Μουσικη

Βασίλης Βαρβαρέσος, ο χαρισματικός πιανίστας

Από τη Θεσσαλονίκη στο εμβληματικό Julliard School και από εκεί στις μεγαλύτερες αίθουσες του κόσμου

Δήμητρα Γκρους
ΤΕΥΧΟΣ 870
12’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
UPD

Βασίλης Βαρβαρέσος: Συνέντευξη με τον χαρισματικό έλληνα πιανίστα που κάνει καριέρα στην Ευρώπη και την Αμερική.

Ήταν το μουσικό μου ένστικτο που χτύπησε καμπανάκι ήδη την πρώτη φορά που τον άκουσα στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, πριν από ένα χρόνο, στη συναυλία για την Ουκρανία με τον Λεωνίδα Καβάκο, που το κοινό τους αποθέωσε. Καθόλου τυχαία ξαναέπαιξαν τον Φεβρουάριο που μας πέρασε σε δύο συνεχόμενες βραδιές, Kavakos and Friends, και ένα μήνα μετά, τον Μάρτιο, πάλι στο Μέγαρο, σε ένα ντουέτο με τον βιρτουόζο των κρουστών Δημήτρη Δεσύλλα, σε ένα πολύ απαιτητικό πρόγραμμα που σε έκανε να καταλάβεις ότι δεν είναι απλώς ένας από τους πιο αξιόλογους πιανίστες της γενιάς του.

Το ένστικτό μου δεν με γέλασε, διαβάζοντας το βιογραφικό του δεν μπορείς να μην εκπλαγείς από τη μέχρι τώρα πορεία του Βασίλη Βαρβαρέσου στον χώρο της μουσικής. Πρώτα στην Αμερική: μία ατελείωτη λίστα από βραβεία σε διεθνείς διαγωνισμούς και συναυλίες – «A young master on the rise» έγραφε το μακρινό 2002 για τον 19χρονο Βασίλη η Washington Post για τις εμφανίσεις του στο Kennedy Center στην Ουάσινγκτον, ενώ 10 χρόνια αργότερα, μετά από αξιοσημείωτες εμφανίσεις σε όλες τις πολιτείες των ΗΠΑ παράλληλα με τις σπουδές του στο Julliard School, –ενδεικτικά– έκανε το ντεμπούτο του στο Carnegie Hall, σε ένα ρεσιτάλ που πήρε διθυραμβικές κριτικές και λίγες μέρες μετά προσκλήθηκε να παίξει στον Λευκό Οίκο για τον πρόεδρο των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα. 

Η καρδιά του όμως ήταν στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού κι έτσι μετά από μία στάση για στο Παρίσι, τα τελευταία 4 χρόνια η βάση του είναι πλέον στην αγαπημένη του Θεσσαλονίκη, από όπου συνεχίζει να δίνει συναυλίες στις μεγαλύτερες αίθουσες στον κόσμο σε Ευρώπη και Αμερική, όπως Avery Fisher Hall της Νέας Υόρκης, Musikverein της Βιέννης, Salle Gaveau του Παρισιού, Tonhalle της Ζυρίχης, ενώ έχει συνεργαστεί με μερικούς από τους πιο διάσημους μουσικούς και μαέστρους, ανάμεσά τους Κριστόφ Έσενμπαχ, Πίνκας Τζούκερμαν, Jérôme Lowenthal, Yoheved Kaplinsky, Robert MacDonald.

Έχοντας μιλήσει μαζί του τις μέρες που ήταν στην Αθήνα, επικαιροποιήσαμε τη συζήτησή μας με αφορμή την επερχόμενη συναυλία του, την Κυριακή 7 Μαΐου, στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης, όπου θα παίξει το Τρίτο Κονσέρτο του Ραχμάνινοφ, το Έβερεστ των πιανιστικών κονσέρτων, όπως λένε, με την Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης. Έχοντας στο μυαλό μου όλα αυτά, όταν τον συνάντησα μια δεύτερη έκπληξη ακολούθησε. Δεν είναι μόνο ότι η καριέρα του άνθισε όλα αυτά τα χρόνια εκτός Ελλάδας ο λόγος που δεν είναι ευρύτερα γνωστός στη χώρα του, παρότι στο μουσικόφιλο κοινό έχει κάνει αισθητή την παρουσία του. Είναι και ο χαρακτήρας του, low profile όπως λέει ο ίδιος, αλλά και το ήθος με το οποίο προσεγγίζει τη μουσική αλλά και τη ζωή, η ταπεινότητα που του δίδαξαν οι μεγάλοι συνθέτες. Και μαζί μια ακλόνητη εμπιστοσύνη στο ταλέντο του που συνδυάζει δεξιοτεχνία και ευαισθησία στην ερμηνεία των μεγάλων έργων του ρεπερτορίου.

@Akribiadis

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Ξεκίνησε πιάνο σε ηλικία 5 χρονών στο Ωδείο Βορείου Ελλάδας, δίνοντας το πρώτο του ρεσιτάλ στα 6 παίζοντας την Παθητική του Μπετόβεν – παιδί-θαύμα. Τα πράγματα πήγαν πολύ γρήγορα. Στα 9 έπαιξε το πρώτο του κονσέρτο του Χάιντν, στα 11 του Γκριγκ, στα 13 Ραχμάνινοφ – απίστευτο ε; «Ναι, ακούγεται απίστευτο, ήταν όμως δώρο Θεού, το είχα μέσα μου, μάθαινα πάρα πολύ γρήγορα. Και είχα την τύχη να έχω μια πολύ καλή καθηγήτρια, τη Milena Molova, μαθήτρια του θρυλικού πιανίστα Εμίλ Γκίλελς στο κονσερβατόριουμ Τσαϊκόφσκι, που με έμαθε και να αγαπάω το πιάνο και να το τιθασεύω, αλλά με δίδαξε και ότι αυτό που έκανα ήταν σοβαρό».

Κάπως έτσι 14 χρονών πήγε στη Νέα Υόρκη στο Young Concert Artist, «είναι o πιο σημαντικός διαγωνισμός για νέα ταλέντα, από εκεί ξεκίνησαν μερικοί από τους πιο σημαντικούς μουσικούς παγκοσμίως, όπως Fazil Say, Murray Perrahia, Richard Goode, Tokyo String Quartet, Emmanuel Ax» μου λέει, διευκρινίζοντας ότι στα 14 του χρόνια ήταν ο πιο μικρός σε ηλικία πιανίστας που είχε κερδίσει ποτέ παίζοντας ανάμεσα σε άλλα το Islamei του Μίλι Μπαλάκιρεφ, από τα πιο δύσκολα έργα για πιάνο, χωρίς να συνειδητοποιούν ο ίδιος και η οικογένειά του τι σήμαινε αυτό. Το βραβείο ήταν ένα μικρό χρηματικό έπαθλο αλλά, το πιο σημαντικό, υπέγραψε με μια εταιρία στη Νέα Υόρκη, κι έτσι ως έφηβος παράλληλα με το σχολείο ταξίδευε για συναυλίες στην Αμερική. Όταν έγινε 18 οι ατζέντηδες τους πρότειναν να δώσει εξετάσεις στο διάσημο Julliard School. «Εγώ τότε μάλωνα με τον πατέρα μου, δεν ήθελα να πάω, σκεφτόμουν να δώσω στη Νομική για να καταλάβεις, ευτυχώς εκείνος επέμεινε, είχα και κάτι συναυλίες στην Καλιφόρνια και πήγα να δώσω εξετάσεις. Ε, και με πήρανε!» (Γελάει)

Έτσι άνοιξε ένα καινούργιο κεφάλαιο ζωής στη Νέα Υόρκη σε μία από τις καλύτερες μουσικές σχολές στον κόσμο, ειδικά για το πιάνο στη φουρνιά του πήραν τους 11 από τους 750, συνεχίζοντας σε μεταπτυχιακό και διδακτορικό επίπεδο, δίνοντας παράλληλα συναυλίες. «Τα 4 πρώτα χρόνια ήταν πάρα πολύ δύσκολα, όμως ήταν μια εμπειρία που με άλλαξε, πήγα εκεί και είδα ξαφνικά ότι δεν ήμουν το μοναδικό παιδάκι που για κάποιο λόγο τρελαινόμουν να διαβάζω τι γράφουν οι συνθέτες… Κι αν έχω τόση αγάπη σε αυτό που κάνω είναι επειδή ήρθα σε επαφή με αυτό τον κόσμο και ξέρω πόσο σημαντικό είναι να υπάρχει ένα πλαίσιο που να σου δίνει την ευκαιρία να ανθίσεις. Και το χρωστάω στους δασκάλους μου εκεί».

Δεν έμεινε στην Αμερική για να συνεχίσει μια καριέρα διαγράφονταν λαμπρή. «Ήθελα πολύ να γυρίσω στην Ευρώπη για να είμαι κοντά στην οικογένειά μου και τους φίλους μου, το ήθελα από τότε που έφυγα. Το 2011 στο Παρίσι συνέχισα τις σπουδές για δύο χρόνια στο Conservatoire του Παρισιού με το Diplôme d’ Artiste-Interprète στην τάξη του Michel Dalberto, σε ένα δίπλωμα στο επίπεδο του διδακτορικού αλλά για μουσικούς οι οποίοι έχουν καριέρα», ο μοναδικός πιανίστας που επιλέχθηκε εκείνη τη χρονιά, ενώ συνέχισε να κερδίζει βραβεία, στους διαγωνισμούς Monte Carlo Piano Masters και Enescu, και να δίνει συναυλίες σε Γερμανία, Ολλανδία, Γαλλία, και βέβαια Αμερική… Και ακόμα αυτό κάνει.

Kavakos and friends στο Μέγαρο Μουσικής, με τους Αλέξανδρο Σακαρέλλο (βιολί), Ηλία Λιβιεράτο (βιόλα), Τιμόθεο Γαβριηλίδη-Πέτριν (βιολοντσέλο)

Αυτή είναι λίγο-πολύ η ιστορία του, όπως μου την αφηγείται, και ενώ είναι τόσο εντυπωσιακά όσα έχει κάνει δεν έχει την παραμικρή έπαρση – το αντίθετο. Συζητάμε για τη συναυλία με τον Λεωνίδα Καβάκο.

«Στις πρόβες με τον Λεωνίδα κάναμε όλοι σαν μικρά παιδιά, 10 ώρες πρόβα, ούτε να πούμε κουράστηκα, ούτε διάλειμμα, τίποτα, λίγο καφέ, ένα μπουκαλάκι νερό, και πάμε να παίξουμε Μπραμς μέχρι τα μεσάνυχτα, ξανά και ξανά. Γιατί αυτό μας αρέσει, το να παίζουμε μουσική είναι ευτυχία, και μετά όταν το κοινό σηκώνεται και επευφημεί αυτή είναι η ανταμοιβή μας. Και φαντάσου, εγώ την προηγούμενη μέρα ήμουν στην Αμερική, είχα διαλέξεις στο πανεπιστήμιο του Σινσινάτι κι ένα ρεσιτάλ, φτάνω στην Αθήνα με τζετ λανγκ, ξεκινάμε 10 ώρες πρόβα, συναυλία, άλλες 10 ώρες πρόβα, πάλι συναυλία, γιατί παίξαμε άλλα κομμάτια. Το βράδυ είπα δεν θα αγγίξω το πιάνο για μία εβδομάδα, και την επόμενο πρωί ξέρεις τι έκανα; Πήγα στο Μέγαρο, βρήκα ένα πιάνο και κάθισα να παίξω. Πώς είναι ένα παιδί που έχει παιχνίδια, είναι η ίδια άδολη χαρά.

»Σκοπός μας είναι να παίξουμε όσο καλύτερα μπορούμε, γιατί αυτό αλλάζει τη δική μας την ψυχή, και ενδεχομένως και την ψυχή άλλων ανθρώπων. Οτιδήποτε αληθινό είναι απλό. Όσο μεγαλώνω όλο και περισσότερο υποκλίνομαι στην ομορφιά και την απλότητα της ωραίας μελωδίας. Αλλά και τόσο αποκτώ ταπεινοφροσύνη απέναντι τόσο στο ίδιο το μουσικό έργο, στις εσωτερικές δυνάμεις που κινούν τη μουσική, όσο και απέναντι στον εαυτό μου». 

Η συζήτησή μας γυρνάει γύρω από τη μουσική, πώς ακούμε, τι έχει μάθει εκείνος μέσα στη μουσική.

«Υπάρχει τόση ομορφιά και μπορείς να μπολιαστείς κι εσύ μέσα σε αυτή, να μεγαλώσεις σαν άνθρωπος, να αγαπάς τον συνάνθρωπό σου περισσότερο… Κι όλα αυτά επειδή ακούς Μότσαρτ; Ναι. Κάθε μέρα γεννιούνται μέσα μας πολλές διακυμάνσεις, από τη χαρά στη λύπη, οι μεγάλοι συνθέτες το έπιαναν αυτό και το μετέφεραν με απίστευτη ευκρίνεια στο χαρτί. Όταν ακούς Σούμπερτ, όταν ακούς Μπετόβεν, είναι σαν ακούς την ψυχή τους, σαν να βλέπεις μέσα τους βαθιά και να γνωρίζεις το πιο μύχιο κομμάτι τους. Εμείς τώρα που ακούμε τη μουσική τους, και ιδιαίτερα εμείς που την παίζουμε και βαράμε τα ίδια πλήκτρα στα οποία έβαζαν κι εκείνοι τα χέρια τους με τρελαίνει αυτό ξέρουμε τι είχαν μέσα στην ψυχή τους».

Έχει έναν τρόπο να σου μεταδίδει το πάθος του, του λέω πως ο τρόπος που σκέφτεται βγαίνει στο παίξιμό του, ίσως αυτό είναι που τον κάνει τόσο χαρισματικό, πέρα από τη δεξιοτεχνία που του χάρισε η φύση. 

«Δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς. Ως πιανίστας συνομιλώ, στο μέτρο του δυνατού, με τους μεγάλους συνθέτες του παρελθόντος. Η δική μου φωνή, αν έχει κάτι να πει, θα αναδυθεί μέσα από το δικό τους έργο. Για μένα η πρόκληση είναι να επιτρέψω στις δικές τους μελωδίες να κατακλύσουν τις ψυχές των ακροατών με τον πιο ευκρινή και ειλικρινή τρόπο». Σαν να υποκλίνεσαι στο μεγαλείο τους, αλλά την ίδια στιγμή να τους νιώθεις τόσο κοντά σου, άνθρωποι ήταν και αυτοί που πονούσαν, όπως κι εμείς, μου λέει.

«Αν είχες μπροστά σου κάποιον που τον αγαπάς, και ήξερες ότι έχει περάσει πολλά, αλλά ήταν γεμάτος γενναιοδωρία, αγάπη και σοφία, δεν θα τον αγαπούσες 1.000 φορές περισσότερο; Δεν θα σε συγκινούσε; Δεν θα ήθελες να τον φτάσεις; Φαντάσου μια τέτοια σχέση με τον Μπετόβεν. Έχανε την ακοή του, μπορείς να το φανταστείς; Και έγραφε στη διαθήκη του Χάιλινγκενσταντ, στα αδέρφια του, για την απόγνωσή του, έγραφε ότι θέλω να αυτοκτονήσω αλλά δεν θα το κάνω και ότι αγαπάω όλο τον  κόσμο αλλά δεν μπορώ να τους το πω γιατί δεν μπορώ να τους ακούσω (σ.σ. συγκλονιστικό κείμενο). Και όλο αυτό το έκανε μουσική. Πώς να μη συγκλονιστείς… Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι τον βάζεις σε ένα βάθρο, αντίθετα τον βλέπεις στα μάτια και τον αγαπάς σαν αδελφό σου, ταπεινώνεσαι… Για αυτό θέλω να παίζω πιάνο. Θυμάμαι με τον φίλο μου, στο Joulliard, να ακούμε Χόροβιτς να παίζει τις μπαλάντες του Σοπέν και να κλαίμε, γιατί;  Γιατί έτσι όπως παίζει σου κεντάει ψυχή, κι αυτό σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, πιο ευαίσθητο, συγκλονισμένο, πώς να μην είσαι ταπεινός…»

Το κονσέρτο του Ραχμάνινοφ, που θα παίξει, θεωρείται το Έβερεστ των πιανιστικών κονσέρτων.

«Είναι ίσως το πιο δύσκολο κονσέρτο που έχει γραφτεί ποτέ. Υπάρχουν 2-3 έργα για το ρεπερτόριό μας, το 3ο του Ραχμάνινοφ, το 2ο του Προκόφιεφ, το 2ο του Μπραμς, που και μόνο η τεχνική δυσκολία τους ξεχωρίζει αυτόν που θέλει να παίξει πιάνο σοβαρά. Το 3ο κονσέρτο του Ραχμάνινοφ είναι από τα μεγαθήρια του ρεπερτορίου και το θέμα βέβαια δεν είναι απλώς να το παίξεις, αλλά να το παίξεις καλά. Το να αναμετρηθείς μαζί του, στα δικά μου τα μάτια, έχει να κάνει με αυτό που λέγαμε πριν για τους πιανίστες του παρελθόντος. Τα τελευταία 30-40 χρόνια ο πήχης για το τι θα πει καλό παίξιμο έχει χαμηλώσει. Αλλά αν ακούσεις τον Χόροβιτς να παίζει το 3ο Ραχμάνινοφ, συνειδητοποιείς ότι το να μπορούν να παίξουν τις νότες ήταν το δεδομένο – το θέμα ήταν ότι τις έπαιζαν και έκαναν μουσική. 

»Κι έπειτα, ο Ραχμάνινοφ γεννήθηκε με ένα απαράμιλλο χάρισμα για μελωδίες και σου δίνει άπλετο χώρο να τραγουδήσεις το όργανο και να βγάλεις, πάλι θα το πω, αυτά που έχεις μέσα στην ψυχή σου. Και είναι πάρα πολύ ειλικρινές αυτό που γράφει. Γιατί πάρα πολλοί έχουν γράψει έργα υπερβατικής δυσκολίας, τα οποία όμως ξέρεις ότι τα έγραψαν για να είναι δύσκολα. Ενώ εκείνος έγραφε έτσι γιατί έτσι σκεφτόταν, και πίσω από όλο αυτό κρύβεται μια βαθιά επιθυμία για μελωδία και τραγούδι».

Εσύ πώς νιώθεις που θα το παίξεις πρώτη φορά; «Με τρελαίνει, περιμένω πώς και πώς να πάμε στην πρόβα και να αναμετρηθώ με την ορχήστρα, να βγει ένας μεγάλος, στεντόρειος, γενναιόδωρος ήχος, που να σε αγκαλιάζει. Κοίτα, υπάρχει και κάτι πιο προσωπικό εδώ, ο Ραχμάνινοφ ήταν εν μέρει ο λόγος που ξεκίνησα να παίζω πιάνο. Ήμουν παιδάκι όταν άκουγα το 2ο Κονσέρτο του σε μια κασέτα που είχε ο πατέρας μου και έκλαιγα, και έλεγα εγώ αυτό θέλω να το παίξω. Και πράγματι, ήταν από τα πρώτα κονσέρτα που έπαιξα με ορχήστρα, 13 χρονών. Οπότε μου μιλάει πάρα πολύ αυτή η μουσική και ο τρόπος που γράφει για το πιάνο, και είναι τόσο καλογραμμένο, τόσο επικών διαστάσεων. Ανυπομονώ, λοιπόν. Πάντοτε, από πολύ μικρός, αισθανόμουν πολύ άνετα στο πολύ μεγάλο ρεπερτόριο σε πολύ μεγάλες αίθουσες. Αισθάνομαι σαν στο σπίτι μου όταν είμαι πάνω στη σκηνή, σε οποιαδήποτε σκηνή, δεν έχει σημασία αν είναι από κάτω 3 ή 5.000 άτομα».

Από την τελευταία του εμφάνιση στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών με τον δεξιοτέχνη των κρουστών Δημήτρη Δεσύλλα

Το πρόγραμμα συναυλιών είναι κλεισμένο για όλη την επόμενη χρονιά.

Μετά τη Θεσσαλονίκη θα ξαναπαίξει το ίδιο κονσέρτο 18 Μαΐου με την Ορχήστρα του Sibiu στο Βουκουρέστι, 6 Ιουνίου συναυλία μουσικής δωματίου στο Παρίσι και ένα prive event στις 7 Ιουνίου πάλι το 3ο Ραχμάνινοφ, 7 Ιουλίου ένα κουαρτέτο του Μπραμς στο θρυλικό Concertgebouw στο Άμστερνταμ, 12 Αυγούστου ρεσιτάλ πιάνου στο φεστιβάλ Sainte Ursanne στην Ελβετία. Και άλλες πολλές. Όταν μου λέει το πρόγραμμα των συναυλιών του σκέφτομαι ξανά το εκτόπισμά του ως πιανίστα και ότι στην Ελλάδα δεν έχει την αναγνώριση που του αξίζει και που έχει στο εξωτερικό. Του το λέω.

«Να σου πω κάτι; Η αναγνωρισιμότητα είναι σημαντική στον χώρο μας στο βαθμό που σε βοηθάει να δίνεις συναυλίες. Εγώ είμαι αναγνωρίσιμος στην υπόλοιπη Ευρώπη και στην Αμερική, εκεί με ξέρουν. Συναυλίες παίζω, την καριέρα μου την έχω. Όλοι στο τέλος  χώμα θα γίνουμε, δεν περιμένω από την Ελλάδα να με βάλει σε κάποιο βάθρο. Απεναντίας, κάθε φορά που παίζουμε στο Μέγαρο Μουσικής με τον Λεωνίδα ή με την ΚΟΑ, η αίθουσα γεμίζει. Μια χαρά. Τέλεια. Ο κόσμος θα έρθει να με ακούει στο βαθμό που του αρέσει αυτό που έχω να πω, αν μιλάει στην καρδιά του. Ο ναρκισσισμός δεν μπορεί να σε σώσει, η ζωή δίνει σε όλους κατραπακιές που μας επαναφέρουν. Η ζωή μου έχει δώσει όσες χρειάζονταν για να ξαναγυρίσω στο ζητούμενο, το οποίο ήταν η με αγάπη και ταπεινότητα η υπηρεσία των πραγματικών ηρώων αυτής της μουσικής, που είναι οι συνθέτες».

Σου μεταφέρει την αγάπη του για τη μουσική. Ξαναγυρνάω στην αρχή. Αρκεί να τον ακούσεις για να καταλάβεις ότι είναι χαρισματικός. Την επόμενη φορά που θα παίξει στην Αθήνα θα τον περιμένουμε για να γευτούμε αυτό που ο ίδιος αισθάνεται πως κάνει, το καλύτερο δυνατό για να μεταφέρει την ομορφιά της μουσικής στον κόσμο. «Εγώ τη γεύομαι κάθε μέρα και κάθε στιγμή, αλλά θέλω να πω και στους άλλους, άκου τι όμορφο! Είναι τέτοια η ομορφιά που το λιγότερο που έχουμε να κάνουμε είναι να την αφήσουμε ελεύθερη να μεταδοθεί».