- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Γκούλαγκ: Πάτα γερά και μη διστάζεις, φίλε μου
Πόνγκο στα Λαδάδικα σαν να μην πέρασε μια μέρα από τα 80s
Μερικές σκέψεις με αφορμή το live των Γκούλαγκ στο Eightball
Ρωτώ την Κ. τι διάλεξε τελικά εκείνη τη νύχτα, Γκούλαγκ στο Eightball ή Ακύλα και αγωνία στο σπίτι με ποκ-κόρν. Λέει: «Ασύμβατοι κόσμοι, κανένας δεν αφήνει τον άλλο να ειβάλει στην επικράτειά του, δεκτοί και οι δυο, όμως τελικά διάλεξα να αγχωθώ όχι για το Ferto-Ferto, αλλά για το αν οι Γκούλαγκ θα ξεκινούσαν το λάιβ τους με τον “Ελιγμό”. Ανισόρροπη και αντεθνικώς δρώσα, να σου δηλώσω, επίσης, για το Eightball, πως δεν με χαλάει που δεν πουλούν μάτσα λάτε. Ούτε και που τα κοκτέιλ τους δεν είναι signature. Συνειδητά επομένως έδωσα την ψήφο μου στον Αλέκο».
Όπου Αλέκος (γουστάρω τρελά) ο Κανταρτζής, όπου «Εθισμός» το τρομερό ινστρουμένταλ μπάσιμο με το οποία ανοίγει η «Αυλή των Θεαμάτων» των Γκούλαγκ. Και όπου Κ., μια πολύ φίλη μου. Που δε λέει (και ας περάσαν σαρανταβάλε χρόνια) να ξεκολλήσει από τη φάση «Άγρια Θεσσαλονίκη», «Ξεσσαλονίκη», ή όπως αλλιώς τη λένε εκείνη την τρομερή πανκ DIY σκηνή της δεκαετίας του ’80, η οποία κελάηδησε για έρωτες και ήττες, πάρκο Τσιρογιάννη και Προξένου Κορομηλά, νίκες και στραπάτσα και υπαρξισμούς σαν αυτούς που συνεχίζουν να κοπανούν οι Γκούλαγκ του Κανταρτζή.
Ο Αλέκος είναι ένας γνήσιος λόκαλ ήρωας, που ως και σήμερα υφίσταται ενεργός χώνοντας με την μπάντα οργές, πληγές και άλλους τέρμα χάρτντκορ πανκ μελωδικούς υπαρξισμούς. Πάρτι όπως το 1985 επομένως για την Κ. τη νύχτα που το έθνος προσκυνούσε πορτοκαλιά σκουφιά.
«Ξέρω», συνεχίζει, «αυτοί οι ήχοι σού ηχούν σήμερα παλιομοδίτικοι, κάτι σαν τη χειρόγραφη γραφή, τις γραβάτες, τα στενά τζιν, τα βινύλια και τις κασέτες. Ρε, θυμάσαι εκείνη την κασέτα τους “Είμαστε μικροί, μα θα μεγαλώσουμε;” Εμένα αυτοί οι υπαρξισμοί ακόμα με αγγίζουν. Γιατί από εκείνη τη Θεσσαλονίκη έρχομαι καταγωγικά και αισθητικά, Lazy Dogs Records, Στέκι Φιλοσοφικής, “Είσοδος Κινδύνου 0 βαθμοί Κελσίου” ( τι ντεμπούτο, σκέφτομαι), σινέ Αργώ και Γκούλαγκ λάιβ με τους The Ex…»
Ήμουν κι εγώ εκεί στην Αργώ με την Κ. σε εκείνη τη συναυλία. Εκείνων των καιρών που οι Γκούλαγκ έκαναν πρόβες στην πολυκατοικία «Τσιγαρίδα», το διάσημο προβάδικο με τις αυγοθήκες στους τοίχους, πέρα στην Ολυμπίου Διαμαντή. Όμως το παρελθόν έχει πάψει πια να με αφορά. Αυτό το πανίσχυρο παρελθόν και οι αναμνήσεις από τη νιότη μας, που κατατρώει την Κ. όπως ο σκώρος τα ρούχα στην ντουλάπα. Παρ’ όλα αυτά τη θυμάμαι ατόφια εκείνη τη Θεσσαλονίκη του «Πάτα γερά» και του «Τρελού μουσικού».
Κουβεντιάζω για ακόμα μια φορά επί του θέματος, προβάλλοντάς της τις ενστάσεις μου. Ακούει προσεχτικά και επιτίθεται με ρεβέρ: «Ίσως έτσι να είναι, όπως με ψέγεις, μυθοποιώ το παρελθόν, καμμιά αντίρρηση, όμως προσπαθώ φιλότιμα να εναρμονίζομαι και με τα νέα ήθη και έθιμα της Θεσσαλονίκης. Μεταφράζω από μέσα μου: Δεν με πειράζει που στο ραδιόφωνο δεν παίζεις πια τέτοια τραγούδια, ούτε και που αντί να γράφεις σε φανζίν βιοπορίζεσαι από τα mass media, όπως και ότι σου αρέσει η τωρινή φάση της Θεσσαλονίκης με τα μεγάλα έργα, τη γλυκιά ζωή στους πεζόδρομους και τα βαλιτσάκια των επισκεπτών που κυλούν και τροχίζουν τα πεζοδρόμια…».
Αγαπώ την Κ., όπως και όλα τα παλιά συντροφάκια στην περιπέτεια της νιότης που τη γλεντήσαμε σε εκείνη την Θεσσαλονίκη, της οποίας και οι Γκούλαγκ ήταν αναπόσπαστο σάουντρακ. «Όσο και να με προγκάς», ξαναμπαίνει στην παρτίδα η Κ., «εγώ επιμένω να υπερασπίζομαι ότι δεν είναι κακό να αφήνεις τη νοσταλγία πού και πού να κάνει κουμάντο. Και να της παραδίνεσαι, να συνθηκολογείς με τη μνήμη και, ισορροπώντας σε ένα εν γρηγόρσει και εν υπνώσει ταυτόχρονα, να αφήνεις το παρελθόν να κατακυριεύει το παρόν. Για αυτόν τον λόγο συχνάζω ακόμα σε τέτοια πάνκικα ριγιούνιον. Με το που βγήκαν οι Γκούλαγκ, όλα επέστρεψαν από την παγωνιέρα του φλοιού μου θερμά σαν διάβολος: οι Γκούλαγκ στο Eightball ήταν ολονυχτία φτυστή, Λωτός, Φλου, Επιχειρήσεις Αρετή και στούντιο Foster. Και η πολυκατοικία “Τσιγαρίδα” φυσικά, επί της Ολυμπίου Διαμαντή με Γκούλαγκ, Τρύπες και Stained Veil, με Μωρά στη Φωτιά και Fear Condition. Πλημμυρίδα από ιδρώτα και πόγκο, αγωνιστική διάθεση, και καθόλου δεν με χάλασε που ξαναβγήκα ραντεβού με τον παλιό μου εαυτό. Με τον οποίο, ενώ οι Γκούλαγκ έπαιζαν την “Απολογία” και τις “Χαμένες Ώρες”, μπορούσα να κουβεντιάσω μαζί του. Και η πλάκα είναι πως και ο παλιός μου εαυτός μού αποκρινόταν άλλοτε σαν ηχώ από τα παλιά και άλλοτε σαν αντίλαλος από το τώρα. Σαν αντίλαλοι».
Δεν ήμουν εκεί μαζί της όταν οι Γκούλαγκ έπαιξαν το καβλωτικό, πανκ, μέταλ, χάρντκορ τους. Όμως μου ήταν πανεύκολο να φανταστώ την Κ. με μια μπίρα στο χέρι να συλλογάται για τις ροές του χρόνου. Για το φευγαλέο της νιότης μας και το πώς παλαιώνουν μέσω εσωτερικών ζυμώσεων οι αναμνήσεις. Ειδικά τα Λαδάδικα το έχουν αυτό: ούτως ή άλλως με το που πλακώσει βαθιά η νύχτα, η Θεσσαλονίκη γίνεται πιο ποιητική, οπότε με λίγο ποτό παραπάνω και υπό την επήρεια μουσικής συνθήκης επαυξημένου συναισθήματος, οι σκιές επιστρέφουν σαν φαντάσματα. «Και επίσης», κάνω της Κ. «τους Γκούλαγκ τους εκτιμώ βαθιά, τον Αλέκο Κανταρτζή δηλαδή, αυτό το one man/boy show. Έβρισκα πως ανέκαθεν πίσω από την ειρωνεία και την αυθάδεια των στίχων του, πίσω από τα επαναστατικά τσιτάτα και το πάθος τους για φλεγόμενους δρόμους, κρυβόταν ο διακαής πόθος του για μια αξιοπρεπή επιβίωση. Ο Αλέκος γερός και δυνατός να είναι και να ουρλιάζει εσαεί: “Κι άλλο, κι άλλο πιο πολύ / Τρέμουν τα χέρια, τρέμουν τα πόδια, αλήθεια ποιος μπορεί να αντισταθεί / Ο κόσμος γυρνάει τυφλός / ο κόσμος γερνάει τυφλός / Και είναι ο χρόνος τιμωρός / Και είναι ο χρόνος εθισμός».
Λίγες μέρες πριν από την τράκα με την Κ., οι Metallica στην Αθήνα διασκεύασαν Τρύπες και «Δεν χωράς πουθενά», άλλο ένα τραγούδι με υπογραφή μιας μπάντας που και αυτή πρόβαρε στη μυθική πολυκατοικία «Τσιγαρίδα», που ακόμα στοιχειώνει την ενήλικη ζωή της Κ. και καμιά φορά και τη δική κου. Γιατί στιγμές, όταν περνώ από την Ολυμπίου Διαμαντή αργά τη νύχτα, είναι σαν να ακούω τις κιθάρες να ηλεκτρίζουν τον ουρανό πάνω από τα απομεινάρια του Δυτικού Τείχους και τη φωνή του Αλέκου στον «Επικίνδυνο Επισκέπτη» να πλανιέται στον αέρα… «Φίλε σε ξέρω, σ’ έχω γνωρίσει / Σε ξέρω από εχθές, προχθές, παλιότερα, πάντα δίπλα μου / Πάντα εσύ, έμμονη ιδέα, πάντα ο ίδιος / Με άλλα ρούχα».