Μουσικη

Πήγα στη συναυλία του Διονύση Σαββόπουλου στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών

Στην τρίωρη συναυλία του θυμήθηκε πολλά, απάλυνε γωνίες και άνοιξε μια μεγάλη αγκαλιά

Δημήτρης Παπαδόπουλος
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Διονύσης Σαββόπουλος: Η συναυλία «Γεννήθηκα στη Σαλονίκη» στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών και η συγκίνηση που προκάλεσε εκείνη τη νύχτα

Συγχώρεσα και σχωρέθηκα με τη συναυλία του Διονύση Σαββόπουλου«Γεννήθηκα στη Σαλονίκη». Ο σπουδαίος καλλιτέχνης, Ηλίας Καφούρος, μου εξηγούσε σε μια πρόσφατη συζήτηση που είχαμε για τον συλλογικό νου, για τη δόνηση που προκαλεί ένα γεγονός, ένα έργο, ένας καλλιτέχνης. Γνωρίζεις ή δεν γνωρίζεις απ’ έξω τα τραγούδια του Διονύση Σαββόπουλου, αναγνωρίζεις τη δόνηση, αναγνωρίζεις το μεγαλείο, ανατριχιάζεις στον «Μπάλλο», στον «Καραγκιόζη», στο «Ζεϊμπέκικο», στη «Συννεφούλα». Στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών το προηγούμενο Σαββατοκύριακο, ο Σαββόπουλος μας υποδέχτηκε με τη Συμφωνική Ορχήστρα της ΕΡΤ υπό τη διεύθυνση του Μίλτου Λογιάδη, τη χορωδία του δήμου Αθηνών και τους τραγουδιστές Φώτη Σιώτα και Κατερίνα Πολέμη.

Ήμασταν χιλιάδες εκεί. Πήγα μόνος, όμως δίπλα μου κάθονταν εμπειρίες κι ιστορίες που μας διαμόρφωσαν. Ο Αλέξανδρος που μας μύησε, χρόνια πριν, στο μεγαλείο του, ο Πάνος, ο Ανδρέας, οι κιθάρες, η Κική (Αγγελική) Τουμπανάκη. Οι Λακούβες. Η Θεσσαλονίκη, με «την αντανάκλαση ενός μεγαλείου που προϋπήρξε», η «Κωνστάντζα και Βραϊλα» αλλά και «Ελασσώνα, Λειβαδιά, Μελβούρνη, Μόναχο, Αλαμάνα και Γραβιά, Αμέρικα, Βελεστίνο, Άγιοι Σαράντα, Εσκί Σεχίρ, Πλατεία Ναυαρίνου Διοικητηρίου κι Εξαρχείων». Στη σκηνή πέρασε η ιστορία της νεότερης Ελλάδας. Κυριολεκτικά: μέσα από τα ενδιαφέροντα ιντερμέτζα του μίλησε για τα Δεκεμβριανά και τον Εμφύλιο, τη χούντα, τον Μίκη, τον Μπιθικώτση, τη Θεσσαλονίκη, τον Ξαρχάκο, το ΚΚΕ και την προσφυγιά του '22. «Οι οροσειρές του χρόνου», τα στάχυα που του έβαζε μαζί με το φαγητό που του πήγαινε η Άσπα όταν κρατείτο, τα «ευτυχοδυστυχισμένα χρόνια». Μάγος στη διήγηση, μαγεμένος από τη συμφωνική ορχήστρα, όλο γυρνούσε και τη χάζευε.

«Δε με λένε Σταύρο και κυρ-Σταύρο και αφέντη Τσουτσουλομύτη». Έτσι ξεκίνησε. Για να συνεχίσει με το Λαύριο. Ξέρει πια τι να παίξει στα παιδιά. Προϋπάντησε τα εγγόνια του που ήρθαν από την Ολλανδία για να τον δουν. «Δεν σας κρύβω τη χαρά μου» μας είπε. Όπως κι εμείς που τον βλέπαμε. Είναι παππούς όλων μας, μπαμπάς όλων μας. «Αγάλματα κομμάτια στα μάτια της τα δυο», για τους παιδικούς φίλους που δεν ευδοκίμησαν να μας συντροφεύσουν στην ωριμότητα. Μοιραίοι ή τυχαίοι άνθρωποι, αναμνήσεις που σμίλεψαν, σημάδεψαν και συντρόφευσαν. Για τα ματαιωμένα όνειρα και τις μεγάλες προσδοκίες. Τις δικές μας, τις δικές τους, της χώρας και της γενιάς. «Ονειρευόμουν να γίνω μαέστρος συμφωνικής ορχήστρας» μας είπε. «Όμως έγινα σανσονιέ, τροβαδούρος και μελωδός».

«Έγινε κατολίσθηση και 'πεσε κάνας βράχος;». Μας τραγούδησε όλα όσα θέλαμε; Προφανώς όχι, δεν χωρούν τα τραγούδια σε μια νύχτα, δεν χωράνε τα αισθήματα. Όμως έφυγα πλήρης, σας είπα, σχώρεσα και συγχωρέθηκα. Δάκρυα γέμισαν τα μάτια μου. Στου «’60 τους εκδρομείς» τραγούδησε: εβδομήντα εννιά ετών, με μπλοκ επιταγών, χωρίς κανένα αντίκρισμα εξόν» κι αμέσως μετά έσκυψε να μας ευχαριστήσει. Εκείνος εμάς. Στις περί τις τρεις ώρες συναυλία του θυμήθηκε πολλά, απάλυνε γωνίες και άνοιξε μια μεγάλη αγκαλιά. «Προτιμώ την αμεσότητα και το πρόσωπο με πρόσωπο», μας είπε κάνοντας το δικό του σχόλιο για τη φρενίτιδα των smartphones. Χάρη σε αυτό, βεβαίως, μπόρεσα να σημειώσω όσα τώρα σας μεταφέρω.

Ντιλέμ ντελέ ντιλέμ. Με πήραν απ' το χέρι οι ενορχηστρώσεις του Αντώνη Σουσάμογλου και του Λάζαρου Τσαβδαρίδη που είχαν την ιδέα για αυτή τη συναυλία και πείραξαν κάποια τραγούδια. Μπορεί να με ξένισαν κάποιες ενορχηστρώσεις, όμως αναγνωρίζω το θάρρος τους, τη δύναμη και το ταλέντο τους. Έφτιαξαν το χαλί πάνω στο οποίο πέταξε ο Διονύσης, ο Νιόνιος για εκείνους που τον αγαπούν. Μας απέδειξε, ωστόσο, ότι το παιδικό του όνειρο το πραγματοποίησε: είναι ένας σπουδαίος μαέστρος. Μπορεί όχι συμφωνικής ορχήστρας αλλά του soundtrack της ζωής μας. Σ’ ευχαριστούμε.

© Life Magazine