Μουσικη

GoGo Penguin: Δεν νιώθουμε κάποια υποχρέωση να πειραματιστούμε

O Nick Blacka μιλάει στην ATHENS VOICE πριν την πολυαναμενόμενη συναυλία τους στην Αθήνα

Τάνια Σκραπαλιώρη
9’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
UPD

Συνέντευξη GoGo Penguin: Ο μπασίστας Nick Blacka μιλάει για τις νέες συνθέσεις και την πορεία του ορχηστρικού σχήματος πριν τη συναυλία τους στο Gagarin 205, την Παρασκευή 25 Νοεμβρίου.

Οι αρχές της πρώτης δεκαετίας των 00s έφεραν στους λάτρεις της σύγχρονης jazz και της electronica μια νέα τάση για να λατρέψουν: μια νέα  βρετανική σκηνή υβριδικής jazz που φίλτραρε τις αυτοσχεδιαστικές επιρροές της μέσα από ηλεκτρονικά μονοπάτια, ambient αισθητική και avant - garde φόρμες, διαμορφώνοντας με κομψούς πειραματισμούς τη δική τους γλώσσα, μια γλώσσα με καταλυτικές προοπτικές για τον σύγχρονο ήχο, κυρίως λόγω της crossover δυναμικής της. Μπάντες όπως οι Mammal Hands, οι Portico Quartet και οι GoGo Penguin πρωταγωνίστησαν σε αυτή τη σκηνή διευρύνοντας το κοινό της ορχηστρικής και της jazz μουσικής και προσελκύοντας νέους ανθρώπους στις χάρες ήχων που για πολύ κόσμο έφεραν για χρόνια το στίγμα του δύσκολου και του παλιού που δεν (μπορεί να) αφορά τη σύγχρονη αισθητική.

Ιδίως οι GoGo Penguin τόλμησαν να ανακατέψουν στο κοκτέιλ τους στοιχεία και ιδιώματα που δεν θα περίμενε να ακούσει κανείς εύκολα πριν δέκα και δεκαπέντε χρόνια από ένα jazz trio, από την trip hop παράδοση των Massive Attack μέχρι τα minimal διδάγματα του Brian Eno και του Aphex Twin χτίζοντας έναν αταξινόμητο, φρέσκο ήχο που κανείς δεν μπορούσε να περιγράψει ακριβώς, πέρα από το ότι ακουγόταν συναρπαστικός. Δεκάδες επιτυχημένες περιοδείες, μεγάλα φεστιβάλ, πέντε εξαιρετικά studio albums, πολλά ιδιαίτερα projects και υποψηφιότητες για μερικά από τα μεγαλύτερα μουσικά βραβεία του κόσμου: αυτή είναι η μέχρι τώρα πορεία των GoGo Penguin σε τίτλους. Αλλά η εμπειρία της μουσικής τους και του live τους είναι κάτι πέρα από αυτούς του τίτλους, κάτι που μπορεί να αντιληφθεί μόνο όποιος βρεθεί σε κάποιο από αυτά. Η live φήμη των GoGo Penguin, πολύ απλά, ξεπερνά τον όποιο διθύραμβο έχει γραφτεί για τη δισκογραφία τους.

Το τελευταίο τους σαρωτικό live στην Αθήνα, το περασμένο καλοκαίρι, σε μια πολύ ιδιαίτερη βραδιά στο Μουσείο της Ακρόπολης ήταν για λίγους και τυχερούς και έγινε ανάρπαστο. Αυτή τη φορά οι Gogo Penguin επιστρέφουν με μια εμφάνιση ακόμα πιο πλούσια για ακόμα περισσότερους: για όσους έχουν καιρό να τους ακούσουν, για όσους θέλουν να επαναλάβουν τη μαγεία του καλοκαιριού, για όσους θέλουν για πρώτη φορά να βιώσουν μια μοναδική live συνθήκη.

Περιμένοντας τους GoGo Penguin, λοιπόν, το βράδυ της Παρασκευής, 25 Νοεμβρίου, στη σκηνή του Gagarin 205, συνδεόμαστε στο Zoom για να ανταλλάξουμε μερικές κουβέντες με τον μπασίστα των GoGo Penguin, Nick Blacka, που ήταν εκεί, από την πρώτη μέρα και το πρώτο τυχαίο live σε ένα μπαρ του Μάντσεστερ μέχρι όλα τα σπουδαία στα οποία αυτό το πρώτο βράδυ οδήγησε.

Είμαι σίγουρη ότι θα σας το ρωτάνε συχνά αλλά θα θέλατε να μας πείτε από πού προέκυψε το όνομά GoGo Penguin;
Το όνομά μας είναι κάτι που προέκυψε πολύ γρήγορα, σχεδόν τυχαία. Όταν πρωτοσχηματίστηκε η μπάντα δεν είχαμε όνομα, δεν κάναμε καν συναυλίες ή live εμφανίσεις, είχαμε απλώς μαζευτεί για να παίζουμε και να γράφουμε μουσική, χωρίς κάποιο άλλο πλάνο. Ώσπου ένα βράδυ, ένας κοινός μας φίλος που διοργάνωνε μια live βραδιά σε ένα μπαρ στο Μάντσεστερ μας ενημέρωσε ότι μια από τις μπάντες είχε ακυρώσει την τελευταία στιγμή και μας ζήτησε να παίξουμε στη θέση της. Θα χρειαζόμασταν ένα όνομα γι’ αυτό, οπότε στα γρήγορα, σε μια γωνιά του δωματίου που κάναμε πρόβα, εμπνευσμένοι από ένα λούτρινο, παραγεμισμένο πουλί, που πρέπει να ήταν κίσσα αλλά εμείς τον περάσαμε για πιγκουίνο, και πάνω στη βιασύνη μας να βρούμε ένα όνομα και να παίξουμε έπεσε η ιδέα για το GoGo Penguin. Και έτσι έμεινε.

Κι όμως αυτό το τυχαίο όνομα φαίνεται να δούλεψε τόσο καλά για εσάς. Μέσα από πειραματισμούς και πολλά μουσικά ταξίδια εδραιώσατε τον ήχο σας σε αυτό το νέο κύμα της βρετανικής jazzelectronica και φτάσατε μάλιστα να χαρακτηριστείτε «οι Radiohead της βρετανικής jazz». Πώς θα περιγράφατε, όμως, το ταξίδι των GoGo Penguin και του ήχου τους μέχρι σήμερα;
Ξεκινήσαμε, πράγματι, ως jazz σχήμα με jazz επιρροές – επηρεαστήκαμε αρκετά από μπάντες όπως οι Ε.S.T. (Esbjörn Svensson Trio) αλλά και από crossover εγχειρήματα που αναμίγνυαν ήχους και αισθητική, από τον Aphex Twin μέχρι τους Bad Plus. Αλλά με την πάροδο του χρόνου διαμορφώσαμε τον δικό μας ήχο, το δικό μας ταξίδι, στρεφόμενοι όλο και περισσότερο προς την electronica  -δεν ακουγούμαστε σαν τους E.S.T. πια- αν και πολλοί ακόμα μας έχουν στο μυαλό τους σε αυτήν την κατηγορία λόγω του ότι παραμένουμε ένα contemporary trio- είμαστε περισσότερο «ηλεκτρονικοί» αλλά και πολύ περισσότερο «κλασσικοί». Και στο νέο album που ηχογραφήσαμε πρόσφατα και θα κυκλοφορήσει το 2023 έχουμε ενσωματώσει ακόμα περισσότερα ηλεκτρονικά στοιχεία και synths.

Θα θέλατε να μας πείτε περισσότερα για αυτό το νέο album; Είναι το επόμενο δισκογραφικό βήμα μετά το εξαιρετικό ομώνυμο album σας το 2020 στην Blue Note -αν δεν συνυπολογίσουμε το remix album GGP/RMX” και το πρόσφατο EP Between Two Waves”- και σίγουρα οι fans των GoGo Penguin θα το περιμένουν πώς και πώς. Υπάρχει ανακοινώσιμο όνομα;
Δεν είμαι σίγουρος ότι μπορώ να μοιραστώ τον τίτλο ακόμα αλλά πρόκειται για μια δουλειά που προέκυψε από τη στενή συνεργασία μου με τον Chris (Illingworth) τον τελευταίο καιρό – το δουλέψαμε σχεδόν αποκλειστικά οι δυο μας,  μιας και ο ντράμερ μας , ο Rob (Turner) αποχώρησε από το σχήμα κατά τη διάρκεια του lockdown. Έτσι βρήκαμε με τον Chris έναν νέο τρόπο επικοινωνίας και συνεργασίας, που δεν είχαμε ξαναδοκιμάσει στο παρελθόν, φτιάχνοντας αυτό το album μεταξύ μας. Μετά, βέβαια, ήρθε ο νέος ντράμερ ο Jon Scott και έβαλε κι αυτός το τελευταίο διάστημα τις δικές του πινελιές πηγαίνοντας το τελικό αποτέλεσμα σε μια νέα κατεύθυνση που μας ευχαριστεί όλους πολύ.

Αυτός ο νέος τρόπος συνεργασίας και επικοινωνίας με τον Chris Illingworth δουλεύοντας τον νέο δίσκο ήταν ένας τρόπος να περάσετε δημιουργικά και την περίοδο της καραντίνας και των lockdowns;
Ναι, σίγουρα. Στην αρχή, όπως και πολύς κόσμος, ξεκουραστήκαμε αρκετά, γιατί ερχόμασταν από μια περίοδο συναυλιών που ήμασταν συνεχώς στον δρόμο, οπότε βρήκαμε μια καλή ευκαιρία για αγρανάπαυση, σωστή διατροφή και ύπνο, ξεκούραση. Περάσαμε ένα εξάμηνο έτσι αλλά μετά αρχίσαμε να κουραζόμαστε, να δυσκολευόμαστε χωρίς τη μουσική. Μπήκαμε ξανά οι δυο μας στο studio, γράψαμε  ένα soundtrack για μια γαλλική indie ταινία, το “Memento Mori” και κάπως έτσι μπήκαμε ξανά σε δημιουργική τροχιά.

Δεν είναι η πρώτη φορά που γράφετε για κάποια ταινία - πριν μερικά χρόνια είχατε κυκλοφορήσει το EPOcean In A Drop” με τη μουσική που επανασυνθέσατε για τo 80s cult ντοκιμαντέρ του Godfrey Reggio,  “Koyaanisqatsi”. Πόσο διαφορετική είναι η διαδικασία δημιουργίας ενός soundtrack;
Ναι πράγματι δεν ήταν η πρώτη φορά, αλλά πρώτη φορά γράψαμε από την αρχή ένα soundtrack ως μέρος της παραγωγικής διαδικασίας. Το film score για το “Koyaanisqatsi” ήταν ένα ιδιαίτερο project, επανασύνθεσης, όπως είπες, το οποίο μάλιστα παίξαμε ζωντανά έχοντας το φιλμ να παίζει από πίσω μας. Για το “Memento Mori” ακολουθήσαμε την κλασσική διεργασία του soundtrack, η οποία είναι πράγματι πολύ διαφορετική από ό, τι, ενδεχομένως, έχουμε συνηθίσει. Πρέπει να ξέρεις καλά την ταινία, να γνωρίζεις ακριβώς τη διάρκεια και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε σκηνής, το συναίσθημα που θέλει να επικοινωνήσει ο σκηνοθέτης σε κάθε καρέ - δεν λες αυτό που θέλεις εσύ, δεν εκφράζεις, απαραίτητα το δικό σου συναίσθημα αλλά καλείσαι να υποστηρίξεις το σκηνοθετικό όραμα, το μήνυμα της εκάστοτε ταινίας. Και υπάρχουν και άλλες τεχνικές ιδιαιτερότητες, όπως παραδείγματος χάριν ότι πρέπει, σε κάποια σημεία, να συνθέσεις κομμάτια ιδιαίτερα μικρής διάρκειας, όπου καλείσαι να συμπυκνώσεις έναν ήχο ή μια ιδέα. Αλλά είναι κάτι που μας αρέσει πολύ, το απολαμβάνουμε και θέλουμε να το κάνουμε ακόμα πιο συχνά και να το εξελίξουμε περισσότερο. Είναι πολύ ενδιαφέρουσα διαδικασία.

Ακούγοντας κανείς ξανά τη δισκογραφία σας είναι εμφανής μια συνεχής κίνηση, ένας διαρκής πειραματισμός, σαν να εξερευνάτε συνεχώς τον εαυτό σας και τον ήχο σας. Πώς θα χαρακτηρίζατε εσείς τον ήχο σας; Σας δημιούργησε ποτέ σύγχυση αυτή η ηχητική περιπλάνηση και της αναζήτησης, νιώσατε ποτέ ότι ο πειραματισμός έγινε κάτι σαν «υποχρέωση»;
Προσπαθούμε να μην ανησυχούμε ιδιαίτερα για το τι είναι ο ήχος μας ή για το τι πρέπει να είναι, για το πώς χαρακτηρίζεται ή αρχειοθετείται. Δεν νιώθουμε κάποια υποχρέωση να πειραματιστούμε. Ο μουσικός τύπος ή και οι ακροατές μας ασχολούνται συχνά προσπαθώντας να τον κατατάξουν κάπου και αναρωτιούνται αν είναι jazz, αν είναι κλασσική μουσική αν είναι εκείνο ή το άλλο. Αλλά εμείς δεν ασχολούμαστε με αυτό. Η μοναδική μας έγνοια είναι να εκφράσουμε αυτό που θέλουμε, να πούμε κάτι με τη μουσική μας. Προτιμάμε να ασχολούμαστε με τις μάχες που έχουμε να δώσουμε με τους εαυτούς μας, με το να γίνουμε καλύτεροι, να εξελιχθούμε - κάτι που δεν είναι, πάντα, εύκολο. Άλλες ιδέες έρχονται φυσικά και εύκολα, κάποιες φορές υπάρχει έτοιμο το κομμάτι στο μυαλό μας ή μπορεί να έχουμε σκεφτεί μια θαυματουργή λούπα που αρκεί για να χτίσουμε πάνω της κάτι πολύ καλό, άλλες φορές, πάλι, πρέπει να περάσουμε ώρες στο studio, διαφωνώντας μεταξύ μας, εξερευνώντας διαφορετικά μονοπάτια, χτυπώντας, ενδεχομένως, τα κεφάλια μας στον τοίχο για ώρες επίσης. Στο τελευταίο μας album υπήρχαν πράγματα που τα δουλεύαμε εβδομάδες ολόκληρες για να καταλήξουμε σε ένα σημείο που να μας ικανοποιεί. Αλλά πάντα στο τέλος κάπου καταλήγουμε. Και τότε όλη αυτή η κοπιώδης διαδικασία μας ανταμείβει.

Υπάρχει κάποιο ορόσημο που να ξεχωρίζετε στη δισκογραφία σας και στην πορεία σας μέχρι σήμερα;
Είναι δύσκολο να ξεχωρίσω κάποιο album – όταν γυρνάω πίσω στη δισκογραφία μας είναι σαν να κοιτάζω παλιές φωτογραφίες. «Α κοίτα να δεις, εδώ φαίνομαι νεότερος, εδώ ακούγομαι έτσι ή αλλιώς». Με βοηθούν να συνειδητοποιήσω την αλλαγή μου, την αλλαγή μας με τα χρόνια, είναι σαν φωτογραφίες της στιγμής, σαν snap shots. Το “v.2.0” είναι φυσικά ένα ορόσημο για εμάς, το album με το οποίο άρχισαν, ίσως, όλα για τους GoGo Penguin, ένας σημαντικός δίσκος που μας χάρισε την υποψηφιότητα για το Mercury Prize το 2014.  Αλλά και πάλι μου είναι δύσκολο να ξεχωρίσω κάποια στιγμή μας ως κορυφαία. Και αυτός είναι ένας λόγος που προσπαθούμε κάθε φορά για το καλύτερο. Για να μην μπορούμε να διαλέξουμε την καλύτερη στιγμή μας.

Μιλώντας για το Mercury Prize ποια είναι η σχέση σας και η γνώμη σας για τα μεγάλα μουσικά βραβεία;
Είναι σίγουρα κάτι πολύ σημαντικό - είναι μια μεγάλη ευκαιρία για μπάντες σαν εμάς και για ορχηστρικά σχήματα που δεν θα τις δεις απαραίτητα να συγκαταλέγονται στις λίστες των μεγάλων μουσικών βραβείων να πάρουν μεγαλύτερη έκθεση, να απευθυνθούν σε περισσότερο κόσμο. Η υποψηφιότητα για το Mercury Prize είχε για εμάς μεγάλη σημασία - ήταν μια πλατφόρμα για να επικοινωνήσουμε τη μουσική μας, να μπούμε στη σφαίρα γνώσης του κοινού, να υπάρξουμε για περισσότερους.

Ήταν αυτή μια πρόκληση για εσάς, να προσεγγίσετε ευρύτερο κοινό ως ένα instrumental σχήμα;
Δεν θα έλεγα ότι ήταν πρόκληση γιατί όλα μας πήγαν πολύ καλά από την αρχή. Έχει να κάνει περισσότερο με το να αποδεχτείς το περιβάλλον σου και να κάνεις το καλύτερο που μπορείς. Δεν έχουμε κανένα παράπονο, είμαστε πολύ τυχεροί που μπορούμε να παίξουμε σε τόσα διαφορετικά venues σε όλον τον κόσμο, από μεγάλα concert houses και jazz festivals μέχρι ροκάδικα και nightclubs, ακόμα και σε μεγάλα φεστιβάλ όπως το Bonnaroo ή το Coachella. Οπότε δεν έχουμε δει το ορχηστρικό στοιχείο ως πρόκληση αλλά περισσότερο ως ευκαιρία για να κάνουμε ένα crossover για το οποίο μόνο ευγνώμονες μπορούμε να είμαστε.

Πώς ήταν η εμπειρία του Coachella για ένα σχήμα όπως οι GoGo Penguin;
Τέλεια. Καλιφόρνια, έρημος, φοίνικες - είμαστε από το Μάντσεστερ οπότε καταλαβαίνεις (γέλια). Ήταν όλο τόσο διαφορετικά, παίξαμε νωρίς, μέρα μεσημέρι, πολλοί ίσως δεν ήξεραν ποιοι είμαστε όμως αυτό είναι το θέμα σε ένα φεστιβάλ όπως το Coachella. Γενικώς κάθε φορά που σκέφτομαι ότι είμαστε σε μια θέση που μπορούμε να κλείνουμε εμφανίσεις και περιοδείες στην Αμερική ή στον Καναδά, ότι υπάρχουν άνθρωποι στην άλλη μεριά του Ατλαντικού που ενδιαφέρονται για το τι κάνουμε με συναρπάζει.

Μιλώντας για το Μάντσεστερ, μια από τις μουσικές πρωτεύουσες της Μεγάλης Βρετανίας, πώς είναι τα πράγματα στη σκηνή του αυτόν τον καιρό;
Ντρέπομαι λίγο που το λέω αλλά δεν έχουμε καλή εικόνα για το τι συμβαίνει στο Μάντσεστερ μουσικά τα τελευταία χρόνια γιατί λείπουμε μεγάλα χρονικά διαστήματα, είμαστε συνέχεια στον δρόμο ή σε άλλες χώρες για live και περιοδείες. Βλέπουμε σχήματα και άλλες μπάντες σε φεστιβάλ αλλά δεν είμαστε πολύ αναμεμιγμένοι με την εγχώρια σκηνή όπως παλαιότερα. Βέβαια και πάλι δεν μας απασχολεί τόσο η λεγόμενη «σκηνή» ή το να είμαστε μέρος αυτής αλλά το τι κάνουμε εμείς, που θέλουμε να πάμε εμείς - αυτό είναι το κίνητρό μας. Έχουμε φίλους και σχήματα που έχουμε συνυπάρξει στην ίδια σκηνή, ή στο ίδιο label όπως οι Portico Quartet - πρόσφατα παίξαμε και μαζί στο Παρίσι, σε μια εκπληκτική βραδιά, σε ένα υπέροχο venue. Αλλά πέρα από αυτό δεν μπορώ να μιλήσω για κάποια συνεκτική σκηνή που να ανήκουμε αυτή τη στιγμή.

Αν σου ζητούσαμε να ανοίξεις τη λίστα σου στο Spotify τι θα βρίσκαμε στα πρόσφατα plays σου;
Αν και δεν έχει σχέση με αυτό που κάνουμε εμείς, ακούω πολύ τελευταία έναν Αμερικανό indie τραγουδοποιό και παραγωγό, τον Alex G, μου αρέσει πολύ η δουλειά του. Από εκεί και πέρα, Toro y Moi, Kendrick Lamar, και Bicep. Λατρεύω το “Glue” των Bicep, είναι από τα αγαπημένα μου κομμάτια.

Με την αγάπη που φαίνεται ότι έχεις στη χορευτική μουσική και με τη θητεία των GoGo Penguin στην electronica ίσως κάποια στιγμή ακούσουμε  κάτι πιο «χορευτικό» από εσάς;
Πολύ πιθανόν, δηλαδή το ελπίζω πραγματικά. Τελευταία ο Chris ασχολείται πολύ με τα modular synths, ίσως στο άμεσο μέλλον να συζητήσουμε και κάποιο side project. Όλα είναι πιθανά.