Μουσικη

Ο Βαγγέλης Γερμανός μιλάει για τα «Μπαράκια», 40 + 1 χρόνια μετά

Μια εξομολόγηση για τον δίσκο που οδήγησε την ελληνική δισκογραφία στον πολύχρωμο κόσμο της παγκόσμιας τραγουδοποιίας

Γιώργος Φλωράκης
ΤΕΥΧΟΣ 830
9’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ο Βαγγέλης Γερμανός μιλάει στην ATHENS VOICE για τον πρώτο του ιστορικό δίσκο, τα «Μπαράκια», που συμπληρώνει 41 χρόνια ύπαρξης.

Η μεταπολίτευση είχε φέρει μαζί της, από τη μια πλευρά, τα αντάρτικα και, από την άλλη πλευρά, τα λαϊκά τραγούδια, κάπως σαν αντίδραση στα δημοτικά που προωθούσε η χούντα. Τα ξένα ακούγονταν ελάχιστα, βρίσκονταν δύσκολα σε δίσκους και δεν τα σήκωνε πολύ η εποχή. Κι εκεί που παραδεχόμασταν την αξία της «Γυφτιάς» του Νίκου Ξυδάκη και του Μανώλη Ρασούλη, μα βολευόμασταν με μερικά τραγούδια από τη «Ρεζέρβα» του Διονύση Σαββόπουλου και μερικά ακόμα δυτικότροπα από το «Για μια μέρα ζωής» του Μάνου Λοΐζου, σκάνε τα «Μπαράκια» που κυκλοφόρησε ο Βαγγέλης Γερμανός το 1981. Ήμασταν ακριβώς εκεί: στις ακουστικές κιθάρες –τις τόσο καλοπαιγμένες– στο βιολί του Μαγκλάρα, στον Σαββόπουλο, που έβαζε πού και πού τη φωνή, στη σχέση μ’ ένα παγκόσμιο τραγούδι που μας εντυπωσίαζε με τις μελωδίες του και σε μια ολόφρεσκη θεματολογία. Αν βάλεις τον δίσκο «Μπαράκια», να παίξει, τα τραγούδια είναι τόσο δικά σου, που τα τραγουδάς στίχο με τον στίχο, και η ώρα νιώθεις ότι περνάει απίστευτα γρήγορα. Έτσι, τα ξαναβάζεις από την αρχή. Σήμερα, στην Αθήνα του 2022, 40+1 χρόνια μετά.

Ας ξεκινήσουμε από την εποχή πριν από τα «Μπαράκια». Πώς βρεθήκατε με τον Βασίλη Ζαρούλια; Πώς φτιάξατε τους Διόσκουρους;
Τον Βασίλη τον έφερε ο Λευτέρης ο Καβαδάτος, για αντικαταστάτη του στο πρώτο μας ντουέτο (Βαγγέλης-Λευτέρης), γιατί έφυγε για φαντάρος. Με τον Λευτέρη παίζαμε χωριστά στην ίδια μουσική σκηνή, τη Moment, στις αρχές της Σπύρου Μερκούρη, πίσω από το Χίλτον. Μιλάμε για πολύ νωρίς, 1969-1970. Ένα βράδυ σκάει ο Νίκος ο Τσιλογιάννης, ο ντράμερ του Σαββόπουλου στα «Μπουρμπούλια», και μας λέει πως ο Σαββόπουλος ψάχνει ένα ντουέτο να παίζει και να τραγουδάει αμερικάνικες μπαλάντες. Εγώ τότε τραγουδούσα πολλά τέτοια τραγούδια. Φτιάξαμε ντουέτο με τον Λευτέρη λοιπόν, κάναμε πρόβα τα κομμάτια και πήγαμε στο Rodeo. Κι ύστερα τον αντικατέστησε ο Βασίλης.

Πώς καταφέρατε ως Διόσκουροι σ’ εκείνη τη δύσκολη δισκογραφικά εποχή να βγάλετε το επτάιντσο;
Με τον Βασίλη κάναμε εκείνο το 45άρι με τα δύο δικά του κομμάτια («Φράγκοι, Λατίνοι, Νορμανδοί» και «Το όνειρο») για τη Lyra. Αυτό έγινε στα studios της Columbia, στον Περισσό. Θυμάμαι ότι βιολί είχε παίξει ο πατέρας του Λεωνίδα Καβάκου. Δεν ήταν καθόλου εύκολο να βρεις εταιρεία, αλλά μάλλον ο Βασίλης το έψαξε πολύ το θέμα. Εγώ ακόμα και σήμερα δεν πολυσκοτίζομαι για τέτοια ζητήματα.  

Πώς ήταν η σκηνή τότε; Τι θυμάσαι από εκείνη την εποχή;
Η εποχή ήταν δύσκολη. Μιλάμε για μαύρη χούντα. Τα μέρη να παίξεις, ελάχιστα. Ευτυχώς υπήρχε η Πλάκα, γεμάτη ζωή, clubs, μουσικούς, μέχρι και τατουατζίδικο.

Κι από το Rodeo πώς βρέθηκες στο Κύτταρο κι ύστερα στο «Βρώμικο ψωμί»;
Βγάλαμε τον χειμώνα στο Rodeo, και την άνοιξη μου ζήτησε ο Διονύσης να συμμετάσχω στο γκρουπ που ετοίμαζε για το Κύτταρο, την επόμενη σεζόν. Απαντώ μετά χαράς, με την προϋπόθεση να λέω και δυο-τρία δικά μου τραγούδια στην αρχή του προγράμματος. Συμφώνησε κι έβγαλα τη σεζόν στο Κύτταρο. Ήταν ένας αξέχαστος χειμώνας. Στο κοινό, διάφορες εμβληματικές μορφές, ο Ηλίας Πετρόπουλος, ο Ρίτσος... Κάθε Δευτέρα  ρεμπέτες, ο Ρούκουνας, ο Μπιρ-Αλλάχ, η Άννα Χρυσάφη. Στο πρόγραμμα παλαιστές, ο Τζίμης ο Τίγρης κι επιπλέον ο Τάσος ο Χαλκιάς κλαρίνο, ο πατέρας του Λάκη, με καρό αμερικάνικο σακάκι και καφέ τσόχινο καπέλο. Ο Χαλκιάς έπαιζε σόλο και ήταν μαγικός. Θυμάμαι που λέει κάποια στιγμή στο καμαρίνι ο Τάσος στον Τζίμη «Βρε Τζίμη μου, να βρεις μια γυναίκα να σε φροντίζει, δε θα τα καταφέρεις μόνος σου», κι ο Τζίμης απαντάει «Δε γίνεται, έχω τη μανούλα μου, κύριε Τάσο»!

Στο ίδιο σχήμα ήταν και ο Θεολόγος Στρατηγός, έτσι δεν είναι;
Ο Θεολόγος, ο σούπερ κιθαρίστας που παίζαμε μαζί! Ναι, ήταν κι αυτός στη Λαιστρυγόνα, έτσι μας έλεγαν μαζί με τον Γιώργο Γαβαλά στο μπάσο, τον Κώστα Καραμήτρο στα ντραμς, τη Στέλλα Γαδέδη στο φλάουτο και τον Γιάννη τον Μπαχ (Σπυρόπουλο) στο πιάνο. Στην αρχή του προγράμματος, λοιπόν, τραγουδούσα τις «Μάσκες», τον «Κηπουρό» και τον «Απόκληρο», με ένα πολύ παράξενο τρίο: ο Μπαχ έπαιζε τούμπα, ο Θεολόγος κλαρίνο και ο Άγγελος ο Μαστοράκης, φυσαρμόνικα. Με τον Θεολόγο και τον Μπαχ συνεργαστήκαμε και μετά από δέκα χρόνια που έπαιξα πάλι στο Κύτταρο, με τον Λουκιανό.

Από το «Βρώμικο ψωμί» στα «Μπαράκια» μεσολαβούν 9 χρόνια. Σπουδάζεις Μαθηματικά. Είσαι απογοητευμένος από τη μουσική;
Στο Κύτταρο, ο Διονύσης μου είχε πει πως τα τραγούδια μου είναι καλά, και κάποια στιγμή μπορεί να γίνει ένας δίσκος. Μετά, όπως συμβαίνει συνήθως με τις συνεργασίες, χαθήκαμε. Στη χούντα κυριαρχούσαν τα ελαφρολαϊκά, «Να ’τανε το Εικοσιένα», «Κυρα-Γιώργαινα», τέτοια. Με το τέλος της χούντας ανέβηκε το αντάρτικο και το άκρως αντίθετό του, αυτό που λέμε σκυλάδικο και πιο μετά, ελληνάδικο. Δεν έχω πρόβλημα με κανένα μουσικό είδος, όμως νομίζω πως το αντάρτικο είναι για το βουνό και το σκυλάδικο μου ήταν παντελώς άγνωστο από μουσικής πλευράς. Δεν το υποτιμώ, πολλά μάλιστα τύπου-σκυλάδικα μου αρέσουν. Σταματάω όμως να παίζω το βράδυ, πάω φαντάρος  –28 ατέλειωτους μήνες– και τελειώνω το Μαθηματικό. Είμαι απογοητευμένος γενικώς, αλλά όχι από τη μουσική. Συνεχίζω να γράφω τραγούδια στο σπίτι κι ανοίγω ένα φροντιστήριο μαθηματικών, με έναν φίλο, στο Γαλάτσι. Όλα καλά, τα παιδιά, τα λεφτά, όμως εμένα με έτρωγε το σαράκι του τραγουδιού. Παρατάω το φροντιστήριο, ψάχνω στις δισκογραφικές, είμαστε στις αρχές της δεκαετίας του ’80, και βρίσκω τον Διονύση παραγωγό στη Lyra. Εκείνο τον καιρό προβάριζα  τα τραγούδια με έναν άλλον σπουδαίο κιθαρίστα, τον Θανάση Μπίκο, που είχα γνωρίσει την εποχή της Πλάκας, στην Πέμπτη Εποχή, μια μουσική σκηνή στη Μνησικλέους.

Ο Βαγγέλης Γερμανός 41 χρόνια μετά στο σημείο που φωτογραφήθηκε για το εξώφυλλο του δίσκου «Μπαράκια» © Θανάσης Καρατζάς

Γιατί επιλέγεις ακουστικό ήχο για τα «Μπαράκια»; Τόσο πριν όσο και μετά, παρουσιάζεσαι πιο ηλεκτρικός…
Δες, ο ηλεκτρικός ήχος εφευρέθηκε για να αποκτήσει η κιθάρα ένταση, volume, επειδή η ακουστική δεν πολυακούγεται μέσα στη βαβούρα των μπαρ ή των γηπέδων. Ο φυσικός, ο ακουστικός ήχος είναι μακράν ο καλύτερος, δεδομένου ότι ο ηλεκτρικός ήχος, με την παρεμβολή του ηλεκτρικού κυκλώματος, παραμορφώνεται από ελάχιστα έως πάρα πολύ. Είμαι υπέρ του φυσικού ήχου, γι’ αυτό και τον διάλεξα για τον πρώτο δίσκο. Αλλά και ο ηλεκτρικός μού αρέσει. Το ροκ παίζεται δυνατά! Σε κάθε περίπτωση, κάθε ήχος έχει το χρώμα, τη χάρη και τη χρήση του.

Ο Διονύσης Σαββόπουλος ήταν ο παραγωγός του δίσκου. Πόσο επενέβη στα τραγούδια; Πόσο καλοδεχούμενο ήταν από εσένα;
Ο Διονύσης υπήρξε δάσκαλός μου στην τραγουδοποιία από πριν τον γνωρίσω, με το «Φορτηγό». Αυτός βάφτισε τον δίσκο μου «Τα μπαράκια». Έρχεται μια μέρα στο στούντιο και μου λέει: «Γράψε ένα μικρό τραγούδι για τα μπαράκια, να το βάλουμε και τίτλο στον δίσκο»!

Ένιωθες την εποχή που έβγαινε ο δίσκος κομμάτι μιας παγκόσμιας ροκ σκηνής στην οποία ανήκαν ο Dylan, ο Lightfoot, ο Croce, ο Young;
Εκ των πραγμάτων, αισθάνθηκα μέλος αυτής της σκηνής γιατί έπαιζα πολλά τραγούδια τους, μ’ αυτούς ξεκίνησα να γράφω. Τα τραγούδια αυτά ήταν απελευθερωτικά και μέσα στην κατήφεια της χούντας ήταν η απόλυτη διέξοδος. Από την άλλη, όχι, δεν τους ένιωσα κοντά μου ως ανθρώπους. Άλλη γλώσσα, άλλο αίσθημα. Όπως λέει κι ο Πάνος Κουτρουμπούσης: «Οι αρχαίοι δε λέγανε baby»! Οι ξένοι που ακούμε και γουστάρουμε παίζουν τη λαϊκή τους μουσική, παίζουν εντός έδρας δηλαδή – γράφουν και τραγουδάνε στη γλώσσα τους. Αυτό που έκανε και εξακολουθεί να κάνει η μουσική βιομηχανία, με τις παγκόσμιες περιοδείες, είναι ένα είδος εισβολής, με όπλα το ραδιόφωνο, την τηλεόραση, τη διαφήμιση αλλά και –σίγουρα– με τα όμορφα τραγούδια. Προς Θεού, μην παρεξηγηθώ, δεν ζηλεύω, ούτε υποτιμώ. Απλά, είναι άλλη παρέα. Εντέλει, καλό μάς έκαναν, μεταφέραμε ξένους ρυθμούς στη δική μας γλώσσα. Αυτό είναι ένα ζητούμενο στην τέχνη, γενικότερα. Βέβαια, πολλοί Έλληνες συνάδελφοι παραμυθιάζονται και τραγουδάνε εγγλέζικα. Έχεις ακούσει Αμερικάνο να τραγουδάει ελληνικά; Είναι για κλάματα. Από αυτή την άποψη, δεν ένιωσα μέλος της παγκόσμιας μουσικής σκηνής ούτε ευχήθηκα να μου συμβεί κάτι τέτοιο, προτιμώ την ησυχία μου, εδώ, στο δικό μου γήπεδο. Μακριά κι αγαπημένοι.

Με τι σκοπό γράφονταν τα τραγούδια που τελικά κυκλοφόρησαν στα «Μπαράκια»; Είχες σκοπό να τα κυκλοφορήσεις;
Για μένα, ο σκοπός που γράφονται τα τραγούδια είναι η επαφή με την πραγματικότητα. Οι πιο πολλοί άνθρωποι ζουν με τη φαντασία τους, εκτός πραγματικότητας, σε αντίθεση με τον καλλιτέχνη, που κι αυτός αποσύρεται στη φαντασία του, όσο χρειάζεται όμως για να επιστρέψει στην πραγματικότητα με το έργο του. Για τον καλλιτέχνη τα αδιέξοδα της ζωής είναι δυνατότητες. Γράφει για να νικήσει και να διαλύσει τα εμπόδια που τον αρρωσταίνουν, για να απολαύσει ό,τι οι απαγορεύσεις του απαγορεύουν. Κι αν καταφέρει να εμφυσήσει ζωή στην κατασκευή του, τότε χαρίζει απόλαυση και ψυχαγωγία –προσωρινή έστω– στους συνανθρώπους του και κερδίζει την εκτίμηση και τον θαυμασμό τους. Δεν γράφεις τραγούδια για να γίνουν επιτυχίες. Ο σκοπός του γραψίματος είναι αυτό που λένε οι ψυχολόγοι «αυτοπραγμάτωση». Να νιώθεις ότι η ζωή σου δεν πάει στράφι, ότι είσαι χρήσιμος. Να ασχολείσαι με κάτι, βρε αδερφέ, να φύγεις ήσυχος, για να μην πω χαρούμενος!

Σε εξέπληξε η επιτυχία που είχε ο δίσκος;
Φυσικά και με εξέπληξε αυτή η επιτυχία. Βέβαια, δεν ήρθε αυτόματα. Πέρασε καιρός για να γίνει, αν μπορώ να πω, καθολικά αποδεκτός αυτός ο δίσκος. Δεν ήταν κάτι που επιδίωξα. Αυτό που ήθελα ήταν να τα βγάλω στην κυκλοφορία και να πάω για φρέσκα τραγούδια. Γράφω τραγούδια συνεχώς, είναι ό,τι καλύτερο μπορώ να κάνω, και με ευχαριστεί ιδιαίτερα. 

Τι ποσοστό δυτικής μουσικής –ας πούμε μπαλάντας– και τι ποσοστό ανατολικής –ας πούμε ρεμπέτικο– είχες τότε μέσα σου;
Χονδρικά υπάρχουν δύο τρόποι να τραγουδήσεις. Ο ένας είναι ο ανατολίτικος, με προσωδία, όπως οι ψάλτες, ο μουεζίνης, να τραβάς τα φωνήεντα, να κάνεις τσαλκάντζες, κάτι σαν τον αμανέ, σαν τον Καζαντζίδη ας πούμε και τα σμυρναίικα. Ο άλλος είναι ο δυτικός, ο τονικός, ο κοφτός, χωρίς πολλά ααα, σαν του Σερ Μπιθί. Πιο πολύ μου πάει ο τονικός. Κι οι ρεμπέτες τονικά τραγουδούσαν. Αν ακούσεις από μακριά Βαμβακάρη και Μικ Τζάγκερ, θα δυσκολευτείς να τους ξεχωρίσεις. Μοιάζουν και στη χροιά (λόγω τσιγάρου μάλλον) και στον τρόπο. Η δική μας γλώσσα ευνοεί και τους δύο τρόπους εξίσου. 

Μπορείς να θυμηθείς κάποιο αστείο περιστατικό από τις ηχογραφήσεις;
Το αστείο που θυμάμαι από την ηχογράφηση είναι το εξής: Όταν τραγούδησα «Ερωτόκριτος θα γίνω και τον δράκο θα ξεκάνω», ο ηχολήπτης, ο Πάνος ο Δράκος, με στραβοκοίταξε και διαμαρτυρήθηκε, στην πλάκα βέβαια!

Πόσο σημαντική ήταν συναισθηματικά για σένα η συμμετοχή της Αλίκης στον δίσκο;
Η Αλίκη είναι το καμάρι μου. Κι αν πρέπει οπωσδήποτε να θεωρήσω κάποια τραγούδια σημαντικότερα από τα άλλα, είναι τα δύο που τραγουδάει και το παιδί μου, το «Μικρό» και η «Μπανιέρα».   

Θα μπορούσες να χωρίσεις τη ζωή σου σε δύο εποχές; Πριν από τα «Μπαράκια» και μετά τα «Μπαράκια», ας πούμε;
Θα μπορούσα να χωρίσω τη ζωή μου σε δύο εποχές: πριν τα πενήντα και μετά τα πενήντα. Τώρα βρίσκομαι στη μέση του απογεύματος κι απολαμβάνω ωραία ηλιοβασιλέματα. 

Προτιμάς ακόμη τα μπαράκια από τα καφενεία και τις ταβέρνες; Τι αντιπροσώπευαν τότε για σένα αυτοί οι δύο κόσμοι;
Δε βαριέσαι, όπου μπορούν να μαζευτούν οι άνθρωποι, σε καφενεία, ταβέρνες ή μπαράκια, καλό είναι. Απλά, το καφενείο κι η ταβέρνα πάει πιο πολύ στους μεγάλους, ενώ το μπαράκι μαζεύει πιο νέους. Το μπαράκι έχει και το στοιχείο της φυγής από την πραγματικότητα. Το ημίφως, το σκηνικό, το φλερτ, η μουσική δημιουργούν ένα ελκυστικό μυστήριο. Εξακολουθώ να παίζω σε μπαράκια και μουσικές σκηνές, και πολύ το γουστάρω. Αλλά το ταβερνάκι δίπλα στο κύμα έχει άλλη χάρη. Η μέρα με τη νύχτα, στην κυριολεξία!

Αν ηχογραφούσες σήμερα τα «Μπαράκια» τι θα άλλαζες;
Έχω ηχογραφήσει κατά καιρούς διάφορες εκδοχές των τραγουδιών μου. Για μένα, η δύναμη του τραγουδιού δεν είναι ούτε στην ενορχήστρωση, ούτε στον τραγουδιστή, ούτε καν στη μελωδία και στον στίχο. Φυσικά και πρέπει να είναι άρτια όλα αυτά αλλά η οργανική ενότητα του τραγουδιού, η πραγματική του δύναμη, κρύβεται στην αρμονία. Σύντομα θα κυκλοφορήσει ένα βινύλιο από το Όγδοο, που τα μισά του σχεδόν τραγούδια είναι από τα «Μπαράκια». Κράτησα λοιπόν τους τόνους, τις μελωδίες και τους στίχους κι έκανα καινούργιες εναρμονίσεις. Το τραγούδι είναι πλάσμα ζωντανό κι αλλάζει μαζί μας. 

© Θανάσης Καρατζάς

Τι έχει αλλάξει σήμερα στον τρόπο που σκέφτεσαι για τη μουσική σε σχέση με τότε;
Νεότερος, σκεφτόμουν ή μάλλον ένιωθα τη μουσική σαν καταφύγιο. Τώρα, που ο νους διακρίνει τις λεπτομέρειες κι είναι γεμάτος με μουσική εμπειρία μισού αιώνα, νιώθω το σύμπαν σαν ένα μεγάλο τραγούδι.

Αν και έκανες έναν δίσκο κομμένο και ραμμένο για τον ήχο των Martin, έπαιξες με άλλες κιθάρες (με Takamine, ας πούμε). Κι όταν αγόρασες μια πραγματικά καλή κιθάρα, πήρες μια Larrivee. Γιατί τη διάλεξες σε σχέση με μια Martin;
Ένα καλό όργανο, αξιόπιστο, είναι εκ των ουκ άνευ. Όλες αυτές οι μάρκες, Martin, Gibson, Guild, Fender, Taylor, Takamine, είναι εντάξει, ακόμα και τα φτηνά τους μοντέλα. Με τη Larrivee μου, όμως, είμαι ερωτευμένος σαράντα χρόνια τώρα. Το 1982 έκανα τουρισμό στη Νέα Υόρκη και την είδα να κρέμεται στον τοίχο, στο κιθαράδικο του Mat Oumanov, χαμηλά στο Μανχάταν, και αμέσως την τσίμπησα. Τα πρώτα τριάντα χρόνια δεν την είχα βγάλει από το σπίτι. Τελευταία όμως την παίρνω στα σόλο παιξίματα που κάνω, γιατί έχει μια ηχητική πληρότητα που με ικανοποιεί απόλυτα. Οι κιθάρες είναι σαν τις γυναίκες της ζωής μας. Όλες τις αγαπάμε, κάποιες όμως λίγο παραπάνω!  

Είχες βγει και στην Κέρκυρα κι είχες παίξει τον «Λαθρόβιο», τραγούδι που θα μπορούσε να είναι στα «Μπαράκια». Τι θυμάσαι από εκείνη τη σπουδαία διοργάνωση του Χατζιδάκι;
Τον «Λαθρόβιο» τον τραγούδησα τότε στους αγώνες της Κέρκυρας και είχα την τιμή να με χειροκροτήσει στο τέλος του τραγουδιού μου ένας από τους δασκάλους μου στον στίχο, ο  Νίκος Γκάτσος. Τον ξανατραγούδησα όμως και πριν από δυο-τρία χρόνια, πάλι στην Κέρκυρα, στο σχολείο δεύτερης ευκαιρίας των φυλακών. Συγκλονιστική εμπειρία κι αυτή…

Τελικά, τι νιώθεις να πήρες πίσω από αυτόν τον δίσκο; Τι είναι αυτό που σε κουρδίζει, όπως αναρωτιόσουν στην «Τροχιά»;
Ακόμη αναρωτιέμαι αλλά και δεν καίγομαι να μάθω, η ερώτηση είναι ρητορική. Στ' αλήθεια, δεν υπάρχει παρελθόν και μέλλον, όλα είναι εδώ και τώρα.