Πώς ο μικρός δρόμος του κέντρου μετατράπηκε σε hot πιάτσα
- CITY GUIDE
- PODCAST
-
17°
Irene: Από τον αρκτικό κύκλο στην Αθήνα
Irene Parginos: «Από την κουλτούρα των Ινουίτ κληρονόμησα την αγάπη για τις ιστορίες, τη φύση και τον τρόπο που η μουσική μπορεί να εκφράσει συναισθήματα χωρίς λόγια – κάτι που βρίσκω πολύ soulful»
Γνώρισα την Irene με αφορμή μια ραδιοφωνική διασκευή που ήθελα να κάνω για το stegi.radio, σε ένα 60s κομμάτι του εμβληματικού συνθέτη του ελληνικού σινεμά Κώστα Καπνίση. Το «Ώρες πικρές» ακούγεται στην ταινία του 1963 «Τα Παλιόπαιδα» και το ερμηνεύει η μοναδική Μαίρη Χρονοπούλου. Τη συνάντησα ξανά για την ATHENS VOICE με μια διαφορετική αφορμή: την κυκλοφορία του πρώτου επίσημου ελληνόφωνου single της, «Medusa», με τη συμμετοχή ενός άλλου παλιού μου φίλου, του Καρίμ Καλόκο, γνωστού ως ηγετική μορφή των ATH Kids.
Η Irene κάνει το επόμενο βήμα με το Medusa
— Ποια είναι η Irene; Πες μας την ιστορία σου.
Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Αθήνα. Ήμουν και είμαι ένα παιδί με πολλή περιέργεια για τους ανθρώπους και τον κόσμο. Σχεδόν από πέντ’ έξι χρονών ένιωθα την ανάγκη να εκφράζομαι δημιουργικά, κυρίως τραγουδώντας, και κάπως έτσι μπήκε η μουσική στη ζωή μου και πολύ αργότερα, σε φοιτητική ηλικία, το θέατρο. Δεν μεγάλωσα σε μουσική οικογένεια, οι γονείς μου δεν είχαν καμία σχέση με το αντικείμενο, όμως αγαπούσαν πολύ τους jazz ήχους, τη soul μουσική και το να αγοράζουν βινύλια. Είχαμε πάρα πολλούς δίσκους, κυρίως jazz και κλασικής μουσικής. Σχεδόν καθημερινά το σπίτι ήταν γεμάτο με ήχους και ρυθμούς που διαμόρφωσαν το ποια είμαι.
— Ξέρω ότι η μητέρα σου έχει καταγωγή από τη Δανία και τη Γροιλανδία. Πώς επηρεάζει αυτή η κουλτούρα τη μουσική σου;
Ναι, η μαμά μου είναι μισή Ινουίτ και μισή Ελληνίδα, από την Πελοπόννησο. Βέβαια, δεν θα έλεγα πως η μουσική μου είναι ένα ταξίδι ανάμεσα στους δυο αυτούς κόσμους. Αυτό που νιώθω πως με έχει επηρεάσει βαθιά από την κουλτούρα των Ινουίτ, σε ένα πιο γενικό πλαίσιο, είναι το ότι κληρονόμησα την αγάπη για τις ιστορίες, τη φύση και τον τρόπο που η μουσική μπορεί να εκφράσει συναισθήματα χωρίς λόγια – κάτι που βρίσκω πολύ soulful. Είμαι ευαίσθητη και παρατηρητική, αυτό επηρεάζει κάποιες φορές το πώς γράφω, θέλω να μπορώ να βλέπω αυτά που βρίσκονται κάτω από την επιφάνεια. Σίγουρα όμως αυτή η σύνθεση διαφορετικών κόσμων δεν είναι απόλυτα αυτό που θα παρατηρήσεις σ’ εμένα με μια πρώτη ματιά. Το «ποια είμαι» και το τι θέλω να εκφράσω μέσα από τη δουλειά μου έχει διαμορφωθεί κυρίως από προσωπικές μου εμπειρίες και επιλογές.
— Η κουλτούρα των Ινουίτ συνδέεται πολύ στενά με τη φύση και τα ζώα. Είναι αυτό κάτι που σε εμπνέει;
Οι πεποιθήσεις των Ινουίτ για τη φύση δεν είναι απλώς πολιτισμικό υπόβαθρο· είναι ένας τρόπος ύπαρξης, μια επιλογή του ποιοι θέλουμε να είμαστε. Η σχέση με τη φύση και τα ζώα είναι αλληλένδετη, θα έλεγα σχεδόν μεταφυσική. Κυρίως διαβάζοντας αντιλήφθηκα πως κάθε ήχος που παράγουν τα ζώα, κάθε κίνηση που κάνουν στον αέρα ή στο χιόνι, για τους Ινουίτ είναι μια μορφή μουσικής και μια αφήγηση που δεν περιορίζεται σε λέξεις ή νότες·είναι μια γλώσσα πέρα από τον ανθρώπινο λόγο.
Θα αναφέρω κάτι που είχα διαβάσει και μου είχε φανεί πολύ ενδιαφέρον από το «The Central Eskimo» του Φραντς Μποάζ: η καθημερινή ζωή των Ινουίτ είναι αδιαχώριστη από τους ρυθμούς της φύσης, και κάθε ζώο θεωρείται όχι μόνο πηγή τροφής αλλά και πνευματικός συνοδός. Πιο συγκεκριμένα λοιπόν, για μένα η επαφή με τη φύση λειτουργεί ως μέσο ρύθμισης των συναισθημάτων και της ενέργειάς μου, γι’ αυτό πολλές φορές, όταν αυτό λείπει από τη ζωή μου για καιρό, παρατηρώ πως λείπει και η συναισθηματική μου ισορροπία. Η φύση και η απομόνωση αποτελούν για μένα πηγή δημιουργικής έμπνευσης και ανανέωσης.
— Πώς ξεκίνησες να ασχολείσαι με τη μουσική και πώς έφτασες να σπουδάσεις όπερα;
Η ενασχόλησή μου με τη σύνθεση και το performance ήταν απαραίτητη και αποτελούσε όνειρο και στόχο για μένα από την αρχή. Παρ’ όλα αυτά, όσο πορεύομαι σ’ αυτό, τόσο ανακαλύπτω συνεχώς νέες πτυχές του εαυτού μου, κι αυτό είναι συναρπαστικό. Με τη σκηνή ήμουν εξοικειωμένη από μικρή –από τα σχολικά μου χρόνια– αλλά κάποια στιγμή ένιωσα την ανάγκη να δημιουργήσω και να πω τις δικές μου ιστορίες μέσα από τη δική μου μουσική, οπότε αφιερώθηκα πλήρως στο γράψιμο και την ηχογράφηση τραγουδιών. Σπούδασα υποκριτική στη σχολή Βεάκη και μονωδία στο Εθνικό Ωδείο στην Αθήνα. Αυτές οι σπουδές είναι η βάση των πάντων.
Τα πρώτα μου τραγούδια κυκλοφόρησαν το 2016 και ένα από αυτά, το «Invisible Love», τράβηξε την προσοχή της δισκογραφικής Universal. Στις αρχές του επόμενου έτους, το κομμάτι αυτό συμπεριλήφθηκε στην παγκόσμια συλλογή τους, κάτι που για μένα ήταν ταυτόχρονα σουρεαλιστικό και τιμητικό, βέβαια. Οι τάσεις φυγής μου ήταν και είναι ανεξέλεγκτες, οπότε βρέθηκα στη Νέα Υόρκη και την Αγγλία. Είχα την ανάγκη να δοκιμαστώ σ’ αυτά που αγαπώ περισσότερο από ποτέ, εκείνη την περίοδο. Ασχολήθηκα με το μιούζικαλ και ο πρώτος μου χρόνος στο Λονδίνο ήταν η αφετηρία για να ξεκινήσω να συνθέτω και να γράφω μουσική.
Το πρώτο μου άλμπουμ, «TIME 2 LOVE», κυκλοφόρησε λίγο αργότερα, το 2022. Για μένα αυτός ο δίσκος αντιπροσωπεύει την αλήθεια μου, μιλά για τις τοξικές καταστάσεις που επέτρεψα να υπάρχουν στη ζωή μου, αλλά και για τη θεραπεία μου απ’ αυτές. Αυτά ήθελα να εκφράσω – να αντιμετωπίσω τον πόνο, να εξελιχθώ και να βρω το νόημα που έψαχνα μέσα από την ευαλωτότητα στη μουσική μου. Μου αρέσει να γράφω και ερμηνεύω με αυτή την πρόθεση: εξερευνώντας την αγάπη και τον χωρισμό, την ίαση και την αυτοαγάπη, αυτά είναι που με συνδέουν και με τους ακροατές.
— Τι σκέφτηκες όταν σου πρότεινα να διασκευάσεις τον Κώστα Καπνίση και τη Μαίρη Χρονοπούλου, και συγκεκριμένα το «Ώρες πικρές»;
Ενώ θα περίμενε κάποιος να μου φανεί κάπως ξένο, δεν έγινε έτσι. Όπως ξέρεις, το κομμάτι δεν το γνώριζα, το άκουσα για πρώτη φορά όταν μου το έστειλες. Ελληνική τζαζ. Το πρώτο πράγμα που ήρθε στο μυαλό μου. Άρα δεν ήμουν έξω απ’ τα νερά μου. Σε δεύτερη ανάλυση ήταν μια μουσική πρόκληση όμως.
Βλέποντας την ταινία αντιλαμβάνεσαι πως αυτό το τραγούδι κουβαλά μια πολύ συγκεκριμένη δραματουργία. Η μουσική του Καπνίση φέρει τον συναισθηματικό υπερρεαλισμό του παλιού ελληνικού κινηματογράφου. Με θεατρικούς όρους, μοιάζει με μια εξομολόγηση που καταλήγει σε μια μορφή αυτοπαρατήρησης. Η ερμηνεία της Χρονοπούλου είναι ουσιαστικά ένας μονόλογος μπροστά στην κάμερα, όπου η μουσική γίνεται προέκταση της ψυχικής κατάστασης του χαρακτήρα. Η φωνή της γίνεται το μοναδικό όπλο της απέναντι στη μοναξιά της.
Έπαιξα στο πιάνο πολλές φορές αυτό το κομμάτι, προβάροντας διάφορες εκδοχές που είχα στο μυαλό μου. Δεν ήθελα να μιμηθώ την αρχική του φόρμα, ποτέ δεν το θέλω αυτό. Τελικά κέρδισε η πιο λιτή εκδοχή. Οι στίχοι ζητούν από τον ερμηνευτή να κατοικήσει μέσα τους. Αυτό ένιωσα. Προσπάθησα ν’ αφήσω χώρο στις παύσεις, να δώσω σημασία στην αναπνοή, σχεδόν σαν να μιλάω με τρόπο αφηγηματικό, σαν μια εξομολόγηση που συμβαίνει εκείνη τη στιγμή. Μια εσωτερική, νυχτερινή εξομολόγηση. Το ραδιόφωνο ευνόησε εξίσου την προσέγγιση αυτή κάνοντάς την ακόμη πιο άμεση και ανεπεξέργαστη.
— Η συγκεκριμένη διασκευή ήταν μία από τις πρώτες δουλειές σου στα ελληνικά. Γιατί πιστεύεις ότι γίνεται τόση συζήτηση γύρω από το αν κάποιος τραγουδάει στα αγγλικά ή στα ελληνικά, ιδιαίτερα σε μια εποχή που ο Bad Bunny, για παράδειγμα, μπορεί να κάνει ένα ολόκληρο half-time show στα ισπανικά;
Αυτή τη στιγμή ένας καλλιτέχνης μπορεί άνετα να κάνει παγκόσμια επιτυχία στη μητρική του γλώσσα. Βλέπουμε καλλιτέχνες από τη Λατινική Αμερική, την Κορέα, την Ισπανία – και το κοινό αγκαλιάζει τη μουσική χωρίς να χρειάζεται απαραίτητα να καταλαβαίνει κάθε λέξη. Με το παράδειγμα που έδωσες φαίνεται ξεκάθαρα πως προφανώς το θέμα δεν είναι η γλώσσα. Είναι ξεπερασμένο το ζήτημα της γλώσσας, το θέμα είναι τι κάνεις με τη μουσική σου και τι προκαλείς στον ακροατή.
Θα είμαι απολύτως ειλικρινής: υπάρχουν καλλιτέχνες στην Ελλάδα που προτιμούν τον αγγλόφωνο στίχο για να τους πάρουν στα σοβαρά. Η ερώτηση για μένα λοιπόν είναι γιατί ακόμα πιστεύουμε πως πρέπει να τραγουδάμε σε μια άλλη γλώσσα για να γίνει αυτό.
Το ότι γράφω πλέον και ελληνικά δεν το είδα ποτέ σαν μια «δήλωση» για τη γλώσσα. Κάποιος θα μπορούσε να πει πως είναι θέμα στρατηγικής ή αγοράς. Είναι θέμα αυθεντικότητας. Αν ένα τραγούδι «θέλει» να υπάρξει στα ελληνικά και αυτό φαίνεται τη στιγμή της δημιουργίας του, τότε είναι απλά μια καλλιτεχνική επιλογή. Υπήρχε στο μυαλό μου πάντα, δεν είχα βάλει κάποιο φρένο ή όριο, απλώς τώρα ήταν η ώρα του να γίνει. Η γλώσσα για μένα στη μουσική είναι περισσότερο ενέργεια παρά λέξεις. Αισθάνθηκα την ιστορία του «Medusa» πιο άμεση στα ελληνικά. Με ενδιέφερε το συναίσθημα που θα μεταφερθεί.
— Πώς προέκυψε η συνεργασία με τον Καρίμ Καλόκο; Γνωριζόσασταν από πριν;
Γνωριζόμασταν από πριν και μουσικά ήμασταν σε κοινά μονοπάτια. Εγώ δεν είχα μπει ξανά σε κάτι παρόμοιο παραγωγικά και για κείνον ήταν το πρώτο feat του με female artist. Ήταν μια πολύ φυσική συνέχεια μετά από brainstorming και writing στο στούντιο – εγώ, ο Καρίμ, o Moose και oι παραγωγοί, Big Nick και Tony Fragment. Η ιδέα ότι ο Καρίμ θα ήταν ο κατάλληλος για το συγκεκριμένο feat ήταν αναμενόμενη, γιατί το ύφος του ταιριάζει απόλυτα μ’ αυτούς τους ρυθμούς. Επίσης, στα αυτιά μας ήταν ενδιαφέρον ν’ ακούς ελληνικές, αγγλικές και αφρικανικές φράσεις και να «κάθονται» όλα αυτά μαζί αρμονικά.
— Πώς και αποφασίσατε να χρησιμοποιήσετε έναν αφρικανικό amapiano ρυθμό για το συγκεκριμένο κομμάτι;
Η επιλογή να κινηθούμε προς amapiano προέκυψε κυρίως οργανικά κατά τη δημιουργία του κομματιού. Όταν δούλευα το «Medusa» στο στούντιο, η ατμόσφαιρα που άρχισε να διαμορφώνεται είχε ήδη έντονες επιρροές από afrobeats. Εγώ εκείνη την περίοδο άκουγα πολύ αυτό το στιλ και ήθελα να πειραματιστώ με πιο αφρικανικούς ρυθμούς. Καθώς το κομμάτι εξελισσόταν, ένιωσα ότι αυτό το groove ταίριαζε απόλυτα στο συναίσθημα του τραγουδιού.
— Αν έπρεπε να επιλέξεις ένα άλμπουμ ή ένα κομμάτι που έχει παίξει καθοριστικό ρόλο για σένα ως μουσικό, ποιο θα ήταν;
Με διαφορά το «The Miseducation of Lauryn Hill». Η Λορίν Χιλ δεν έφτιαξε απλώς ένα καλό άλμπουμ· έφτιαξε έναν καθρέφτη. Η ισορροπία ανάμεσα στη δύναμη και την ευαισθησία στη φωνή της είναι κάτι που με ενέπνευσε πολύ. Με δίδαξε ότι η μουσική μπορεί να είναι βαθιά προσωπική αλλά ταυτόχρονα να μιλάει σε όλους.
— Ήσουν πρόσφατα στο «Ρίμα για Χρήμα ΙΙΙ» του Τάκι Τσαν, μαζί με τον DJ Alx και την απίθανη διασκευή «Το γάρο ή εγώ» στο τραγούδι του Καρβέλα. Πες μας γι’ αυτή την εμπνευσμένη συνεργασία.
Αυτό ήταν κάτι αναπάντεχο μέσα στο 2025. Ένα απόγευμα έλαβα ένα τηλεφώνημα ότι με θέλουν για feat. στο «Ρίμα Για Χρήμα III». Ένα σημείο αναφοράς για τη hip hop σκηνή εδώ και 25 χρόνια. Λοιπόν, ήταν η πιο easy going ηχογράφηση ever από τα δικά μου feat. Όχι από πρακτικής άποψης, γιατί ο Alx δίνει μεγάλη σημασία στον ήχο και στα «ψιλά γράμματα » στην παραγωγή – κάναμε πολλές δοκιμές μέχρι να δέσει το beat με τη φωνή. Αλλά! Θες γιατί είχαμε ένα χαμόγελο μέχρι τ’ αυτιά όλοι απ’ την αρχή ως το τέλος; Θες γιατί, παρότι δεν τους γνωρίζω καιρό, είναι σαν να τους ξέρω χρόνια μέσα από την ιστορία τους στη σκηνή; Θες γιατί το original κομμάτι, που είναι rock 'n' roll, με φτιάχνει απίστευτα όταν το ακούω;
Πρώτα απ’ όλα το να βρίσκομαι στο στούντιο μ’ αυτά τα παιδιά ήταν τέλειο από μόνο του. Μιλάμε για πάνω από 30 χρόνια πορείας στο ελληνικό hip hop· ήταν σαν δωρεάν μάθημα! Με τον Τάκη δέσαμε πάρα πολύ εύκολα ενεργειακά, απ’ την αρχή, ε και μετά το πράγμα πήρε φωτιά. Προσέχει πολύ το timing και το flow σου και είναι σαν να σου κάνει mentoring.
Απ’ την άλλη, μιλάμε και για μια διασκευή που έγινε σε ένα κομμάτι 80s τρέλα, του Καρβέλα, με πλατινένιες πωλήσεις κ.λπ. Έξτρα χιουμοριστικό concept –εγώ το βρίσκω άκρως ρομαντικό και λίγο ειρωνικό–, εκφράζει τα μικρά καθημερινά δράματα. Θεματολογικά ήταν ένα challenge για μένα. Δεν έχω να πω πολλά, ήταν όλα A+ στη συνεργασία αυτή και ακόμα πιο ωραίο ήταν το να βλέπουμε το πώς ένα παλιό και αγαπημένο κομμάτι μπορεί να αποκτά νέα πνοή.
— Με ποιους καλλιτέχνες θα ήθελες να συνεργαστείς στην Ελλάδα;
Σίγουρα με Saske, μου αρέσει το στιλ των παραγωγών του, τα minimal beats, τα atmospheric synths και διαχειρίζεται αρκετά ιδιαίτερα τα vocals του, δημιουργεί μια πολύ χαρακτηριστική ατμόσφαιρα. Και σίγουρα με τον Moose. Η μουσική του έχει edge και πιστεύω πως μπορούμε να φτιάξουμε κομμάτια που θα μείνουν. Θέλω πολύ να κάνω και ένα female collab, κάτι δυνατό και ανατρεπτικό. Δεν θέλω ν’ ανοίξω όλα τα χαρτιά μου ακόμα. Θα υπάρχουν και κάποιες εκπλήξεις στα upcoming feats., συνεργασίες που ίσως κανείς δεν περιμένει. Θέλω η μουσική μου να συνεχίσει να αιφνιδιάζει, όπως έγινε και τώρα με τα δύο τελευταία ελληνόφωνα singles, και να εξελίσσεται, με ήχο που θα είναι φρέσκος και απόλυτα δικός μου.
— Τι κυκλοφορίες ετοιμάζεις μέσα στο 2026;
Μετά το «Medusa» το πλάνο είναι να ξαναμπώ στο στούντιο σύντομα – ο χρόνος μετράει αντίστροφα για ένα ελληνόφωνο EP και για το πρώτο μου άλμπουμ στα ελληνικά μέσα στη χρονιά. Το 2026 θα έχει πολύ από εμένα, έχω στο μυαλό μου να είναι το πιο active year μου δισκογραφικά μέχρι τώρα.
Δειτε περισσοτερα
Ο δημιουργός μιλά για το νέο του άλμπουμ και τη σημασία της γυναικείας φωνής στη μουσική του
Και κάνει update στην ATHENS VOICE για τη ζωή της στην Πόλη των Αγγέλων
Η Δανογροιλανδοελληνίδα τραγουδίστρια μιλάει με τον Black Athena για το πρώτο της ελληνόφωνο single «Medusa», την κουλτούρα των Ινουίτ, τη μουσική και τη ζωή της
Ένας ροκενρολάς της υποκριτικής
Το δυναμικά ανερχόμενο αθηναϊκό dj duo μιλάει στην ATHENS VOICE