυφερά.
― Στο σπίτι σου δεν είχατε ραδιόφωνο;
Ποιο ραδιόφωνο, ρε μαλάκα; Στο σπίτι βάλαμε ρεύμα όταν ήμουν 17 χρονών! Και μετά πήραμε ραδιόφωνο, για να ακούμε τραγούδια και το ματς της Κυριακής.
Μεγάλωσε λοιπόν ο μικρός Λευτέρης –που τον είχαν βαφτίσει έτσι γιατί ο πατέρας του ήταν «θανατικός» βενιζελικός– μέσα στη γερμανική Κατοχή, την Απελευθέρωση, τον Εμφύλιο, τα Δεκεμβριανά, τις εκλογές, με τον Καραμανλή, τον Παπανδρέου… Πήγε Γυμνάσιο, φοίτησε στη Νομική Σχολή, άρχισε να γράφει σε εφημερίδες και τις ελεύθερες ώρες του διάβαζε ποίηση, έγραφε στίχους, ζούσε έρωτες και απογοητεύσεις, χαρές και λύπες, με μόνιμη συντροφιά τη φτώχεια. Όπως όλη η Ελλάδα, τραβούσε κι αυτός τον δύσκολο δρόμο του και, σαν πρωταθλητής, ετοιμαζόταν μέχρι να έρθει η μεγάλη στιγμή για την οποία τον προόριζε η Τύχη και η Μοίρα. Κι αυτή η στιγμή δεν άργησε. Ήρθε στις αρχές της δεκαετίας του ’60, με ένα τραγούδι. Ο Τάσος, φωτογράφος της ATHENS VOICE, μου κάνει νόημα ότι γράφει το βίντεο, σκύβω προς τον Πρόεδρο και του λέω γλυκά.
― Πρόεδρε, η ATHENS VOICE συμπλήρωσε φέτος 1.000 τεύχη.
1.000 τεύχη; Μπράβο! Σε πληρώνει;
― Ε, ναι, με πληρώνει. Αλλά δεν είναι αυτό το θέμα.
Του ζητώ, για το χατίρι των αναγνωστών μας, να μας απαγγείλει τους στίχους από το πρώτο του τραγούδι, που έγραψε πάνω σε μουσική του Σταύρου Ξαρχάκου, την «Άπονη ζωή».
Γυρνάει, με κοιτάει μ’ αυτό το άγριο αλλά και πονεμένο βλέμμα, μου πιάνει σφιχτά το χέρι κι αρχίζει να απαγγέλλει: «Άπονη ζωή, μας πέταξες στου δρόμου την άκρη, μας αδίκησες. Κι ούτε μια στιγμή δεν είπες να μας διώξεις το δάκρυ, μας κυνήγησες. Το κρίμα μας βαρύ, μας γέννησε φτωχούς, με την καρδιά πικρή, γεμάτη στεναγμούς».
Και πάνω εκεί, χωρίς καλά καλά να ξέρω γιατί, μπήγω τα κλάματα. Από το μυαλό μου πέρασαν φτωχογειτονιές, χωματόδρομοι, γλάστρες με βασιλικό, δουλευταράδες άντρες και νοικοκυρές μανάδες, αγοράκια με σφεντόνες και κορίτσια με κορδέλες στα μαλλιά και πάνω απ’ όλα αυτά μια φτώχεια αβάσταχτη αλλά και μια αγάπη δυνατή, που ένωνε τους ανθρώπους στην κοινή τους μοίρα. Πίνω ένα σφηνάκι ρακόμελο για να συνέλθω.
― Σ’ ευχαριστώ πολύ, Πρόεδρε. Με συγκίνησες!
Γιατί; Πρώτη φορά τ’ ακούς;
― Έτσι όπως το είπες εσύ, πρώτη φορά! Πώς γράφτηκε αυτό το τραγούδι;
Είχα πάει στον Ξαρχάκο. Τον ήξερα από τη γειτονιά. Είχαμε γίνει φίλοι και ήξερε ότι έγραφα. Κάποια στιγμή μού λέει: «Θέλεις να γράψεις τα τραγούδια για μια ταινία;». Ο Ξαρχάκος έγραφε εκείνη την εποχή τη μουσική για τα «Κόκκινα φανάρια». Τότε δεν είχαμε κινητά και μαγνητόφωνα. Έτσι έκατσε στο πιάνο κι άρχισε να μου παίζει τη μελωδία ξανά και ξανά μέχρι να τη μάθω απέξω.
― Και πώς σου ήρθαν τα λόγια; Στον δρόμο; Πήγες σπίτι σου κι άρχισες να γράφεις και να σβήνεις;
Όχι, τα λόγια μού ήρθαν χύμα.
― Χύμα; Και γιατί, αντί να γράψεις κάτι ερωτικό, έγραψες «Άπονη ζωή»; Ποιος ήταν ο λόγος που σ’ έκανε να βάλεις αυτά τα λόγια;
Γιατί ήμουν φτωχός, ρε μαλάκα! Ήμουν μπατίρης. Και σαν κι εμένα ήταν ολόκληρη η Ελλάδα.
― Βασανίζεσαι για να γράψεις ένα τραγούδι; Υπάρχει κάποιο που σε παίδεψε;
Όχι, μου έρχονται όλα κατευθείαν. Μία φορά μόνο παιδεύτηκα, κι αυτό οφειλόταν όχι σ’ εμένα, αλλά στις μέλισσες. Είμαι σ’ ένα ξενοδοχείο στη Σαντορίνη, απάνω κοιμάται ο γιος μου κι εγώ έχω κατέβει πρωί πρωί στο μπουφέ, έχω πάρει το πρωινό μου και ετοιμάζομαι να γράψω ένα τραγούδι για μια ταινία της Βουγιουκλάκη. Κι ενώ αρχινάω να γράφω –σβιν! σβιν!– εμφανίζεται ένα σμήνος από μέλισσες για να φάνε από το μέλι που είχε μείνει στα τραπέζια. Εκεί έπρεπε να με δεις, με το ένα χέρι να διώχνω τις μέλισσες και με το άλλο να γράφω το τραγούδι.
― Ποιο τραγούδι ήταν αυτό;
«Θα κεντήσω πάνω στου αλόγου σου τη σέλα, με διαμαντόπετρες σωρό, του φεγγαριού το πηγαινέλα στο πελαγίσιο το νερό. Αγόρι μου, να σε χαρώ». Μουσική του Μάνου Λοΐζου.
― Τελικά ποιο είναι το μυστικό για τα χιλιάδες τραγούδια που έγραψες, το ένα καλύτερο από το άλλο;
Είχα ταλέντο, ρε μαλάκα! Κάθε τραγούδι δεν το έγραφα για μένα, ήταν λαϊκό τραγούδι. Ήταν για τον λαό. Γι’ αυτό και είχε ιδεολογία μέσα. Τη φτώχεια. Όχι τη φτώχεια την κακομοίρικη, αλλά τη δυνατή, την περήφανη. Έλεγα «Φτωχολογιά, που απ’ τον πηλό βγάζεις λουλούδι», έλεγα «Καμαρούλα μια σταλιά, δύο επί τρία», έλεγα «Σκέψου τι όμορφη που θα ’σαι με το φεγγάρι στα μαλλιά»...
― Ράια (γυρνάω προς τη γυναίκα του), εσύ τι έχεις να πεις για το «φεγγάρι στα μαλλιά»;
Έτσι μ’ έριξε εμένα. Ήμουν στη Θεσσαλονίκη και γνωριστήκαμε σε μια ταβέρνα, μέσω κοινών φίλων. Εγώ ερχόμουν από το Παρίσι, όπου σπούδαζα, και δεν ήξερα ούτε ποιος ήταν ούτε τι τραγούδια είχε γράψει. Είχε έρθει για μια δημοσιογραφική αποστολή, αλλά δεν έφευγε από τη Θεσσαλονίκη, έμενε εκεί και μου έλεγε ότι ήθελε να πάρει συνέντευξη από τις γυναίκες της Θεσσαλονίκης και πρώτη απ’ όλες εμένα! Μετά με πήγαινε βόλτες και μου απήγγελλε τραγούδια του. Είχα μείνει με το στόμα ανοιχτό. Αλλά όταν μου απήγγειλε «Σκέψου τι όμορφη που θα ’σαι με το φεγγάρι στα μαλλιά», συγκλονίστηκα! Έτσι, έμαθα όλα του τα τραγούδια, αλλά χωρίς τις μουσικές. Ένα βράδυ σ’ ένα ταβερνάκι ακούμε «Πριν το χάραμα μονάχος εξεκίνησα, αχ και στο πρώτο μας το στέκι την αυγούλα γύρισα». «Δικό μου είναι κι αυτό!» μου λέει, κι όταν το είπα στην παρέα μου γέλασαν βέβαια, γιατί είναι του Γιάννη Παπαϊωάννου, σε στίχους Χαράλαμπου Βασιλειάδη!
― Έτσι σ’ έριξε;
Έτσι. Μετά άρχισε να μου στέλνει τους δίσκους του. Και μαζί όλα τα ρεμπέτικα, όλους τους δίσκους της Σωτηρίας Μπέλλου. Ερχόντουσαν στο σπίτι μου πακέτα –τι λέω;– κασόνια με δίσκους. Ο μπαμπάς μου έβλεπε να έρχονται οι κούτες και δεν καταλάβαινε τι είχε συμβεί. Δεν τον ήξερε και δεν τον είχα πάει ακόμα σπίτι μου. Κάποια στιγμή τον παρουσίασα, τα φτιάξαμε επίσημα και τρία χρόνια αργότερα παντρευτήκαμε. Ο Λευτέρης είχε έναν γιο από τον πρώτο του γάμο, τον Νότη, και μαζί κάναμε την Υακίνθη.
― Ο Πρόεδρος δεν είναι και ο πιο εύκολος άνθρωπος. Πώς τον άντεξες;
Κοίτα, ο Λευτέρης έχει πολύ μεγάλη ευαισθησία, που δεν τη δείχνει σε όλους. Όταν θέλει, είναι μέλι. Εγώ ερωτεύτηκα πάρα πολύ τα τραγούδια του και με παρηγορούσε αυτό στις δύσκολες στιγμές. Έχει επίσης μεγάλη γοητεία.
― Εσύ τι λες, Πρόεδρε;
Η Ράια είναι σπουδαία. Είναι πανέμορφη! Και είναι σπουδαγμένη, έχει σπουδάσει στη Γενεύη Βιοχημεία. Και μετά στο Παρίσι, στη Σορβόνη, θεατρικές σπουδές. Είμαι πανευτυχής που τη γνώρισα. Και να σου πω κάτι; Περάσαμε φτώχεια μαζί. Πιάσαμε ένα τριάρι κοντά στο δασάκι του Συγγρού και μείναμε εκεί 13 χρόνια, εγώ, η Ράια, μετά γεννήθηκε η Υακίνθη, ήρθε και μια γυναίκα που φρόντιζε το παιδί, η αδελφή της Ράιας, πέντε άτομα σ’ ένα τριάρι.
― Μα δεν έβγαζες λεφτά από τα τραγούδια σου εκείνη την εποχή;
Έβγαζα, αλλά έπρεπε να τα μαζεύουμε για να χτίσουμε ένα σπίτι, αυτό εδώ. Είχα βάλει και γραμμάτια, χρωστούσα στην Εφορία, 13 χρόνια περάσαμε πολύ δύσκολα. Φτώχεια. Αλλά ωραία φτώχεια. Γέμιζαν οι κάμαρες φιλιά!
― Και μετά πώς άλλαξε η κατάσταση κι άρχισαν να έρχονται λεφτά;
Η τηλεόραση και οι ταινίες. Έβγαλα εκείνη την εποχή πολύ καλά λεφτά από το «Να η ευκαιρία», και μετά από τις εκπομπές που σκηνοθέτησε η Ράια. Αλλά τα πιο πολλά λεφτά τα έβγαλα από τα τραγούδια που έγραψα για το σινεμά. Ξέρεις πόσα μου έδινε ο Φίνος για κάθε τραγούδι; 3.000 δραχμές! Παγκουί! Πολλά λεφτά τότε! Σε μια ταινία είχα γράψει 8 τραγούδια. Επί 3.000 το ένα, 24.000 δραχμές. Μ’ αυτά τα λεφτά εκείνη την εποχή έπαιρνες αυτοκίνητο!
Χτυπάει το τηλέφωνο. Το σηκώνει. «Ναι! Πότε το έγραψα αυτό, ρε μαλάκα; Γιατί δεν έρχεστε από δω με τον Νότη; Θα έρθει μαζί και ο πρέσβης; Ας έρθει! Άντε γαμήσου τώρα, σε κλείνω, έχω συνέντευξη με τον Παύρη!» Κλείνει το τηλέφωνο, απλώνει το χέρι του και μου χαϊδεύει το κεφάλι. «Σε ευλογάει τώρα», μου λέει η Ράια. Γονατίζω και σκύβω το φαλακρό μου κρανίο για να πάρω την ευλογία. Αρχίζει πάλι να λέει πόσο τεμπέλης είμαι και πόσο σπαταλάω το ταλέντο μου. Δεν απαντάω, απολαμβάνω την αίσθηση του χεριού του πάνω στο κεφάλι μου.
― Τι άλλο να πούμε; Σε βλέπω κουρασμένο.
Η Ράια μού στάθηκε. Η ύπαρξή της δίπλα μου με κράτησε όλα αυτά τα χρόνια.
― Ράια, ισχύουν αυτά που λέει;
Ο Λευτέρης έχει δύο πλευρές, είναι δισυπόστατος. Έχει μέσα του ένα κομμάτι αλήτικο και έχει κι ένα κομμάτι τρυφερό. Όταν τον γνώρισα εγώ, ήταν 40 χρονών, είχε παντρευτεί και είχε χωρίσει, είχε τον γιο του τον Νότη και μια μεγάλη αντροπαρέα που τη συναντούσε στην ταβέρνα, έτρωγαν, έπιναν, έπαιζαν χαρτιά – ήταν οι Λευτεριστές. Τι ήταν οι Λευτεριστές; Ο σκληρός πυρήνας των φίλων του έφτιαξε ένα κόμμα, μια ένωση φίλων του Λευτέρη και αυτομάτως ονομάστηκαν Λευτεριστές. Η ομάδα όμως αυτή ήθελε έναν αρχηγό κι έτσι διάλεξαν ποιον άλλο; Τον Λευτέρη! Γι’ αυτό τον λένε Πρόεδρο. Είναι Πρόεδρος της Ένωσης Λευτεριστών!
Την έχω ακούσει χιλιάδες φορές αυτή την ιστορία. Λένε μάλιστα πως μια φορά ήταν μαζί με τον Ανδρέα Παπανδρέου και κάποιος φώναξε «Πρόεδρε!». Γυρίζει ο Παπανδρέου, κι αυτός που φώναξε λέει: «Δεν εννοώ εσένα, Αντρέα, τον Λευτέρη Παπαδόπουλο εννοώ!».
― Είναι αλήθεια, Πρόεδρε;
Μαλακίες!
― Πολιτικά παραμένεις ΠΑΣΟΚ;
Τι να κάνω; Εμένα όλοι οι φίλοι μου, αυτοί που έφυγαν –ο Παπανδρέου, η Μελίνα– αλλά κι αυτοί που μένουν –ο Λαλιώτης, ο Λιάνης– όλοι είναι ΠΑΣΟΚ. Έτσι είμαι κι εγώ κατά κάποιον τρόπο υποχρεωμένος να είμαι ΠΑΣΟΚ. Η Ράια είναι ΚΚΕ. Αλλά τώρα πια δεν υπάρχουν ιδεολογίες. Τώρα έχουμε πόλεμο και βλέπω αυτόν τον πόλεμο να εξαπλώνεται παντού. «Ήταν μια σπίθα στην αρχή και μιας βροχής ψιχάλα, κι έγινε η σπίθα πυρκαγιά και πέλαγος η στάλα», που λέω και στο τραγούδι. Για άλλη μια φορά, αυτός που θα πληρώσει τη νύφη είναι η τέχνη. Αυτή τη στιγμή στο τραγούδι υπάρχουν άνθρωποι με ταλέντο που πεινάνε και ζητιανεύουν για μια μπουκιά ψωμί. Κάτι πρέπει να κάνουμε γι’ αυτό. Ένα ταμείο αλληλοβοήθειας. Νομίζω ότι η Αυτοδιαχείριση ετοιμάζει μια μεγάλη συναυλία για να μαζευτούν χρήματα. Όλοι πρέπει να βοηθήσουμε.
― Μια και ανέφερες τους ανθρώπους του τραγουδιού, να ρωτήσω τη γνώμη σου για τους στιχουργούς που βγήκαν μετά από σένα;
Τι; Θα μου λες ονόματα κι εγώ θα κάνω κριτική; Βαριέμαι… Όλοι μετά από μένα είναι καλοί! Στο τραγούδι, εξάλλου, οοι μόνοι αδέκαστοι κριτές είναι ο κόσμος και ο χρόνος.
― Με τον Χατζιδάκι γιατί δεν συνεργάστηκες;
Ήθελε να γράψω ένα τραγούδι για τον Κεμάλ. Όταν τον ρώτησα ποιος είναι ο Κεμάλ, μου λέει «Ο σκύλος μου». Του είπα ότι εγώ τραγούδι για σκύλο που τον λένε Κεμάλ δεν γράφω.
― Γιατί; Επειδή σου θύμιζε τον Κεμάλ Ατατούρκ;
Δεν ήθελα, ρε μαλάκα, πώς να σ’ το πω; Κατάλαβα ότι δεν με γούσταρε κι ότι δεν τον γούσταρα. Δεν ταίριαζαν τα χνώτα μας!
― Και με τον Καζαντζίδη γιατί έκανες μόνο δύο τραγούδια;
Ναι, αλλά τι τραγούδια! «Το μερτικό μου απ’ τη χαρά μού το ’χουν πάρει άλλοι, γιατί είχα χέρια καθαρά και μια καρδιά μεγάλη. Θεέ μου, τη δεύτερη φορά που θα ’ρθω για να ζήσω, όσο η καρδιά κι αν λαχταρά, δεν θα ξαναγαπήσω»! Ο Καζαντζίδης ήταν μεγάλος τραγουδιστής, αλλά πολύ φιλοχρήματος. Ήθελε να υπάρχει μόνο το δικό του όνομα στον δίσκο για να παίρνει όλα τα ποσοστά. Αλλά εγώ είχα δώσει αγώνες για να μπαίνει εκτός από του τραγουδιστή και το όνομα του συνθέτη και του στιχουργού.
― Και η Χαρούλα Αλεξίου; Ο Γιώργος Νταλάρας;
Αυτοί είναι παιδιά μου. Μεγάλοι τραγουδιστές. Μαγεύτηκα από την πρώτη στιγμή από τη φωνή της Χαρούλας. Βγαίνει μέσα απ’ τα σωθικά της: «Κίτρινη πόλη, παραμονές βροχής, το πόμολο της πόρτας παγωμένο. Ακόμα μια νύχτα που σε περιμένω, μα πάλι δεν θα ’ρθεις». Την ακούς και σου ξεσκίζει την καρδιά. Κι ο Νταλάρας, όμως, είναι σπουδαίος! Έχει ένα μέταλλο στη φωνή του που με συγκινούσε και μ’ έκανε να γράφω τραγούδια μόνο γι’ αυτόν: «Αχ, χελιδόνι μου, πώς να πετάξεις σ’ αυτόν τον μαύρο τον ουρανό; Αίμα σταλάζει το δειλινό και πώς να κλάψεις;». Ποιος άλλος θα μπορούσε να το πει έτσι όπως το είπε ο Νταλάρας;
― Έγραψες και βιβλία, με μεγάλη επιτυχία.
Βλέπεις απέναντι στην βιβλιοθήκη; Όλα αυτά τα βιβλία είναι δικά μου. Είκοσι έχω βγάλει. Ξέρεις τι δουλειά είναι αυτή; Έχω γράψει χιλιάδες τραγούδια. Ξέρεις τι ξενύχτια, τι πόνος, τι κούραση ψυχολογική είναι αυτή; Δεν υπολογίζω τα κείμενα στην εφημερίδα κάθε μέρα, τις μεταφράσεις, τα θεατρικά, τις εκπομπές στο ραδιόφωνο και στην τηλεόραση. Αλλά τα έκανα όλα αυτά γιατί ήμουν μάγκας! Ήμουν ένα λαϊκό παιδί.
― Τόσα λαϊκά παιδιά υπήρχαν στην εποχή σου. Όμως κανένα δεν έγραψε τα αριστουργήματα που έχεις γράψει εσύ. Από πού ήρθε αυτό το πράγμα;
Ο Θεός! Και η ανάγκη.
― Ναι, αλλά κι εσύ ήσουν έτοιμος να δεχτείς αυτή την ευλογία...
Γιατί ήμουν φιλότιμος, ρε μαλάκα, δεν ήμουνα τεμπέλης σαν κι εσένα.
― Ε καλά, Πρόεδρε, νέος άνθρωπος είμαι, μόνο 70 χρονών. Όταν μεγαλώσω, θα γίνω πιο εργατικός. Εσύ πόσων χρονών είσαι;
Εγώ είμαι 90. Αλλά θα ζήσω μέχρι τα 130!
― Εσύ, Προεδράρα μου, με τα τραγούδια που έγραψες, θα ζήσεις όχι 130, αλλά 1.000 χρόνια!
Άντε τώρα, φύγε! Κουράστηκα.
― Μια τελευταία ερώτηση. Τι τίτλο να βάλω;
Άντε γαμηθείτε!
― Πολύ τολμηρό δεν είναι; Να βάλω «Θα ζήσω μέχρι τα 130»;
«3.000 το κομμάτι!» Αυτό να βάλεις! Ρε μαλάκα, έχεις τόσο ταλέντο. Έναν τίτλο δεν μπορείς να βρεις;
― Πώς σου φαίνεται το «Δεν θα πεθάνουμε ποτέ, κουφάλα νεκροθάφτη»;
Με κοιτάει για λίγο έκπληκτος και μετά ξεκαρδίζεται στα γέλια. Κλείνω το κινητό με το οποίο τον μαγνητοφωνούσα, μαζεύω τα χαρτιά μου, πίνω άλλο ένα ρακόμελο για τον δρόμο, τους καληνυχτίζω και βγαίνω στη Ροβέρτου Γκάλλι. Ένα ταξί περνάει από μπροστά μου, το σταματάω, μπαίνω μέσα, το ραδιόφωνο παίζει «Βρέχει φωτιά στη στράτα μου, φωτιά που μ’ έχει κάψει, για τα φτωχά τα νιάτα μου κανένας δεν θα κλάψει...»
«Τραγουδάρα!» μου λέει ο ταξιτζής, ένας συμπαθητικός 40άρης. «Ήμουν πριν από λίγο στο σπίτι του Λευτέρη Παπαδόπουλου που έγραψε τους στίχους», του λέω για να κάνω τη φιγούρα μου. «Ο Πρόεδρος!» λέει με ενθουσιασμό ο ταξιτζής. Λέμε κι άλλα, για το ταλέντο του, για τη συνέντευξη που του έκανα, για την ATHENS VOICE…
Φτάνουμε στο σπίτι. Κάνω να πληρώσω, έχω 50άρικο, ο ταξιτζής δεν έχει ρέστα. «Μήπως έχετε κάρτα;» Ψάχνω στη μέσα τσέπη του μπουφάν, βρίσκω την κάρτα, πληρώνω, βγαίνω. Κι ενώ το ταξί εξαφανίζεται στο βάθος του δρόμου, διαπιστώνω ότι έχω χάσει το κινητό. Σίγουρα μου έχει πέσει μέσα στο ταξί.
Ανεβαίνω στο διαμέρισμα, ανοίγω τον υπολογιστή, στέλνω μήνυμα στην Ντίνα, την αδελφή μου: «Πάρε τηλέφωνο στο κινητό μου!» της γράφω και είμαι έτοιμος να πάθω εγκεφαλικό. «Χτυπάει», μου απαντάει. Θέλω να σκοτωθώ. Δεν με νοιάζει για τις επαφές, τις φωτογραφίες, ούτε για τη συσκευή. Αυτό που με τρελαίνει είναι ότι μέσα στο κινητό υπάρχει η συνέντευξη του Προέδρου. Τι θα του πω; «Έλα να ξανακάνουμε τη συνέντευξη γιατί έχασα το κινητό μου»; Πέφτω στα γόνατα και παρακαλώ τον Θεό, τον Άγιο Φανούριο, τον Άγιο Ελευθέριο, τον Αϊ-Γιώργη να κάνουν το θαύμα τους. Και, φίλε μου, τη δωδεκάτη ώρα, πάνω που είμαι έτοιμος να αυτοκτονήσω, το θαύμα γίνεται! Βλέπω μήνυμα από την Ντίνα: «Πήγαινε στο αστυνομικό τμήμα Δάφνης. Ο ταξιτζής βρήκε το κινητό σου και το παρέδωσε εκεί».
Βγαίνω στον δρόμο, σταματάω ένα ταξί, πάω στο τμήμα. «Ευτυχώς που δεν το είχατε κλειδωμένο», μου λέει η αστυνομικός. «Πήραμε την τελευταία κλήση και ήταν η αδελφή σας».
«Μήπως ο ταξιτζής σάς άφησε κάποιο τηλέφωνο για να τον ευχαριστήσω;»
«Όχι, μας είπε να σας πούμε μόνο μία λέξη: Πρόεδρος!».
Ένα τραγούδι φτιαγμένο με στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου
Φτωχολογιά, μες στη δική σου την αγκάλη
ήμουν αηδονάκι δίχως τη φωνή
το μερτικό μου απ’ τη χαρά το πήραν άλλοι
κάποιο Σαββατόβραδο στην Καισαριανή.
Κρατούσα φλούδες μανταρίνι στο ένα χέρι
κύλαγα το τσέρκι στην οδό Φυλής
κι άκουγα ένα πικρό τραγούδι του Λευτέρη
«Αχ, χελιδόνι, να πετάξεις δεν μπορείς…»
Δεκαοχτώ χρονώ, μικρό παλικαράκι
άγγελος δραπέτης απ’ τον ουρανό
καβάλα πάνω στο δελφίνι-δελφινάκι
κάποια γοργόνα έψαχνα να βρω.
Γλυκά πονούσε στην καρδιά μου το μαχαίρι
γίνονταν ο κόσμος, τόσος, μια σταλιά
έβαζα τότε ένα τραγούδι του Λευτέρη
κι αμέσως γέμιζε η κάμαρη φιλιά.
Τις Κυριακές στην Κατερίνη σε ζητούσα
στον καφενέ που ήταν δίπλα στο γιαλό
με κάποιο άγαλμα στον δρόμο προχωρούσα
κι όλοι φωνάζαν «διώξτε τον τρελό!».
Κάτω απ’ τον έναστρο ουρανό σαν του Σεφέρη
σου είπα πρέπει να γλιτώσει το παιδί
και σου τραγούδησα τον στίχο του Λευτέρη
που έλεγε: «βγάλε από την πόρτα το κλειδί».
Στην Κοκκινιά απόψε αντάμωσα τον Χάρο
στον δρόμο έπεφτε μια ατέλειωτη βροχή
κι εκεί που έπινα τσιγάρο στο τσιγάρο
έφευγε μέσα από τα χείλη μου η ψυχή.
Πάνε να πεις στη δόλια μάνα το χαμπέρι
ο μπαγλαμάς μου ας παίξει τώρα έναν σκοπό
προτού πεθάνω ένα τραγούδι του Λευτέρη
γι’ αυτή την άπονη ζωή θέλω να πω...
- ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΥΡΙΑΝΟΣ
- Στο ποίημα περιέχονται στίχοι από 30 τραγούδια του Λευτέρη Παπαδόπουλου
- PodCast ATHENS VOICE | Μυθικά Πρόσωπα: Τέσσερις εποχές με τον Λευτέρη Παπαδόπουλο
Δειτε περισσοτερα
Τι θα δούμε στους συναυλιακούς χώρους, στα ανοιχτά θέατρα και στις γκαλερί
Από την «Άπονη ζωή» και την «Οδό Αριστοτέλους» μέχρι το σπίτι κάτω από την Ακρόπολη, μια συνέντευξη με τον Λευτέρη Παπαδόπουλο γίνεται προσωπική μαρτυρία, γέλιο, συγκίνηση και μικρό θαύμα
Όλα για τη νέα τοιχογραφία της Θεσσαλονίκης
Ο γνωστός κομίστας μιλάει μιλά για τη ζωγραφική, τα κόμικς, τον κινηματογράφο, τη σύγχρονη τέχνη και τις προκλήσεις των νέων καλλιτεχνών.
Μια συζήτηση με τον συγγραφέα για τα βιβλία του, τις επιρροές του και τη σχέση της λογοτεχνίας με τη ζωή