Μουσικη

Θανάσης Τσακιράκης: Δεν θα έρχονται πάντα τα πράγματα όπως τα φανταζόμαστε

Από το «Μουσικό Κουτί» στο πρώτο του προσωπικό άλμπουμ «Scent Remains», ο ντράμερ και τραγουδοποιός μιλάει με τη μουσική

Δημήτρης Αθανασιάδης
9’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
UPD

Θανάσης Τσακιράκης: Ο ντράμερ και τραγουδοποιός μιλάει για το πρώτο του προσωπικό άλμπουμ «Scent Remains», τη μουσική και τη ζωή του

Η συμμετοχή του Θανάση Τσακιράκη ως ντράμερ στην τηλεοπτική εκπομπή «Μουσικό Κουτί» τον έκανε αναγνωρίσιμο. Οι ζωντανές του εμφανίσεις όπως αυτή στην ΠΛΥΦΑ ή τον Σταυρό του Νότου με τους Μωζάικ, την μπάντα που συνοδεύει τον Νίκο Πορτοκάλογλου στο Μουσικό Κουτί, άφησαν μόνο καλές εντυπώσεις. Ακούγοντας εδώ και μερικές εβδομάδες το πρώτο του προσωπικό album με τίτλο “Scent Remains”, σκέφτομαι πως ο Θανάσης Τσακιράκης αποφάσισε να συστηθεί ως τραγουδοποιός με πολύ όμορφους τρόπους. Γράφοντας τη μουσική και τους στίχους, τραγουδώντας με τον τρόπο εκείνου που αισθάνεται αυτό που εκφράζει, επιλέγοντας τη βραβευμένη animator Δάφνη Ξουράφη για την τεχνοτροπία που ολοκληρώνει τη μεγάλη εικόνα των 9 τραγουδιών του άλμπουμ, ο Θανάσης Τσακιράκης, για 37 λεπτά και 51 δευτερόλεπτα, μαζί με τους μουσικούς του, σε συνεπαίρνουν όπως ένα καλό όνειρο που θυμάσαι την επόμενη μέρα. Θέλοντας να μάθουμε περισσότερα για το πώς τα κατάφερε, προέκυψε μία συνέντευξη.

Πώς ξεκίνησε η ενασχόλησή σας με τη μουσική;
Είναι αδύνατο να γνωρίζω ακριβώς, καθότι είχα τεράστια έλξη προς οτιδήποτε μουσικό από βρεφική ηλικία. Σίγουρα σχετίζεται εν μέρει με το ότι ο πατέρας μου είναι ο ίδιος μουσικός και σε καθημερινή βάση είτε έπαιζε, είτε άκουγε μουσική στο σπίτι. Υπάρχει κασέτα στην οποία τραγουδάω το «Δελφίνι Δελφινάκι» του Μάνου Λοΐζου και του Λευτέρη Παπαδόπουλου σε ηλικία δύο ετών και φωτογραφίες λίγο μετά, που με δείχνουν να χτυπάω κατσαρόλες με κουτάλες εκστασιασμένος, αφότου είχα δει σε βιντεοκασέτα το Nick Mason των Pink Floyd στο Live at Pompeii, το οποίο ζητούσα από τους γονείς μου να βάζουν ξανά και ξανά, σε βαθμό που φαγώθηκε η κασέτα σε κάποια κομμάτια. (True Story!)

Πώς προέκυψε ο τίτλος του πρώτου σας προσωπικού άλμπουμ;
Έψαχνα έναν τίτλο που να αντικατοπτρίζει την κάπως νοσταλγική χροιά του δίσκου. Ταυτοχρόνως, τα τραγούδια φανερώνουν λίγο-λίγο μια ενδοσκοπική διαδρομή που καταλήγει στη μειλίχια αποδοχή ότι δεν θα έρχονται πάντα τα πράγματα όπως τα φανταζόμαστε, κι αυτό είναι ok. Το “Scent Remains” μου άρεσε γιατί είναι διφορούμενο και εμπεριέχει με έναν τρόπο αυτές τις δύο πτυχές. Μπορεί να σημαίνει «Η μυρωδιά παραμένει» ή «Τα απομεινάρια μιας μυρωδιάς».

Σε ποιο στούντιο ηχογραφήθηκε και πόσο καιρό χρειάστηκε για να ολοκληρωθεί; Τι θυμάστε από τη δημιουργία του;
Ηχογραφήθηκε από το Φώτη Παπαθεοδώρου σε τρεις χώρους. Στο fly in a jaR studio στην Καισαριανή, στο jaR που είναι πρακτικά το home studio του Φώτη και κάποια λίγα πράγματα (κυρίως πλήκτρα) στο σπίτι μου. Η διαδικασία πήρε σχεδόν 2,5 χρόνια. Δεν ήταν πάντα στις άμεσες μας προτεραιότητες λόγω άλλων υποχρεώσεων, γι’ αυτό και μας πήρε τόσο καιρό. Από την άλλη χαίρομαι που έγινε αυτό γιατί έδωσε χρόνο να εκκολαφθούν ιδέες και να εισχωρήσουν στα τραγούδια, που αν το τρέχαμε πιο εντατικά ίσως να μην είχαν προλάβει να γεννηθούν. Αυτό που θυμάμαι είναι η δίψα μου κάθε φορά που είχαμε καλό μομέντουμ, να ακούσω το υλικό στην τελική του μορφή. Έφευγα από του Φώτη με ταχυπαλμία και μεγάλο ενθουσιασμό. Στην ταχυπαλμία μπορεί να συνεισέφεραν και οι καφέδες που πίναμε ασταμάτητα από τη μηχανή του Φώτη! Χαχαχά!

Ποιο τραγούδι σας δυσκόλεψε περισσότερο στο στούντιο και γιατί;
Το Ghostly Rovers ήταν το κομμάτι που, μέχρι και τα τελευταία στάδια ηχογραφήσεων, με προβλημάτιζε μουσικά. Πέρασε από τουλάχιστον τρεις διαφορετικές ενορχηστρωτικές  προσεγγίσεις και αν δεν ήταν τόσο κομβικοί για το άλμπουμ οι στίχοι του, θα είχε φάει πόρτα από καιρό! Χαχά! Ωστόσο, με τη βοήθεια του φίλου μου Sevan Gregoire και της απενοχοποίησης του more is more, φτάσαμε σε ένα κολάζ μουσικών ειδών που εν τέλει μου έβγαλε νόημα. Σε άλλους δεν ξέρω!

Και ποιο έχει τη μεγαλύτερη συναισθηματική αξία για εσάς;
Όσο κλισέ κι αν είναι αυτή η απάντηση, είναι όλα παιδιά μου. Το καθένα από αυτά τα εννιά κομμάτια κουβαλάει κάποια περίοδο της ζωής μου, κάποιες σκέψεις μου, κάτι που είμαι ή κάποτε ήμουν. Αν πρέπει αναγκαστικά να διαλέξω, θα έλεγα την τριπλέτα που κλείνει το δίσκο “Lethe”, “Scent Remains”, “Barricade”. 

Υπήρξε κάποιο προσωπικό γεγονός ή εμπειρία που επηρέασε σημαντικά τη δημιουργία του άλμπουμ;
Βέβαια, διότι δεν γράφω συχνά. Οι στίχοι γράφτηκαν σε βάθος πενταετίας. Συνεπώς, ό,τι με ενέπνεε, ό,τι χαρές, λύπες ή αλλαγές βίωνα, εμφανίζονταν μέσα στα τραγούδια. Η εμπειρία μιας ξένης πόλης (ζούσα στο Λονδίνο για τρία χρόνια), αδιέξοδοι έρωτες, κρίσεις καλλιτεχνικής ταυτότητας, η λιακάδα της παιδικής μου ηλικίας, η ανάγκη για πνευματική άνθηση, οι προσωπικοί μου δαίμονες, οι φίλοι μου, όλα εκεί μέσα είναι με έναν τρόπο.  

Υπήρχαν πράγματα που προέκυψαν στον δίσκο που σας εξέπληξαν;
Το πόσο δύσκολη, επίπονη και εν τέλει επιβραβευτική διαδικασία είναι, τουλάχιστον με τον τρόπο που το προσέγγισα εγώ. Δηλαδή όχι μια μπάντα, σε ένα δωμάτιο, να κάνει πρόβα εννιά τραγούδια, να τα παίζουν στο στούντιο και μετά από ένα μήνα να έχουν έτοιμο άλμπουμ. Το οποίο επίσης είναι πανδύσκολο και υπέροχο, απλώς όχι τόσο χρονοβόρο και ξεζουμιστικό. Με εξέπληξε ακόμη ότι μετά από τόσο καιρό, δεν έχω μισήσει τα κομμάτια. Μεγάλη νίκη! Χαχαχά!

Τι σας απασχόλησε γράφοντας τους στίχους των τραγουδιών;
Η πρώτη έντονη εικόνα που είχα, ήταν ένα αγόρι ερωτευμένο με μία κοπέλα με υδάτινη μορφή. Κάθε φορά που το αγόρι έμοιαζε να πλησιάζει, αυτή γινόταν πάλι ποτάμι, ή ρυάκι, ή λίμνη και ξεγλιστρούσε. Ένιωθε τη δροσιά και τη φρεσκάδα της, αλλά ποτέ δε μπορούσε να κάνει κάτι περισσότερο από το να ψηλαφήσει τις σταγόνες της. Δεν έβρισκε τον τρόπο να αποκτήσει κάποια σταθερή, μακροχρόνια σύνδεση μαζί της, να την κρατήσει κοντά του. Αυτή η - εν μέρει αλληγορική - ιδέα γέννησε το “Lethe” το οποίο για εμένα είναι ο ένας κεντρικός άξονας του δίσκου. Ο άλλος είναι το “The Lost Episode”. Ένα κομμάτι με πολλές αναφορές σε Lo-Fi και Glitch aesthetics τα οποία βρίσκω σαγηνευτικά. Τρελαίνομαι για παλιές μασημένες βιντεοκασέτες με αποσπάσματα μισοξεχασμένων καρτούν γραμμένα πάνω από παιδικά γενέθλια, να εναλλάσσονται σε τυχαίους ρυθμούς. Είναι σα να κοιτάς από κλειδαρότρυπα σε μια άλλη ζωή, πρόσφατη και μακρινή ταυτόχρονα, κι ακόμη κάποιες φορές όταν έχω μπει βαθιά σε μια τέτοια σκουληκότρυπα, νιώθω πως ό,τι έχω ζήσει είναι ένα όνειρο, από το οποίο ανά πάσα στιγμή θα ξυπνήσω στο παιδικό μου κρεβάτι, με μοναδικό μου δίλλημα αν προτιμάω να παίξω playstation ή να βγω για μπάλα. Σε αυτήν ακριβώς την αίσθηση αναφέρεται το ρεφρέν με τους στίχους “We are the lost episode / A scratch on the tape / We like walking backwards / Won’t you join our little game?”. Κατά τ’ άλλα, ο δίσκος διατηρεί και μια πιο σκοτεινή πτυχή στιχουργικά, με κομμάτια που εξερευνούν τις παγίδες της εθελούσιας θυματοποίησης, όταν θεωρούμε πως όλο το σύμπαν είναι εναντίον μας. Πάντα φταίνε άλλοι για τα κακώς κείμενα της ζωής μας και δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα για αυτό. Αλλά όσο προχωράμε προς το φινάλε, γίνεται πιο τρυφερός και καθησυχαστικός. Κλείνει δε, με την απόλυτη αποδοχή ενός τέλους, που αυτόματα ξεκλειδώνει την πόρτα μιας νέας αρχής.  

Πού σας ταξιδεύει το άλμπουμ;
Στο πατρικό μου στην Ιτέα (Φωκίδος) όπου μεγάλωσα ξέγνοιαστα με πολλή αγάπη και αδελφικούς φίλους. Λίγο πιο δίπλα στα καλοκαίρια του Μαραθιά, όπου η οικογένειά μου διατηρεί ένα σπίτι κι έχει ξεχωριστή θέση στην καρδιά μου σαν τόπος. Στο Λονδίνο που μου χάρισε υπερχρήσιμες εμπειρίες, αλλά και στο τωρινό μου σπίτι στην Αθήνα, όπου διαμένω ήδη έξι χρόνια.

Πώς θα το περιγράφατε;
Αναπόφευκτα, όντας η πρώτη μου προσωπική δουλειά, έχει ανεξίτηλες επάνω τις επιρροές μου. Ελπίζω αυτό το μείγμα να παράγει κάτι που προσεγγίζει μια «προσωπική φωνή» και όχι φτηνή απομίμηση. Οι Radiohead, ο Elliott Smith, οι Pink Floyd, οι Beatles, οι Porcupine Tree, ο Jeff Buckley, ο Paul Simon, οι Sparklehorse, ο Nick Drake, είναι όλοι εκεί. Η ταμπέλα που βρίσκω πιο ταιριαστή, είναι αυτή του alternative rock με κάποια alternative folk και progressive στοιχεία.  

Ποια είναι η διαδικασία που ακολουθείτε στη σύνθεση τραγουδιών;
Συνήθως έρχεται πρώτα η μουσική. Είμαι μεγάλος φαν των συγχορδιών κι έτσι όταν νιώσω ότι έχω στα χέρια μου μια ενδιαφέρουσα αρμονία, αρχίζω να χτίζω πάνω σε αυτήν τις μελωδικές γραμμές και τους στίχους.

Τι άλλαξε στη ζωή σας συμμετέχοντας στο «Μουσικό Κουτί»;
Τα πάντα. Μου έδωσε την ευκαιρία να βιοποριστώ για πρώτη φορά αποκλειστικά από τη μουσική, εν μέσω πανδημίας μάλιστα. Χωρίς το «κουτί» δεν θα μπορούσα καν να χρηματοδοτήσω το Scent Remains. Φυσικά, μου έδωσε πολλά μίλια εμπειρίας κάτω από ιδιαίτερα δημιουργικές αλλά συνάμα άκρως πιεστικές συνθήκες. Είμαι και θα είμαι αδιάκοπα ευγνώμων για αυτή την εμπειρία.  

Τι μάθατε ως μουσικός παίζοντας μαζί με τον Νίκο Πορτοκάλογλου;
Και στον Νίκο θα είμαι πάντα ευγνώμων, καθότι με δική του πρωτοβουλία μπήκα στο «Μουσικό Κουτί». Κάτι είδε σε εμένα και με εμπιστεύτηκε στα 24 μου να φέρω εις πέρας έναν τέτοιο όγκο δουλειάς. Έμαθα επίσης πολλά από τις ζωντανές εμφανίσεις του Νίκου. Πώς να «προβάλλω» τον ήχο μου σε συναυλιακά περιβάλλοντα με πολύ κόσμο. Πώς να βοηθάω τους συμπαίκτες μου να ακούγονται καλύτερα. Πώς να χειρίζομαι πιο εργονομικά το σώμα μου, ώστε να είμαι σε θέση να παίζω το ίδιο καλά σε ένα τουρ 35-40 συναυλιών. Τεράστιο σχολείο.  

Υπάρχει κάποιο άλμπουμ που θεωρείτε ότι σας έχει σημαδέψει;
Πολλά, αλλά νομίζω κανένα όσο το In Rainbows των Radiohead. Θα μπορούσα να γράψω ολόκληρη ανάλυση του τι σημαίνει αυτό το έργο για μένα, αλλά θα λυπηθώ τους αναγνώστες. Ας πούμε πως είναι το άλμπουμ που έχει θέση φίλου στη ζωή μου. Πάντα γυρνάω σε αυτό και το πιο εντυπωσιακό είναι πως, ακόμη και τωρα, δεκατρία περίπου χρόνια μετά την πρώτη μου ακρόαση, με εκπλήσσουν πράγματα όταν το επισκέπτομαι. Ένα κομψοτέχνημα παραγωγής, σύνθεσης, ενορχήστρωσης, παιξίματος, στιχουργικής και αισθητικής. Είναι αριστούργημα, δεν θα άλλαζα ούτε δευτερόλεπτο κι είναι ο πιο σημαντικός δίσκος της ζωής μου. 

Θυμάστε την πρώτη συναυλία που δώσατε; Τι σας έκανε μεγαλύτερη εντύπωση;
Τη θυμάμαι πολύ καλά. Ήμουν δώδεκα ετών και θα έπαιζα σε τρία κομμάτια ως guest ντράμερ με την μπάντα του πατέρα μου, σε ένα τοπικό φεστιβάλ στην Καλοσκοπή για καμιά χιλιάρα κόσμο. No pressure! Αυτό που μου προκάλεσε εντύπωση ήταν πως παρά το χτυποκάρδι πριν ανέβω στη σκηνή, όταν ξεκινήσαμε να παίζουμε είχα μηδενικό άγχος. Ένιωθα πως έχω πλήρη έλεγχο της κατάστασης και σα να είχα βρει το «σπίτι» μου. Θυμάμαι να σκέφτομαι «Ώπα, μεγάλε. Αυτή είναι η φάση, αυτό θα κάνεις στη ζωή σου.» Δεν κοίταξα πίσω ποτέ.  

Τι συμβουλή θα δίνατε σε ένα παιδί που θέλει να αγοράσει ένα μουσικό όργανο και να ξεκινήσει το ταξίδι του στη μουσική;
Να έχει υπομονή, αν το αγαπάει πραγματικά να αφιερώνει ώρες σε αυτό. Να μην είναι ΠΟΤΕ βασικό κίνητρο του τα λεφτά! Αν αυτά έρθουν, τότε τέλεια. Να εξερευνά νέους μουσικούς κόσμους, ακόμη και ασύμβατους με τα ακούσματά του. Να σέβεται τη μουσική και όλους τους μουσικούς όπως θα ήθελε να τον σέβονται. Και το κυριότερο, να περνάει καλά κάνοντάς το. Αν δεν περνάει καλά, ας δοκιμάσει κάτι άλλο. 

Πόσο σημαντική είναι η σχέση με την οικογένεια, τους φίλους και άλλους μουσικούς για τη δημιουργικότητά σας;
Αντλώ συχνά έμπνευση από μουσικούς του κύκλου μου που θαυμάζω, οπότε σίγουρα η επαφή μετουσιώνεται σε μουσική δημιουργικότητα. Όσον αφορά φίλους και οικογένεια, μπορεί κάποια κουβέντα μας να πυροδοτήσει κάποια σκέψη που θα καταλήξει να γίνει ένας στίχος, αλλά δε θα έλεγα πως αυτό συμβαίνει συχνά. Είναι πιο μοναχική διαδικασία για εμένα αυτή της προσωπικής δημιουργίας. 

Τι θεωρείτε ότι έδωσε η συνεργασία σας με τη Δάφνη Ξουράφη στο συνολικό αποτέλεσμα; Πώς προέκυψε και τι θέλατε να αποτυπωθεί;
Γνώρισα τη Δάφνη Ξουράφη μέσα από τη δουλειά της σε animated βίντεο για τραγούδια του Δημήτρη Μπαλογιάννη και μου άρεσε πολύ η αισθητική της. Είδα στοιχεία από Twin Peaks και Studio Ghibli που υπεραγαπώ και της έστειλα να συνεργαστούμε. Μου αρέσει που δίνει αυτή τη dreamy διάσταση στα τραγούδια. Η κίνηση του τρένου, η εναλλαγή μέρας-νύχτας και το πώς πέφτει το φως, η πόλη απέναντι, νομίζω πως είναι στοιχεία που ντύνουν ευγενικά, ήσυχα και καλαίσθητα την ακρόαση.

Ποιον ντράμερ θαυμάζετε περισσότερο και γιατί;
Τα τελευταία τέσσερα χρόνια περίπου, έχω καταλήξει στον Brian Blade. Λατρεύω την προσέγγισή του ό,τι κι αν παίξει. Υπηρετεί κυρίως τη τζαζ σκηνή, αλλά έχει στο δυναμικό του διάφορες συμμετοχές και σε άλλα είδη μουσικής κι επίσης είναι εκπληκτικός songwriter. Η κάθε του νότα στα τύμπανα κουβαλάει μια πηγαία πρόθεση και μια ευγένεια που με συγκινεί σε βάθος.  

Πώς αισθάνεστε για την αυξανόμενη χρήση της Τεχνητής Νοημοσύνης στη μουσική; Θα σκεφτόσασταν να τη χρησιμοποιήσετε;
Όποιος ηχογραφεί ψηφιακά, χρησιμοποιεί σε ένα βαθμό την τεχνητή νοημοσύνη εδώ και χρόνια, ενδεχομένως όχι στην πιο προηγμένη μορφή της. Δεν έχω άμεσες βλέψεις να στραφώ σε αυτήν στο κομμάτι της δημιουργίας, ούτε έχω μελετήσει την κατάσταση σε βάθος για να έχω εμπεριστατωμένη άποψη. Σίγουρα, όπως με κάθε τι ρηξικέλευθο, εγκυμονούν κίνδυνοι αλλά και ανεξερεύνητα μονοπάτια με πιθανό πλούτο που περιμένει να ανακαλυφθεί. Συνεχίζει ωστόσο να προβληματίζει την παγκόσμια καλλιτεχνική κοινότητα το να μπορεί το AI να παράξει ένα hit που θα φτάσει στην κορυφή των charts, ή ένα πίνακα που θα πουληθεί για εκατομμύρια, ή οτιδήποτε «καλλιτεχνικής» φύσης, και τι μπορεί να σημαίνει αυτό για τη δουλειά μας (αλλά και το ανθρώπινο είδος συνολικά) στο μέλλον.    

Ποια είναι τα σχέδιά σας για το 2024;
Να είμαι έντονα δημιουργικός με τα πρότζεκτ μου. Να μην έχω τύψεις όταν έχω ελεύθερο χρόνο. Να παίξω τα τραγούδια μου. Να παίξω όσο περισσότερο ποδόσφαιρο μπορώ. Να μη γκρινιάζω και να έχω ψυχική ηρεμία.