Μουσικη

The Ex & Brass Unbound - Enormous Door

Ένας υποδειγματικός δίσκος

Μάκης Μηλάτος
ΤΕΥΧΟΣ 443
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Οι The Ex θα μπορούσαν –τηρουμένων των αναλογιών– να είναι μια αντανάκλαση των Crass στη σημερινή πραγματικότητα.

Αυτός είναι ένας υποδειγματικός δίσκος από ένα συγκρότημα με δημιουργικότητα, συνέπεια, ήθος και ουσία, φτιαγμένος με τον παλιό μερακλίδικο τρόπο, με στέρεα, διαχρονικά υλικά, που δεν βασίζεται σε δάνεια και ανακύκλωση ιδεών, που δεν θέλει να μοιάζει ή να ακούγεται κάπως, που δεν τραβάει κανένα ζόρι, που δεν υποδύεται κάτι. Είναι ένα άλμπουμ με υπόσταση και προσωπικότητα από ένα σύνολο που επί 34 συναπτά έτη δημιουργεί ξέροντας τι θέλει (και κυρίως τι δεν θέλει), που συνεχώς «κυλάει για να μη χορταριάσει», που έχει κοινωνική υπόσταση και ιδεολογία (χωρίς να το κάνει θέμα), που παραμένει στο «περιθώριο» από επιλογή, διασφαλίζοντας έτσι την καλλιτεχνική του ελευθερία. Κάθε φορά που οι The Ex έβλεπαν την επιτυχία να πλησιάζει, έστριβαν στο πρώτο μικρό, σκοτεινό, ταπεινό στενάκι για να γλιτώσουν, χάνονταν στα βάθη της Αφρικής αναζητώντας ήχους και συνεργασίες, εξαφανίζονταν στο σύμπαν της τζαζ ψάχνοντας διαφυγή, απαντούσαν με ανοιχτά μυαλά και συνεργασίες δίνοντάς μας μερικούς από τους καλύτερους δίσκους τους, όπως με τον τσελίστα Tom Cora ή τον Αιθίοπα σαξοφωνίστα Getatchew Mekuria.

n

Μπορεί από το αρχικό σχήμα του 1979 να παραμένει μόνο ο Terrie Hessels, αλλά αυτό δεν έχει κατ’ ελάχιστο αλλοιώσει τη φυσιογνωμία του γκρουπ. Το punk attitude είναι πάντα παρόν, συνεχίζουν να καυτηριάζουν την καταναλωτική κοινωνία και τα δεινά της, να τραγουδάνε για περιπλανήσεις χωρίς προορισμό και να μετατρέπουν τις συναυλίες τους σε μουσικές μυσταγωγίες αλλά και διονυσιακά παραληρήματα. Με την Katherina Bornefeld στα ντραμς να φέρνει στο νου τη Moe Tucker και τη φωνή του Arnold de Boer να θυμίζει Lou Reed και Iggy Pop, οι Velvets αλλά και όλο το παρελθόν του rock n’ roll και του πρωτο-punk είναι πανταχού παρόν στην αισθητική και στον ήχο τους. Χωρίς μπασίστα πια, αλλά με τους κιθαρίστες να παίζουν και με βαρύτονες κιθάρες, με δική τους εταιρεία για να έχουν τον πλήρη έλεγχο της τέχνης τους και να κυκλοφορούν ακόμη και κασέτες όποτε γουστάρουν (όπως τον παλιό καλό καιρό), οι The Ex θα μπορούσαν –τηρουμένων των αναλογιών– να είναι μια αντανάκλαση των Crass στη σημερινή πραγματικότητα.

Και στον καινούργιο τους δίσκο καταφεύγουν στη συνεργασία για να ανθίσουν και να καρποφορήσουν. Ένα κουαρτέτο πνευστών από καταξιωμένους μουσικούς που για την περίσταση ονομάστηκαν: Brass Unbound (όνομα εμπνευσμένο από την θαυμάσια ταινία: «Bewogen Koper») και που θα μπορούσαν να παίζουν με τον Zappa ή τους Funkadelic. Όλοι μαζί, σαν να παίζουν σε live, συνεργάζονται, συμπλέκονται, ανταλλάσσουν, διαφωνούν και συμπλέουν σε ένα όργιο από punk, funk, afrobeat, jazz και αυτοσχεδιασμούς, χωρίς ποτέ να χάνεται το μέτρο. Μελωδίες, ρυθμοί, παιξίματα, φωνητικά, όλα είναι στη θέση τους και λειτουργούν άψογα.


Daemonia Nymphe - Psychostasia

n

Τελικά αν τα μετρήσεις δεν είναι και λίγα τα συγκροτήματα αλλά και οι dj's, οι παραγωγοί, οι μουσικοί καλλιτέχνες εν γένει που είναι πιό γνωστοί στο εξωτερικό και έχουν μεγαλύτερη αποδοχή απ' ότι στην Ελλάδα. Οι Δαιμόνια Νύμφη είναι μιά τέτοια περίπτωση. Ο Σπύρος Γιασαφάκης και η Ευη Στεργίου επιστρέφουν στη δισκογραφία μετά από καιρό, πάλι γιά την γαλλική ετικέτα της Prikosnovenie, πιστοί πάντα στο αρχαίο ελληνικό πνεύμα ως πηγή έμπνευσης, που φαίνεται να γοητεύει περισσότερο τους ξένους παρά τους έλληνες (δυστυχώς). Ορφικοί ύμνοι, αρχαία κείμενα αλλά και μουσικά όργανα που παραπέμπουν στην αρχαιότητα, μαζί με ονειρικές μελωδίες, μυστηριακές τελετουργίες, μάσκες αρχαίας τραγωδίας και νύμφες που χάνονται στο δάσος, φροντισμένα φωνητικά και λυρικές εικόνες συγκροτούν ένα σύνολο ενδιαφέρον, προσωπικό και ιδιαίτερο που -αν έπρεπε να βρούμε κάποια συγγένεια- παραπέμπει στην φόρμα, την αισθητική και την ατμόσφαιρα των Dead Can Dance. Ενα πιστικό άλμπουμ που βρίσκει το ντουέτο σαφώς βελτιωμένο σε όλα τα σημεία σε σχέση με τον προηγούμενο δίσκο τους.


Tango With Lions - A Long Walk

n

Ακούγωντας το πρώτο τραγούδι του δίσκου σκέφτηκα αμέσως πως βρήκαμε τους δικούς μας Pretenders και την δική μας Chrissie Hynde, όμως αυτό είναι μιά στιγμιαία εντύπωση που δεν έχει συνέχεια. Η Κατερίνα Παπαχρήστου επιλέγει έναν πιό χαμιλότονο και ατμοσφαιρικό δρόμο τελικά χωρίς όμως να απουσιάζει το rock attitude. Ολα είναι εδώ βελτιωμένα και λειτουργικά, η μπάντα δουλεύει ρολόϊ και παίζει καθοριστικό ρόλο στην δημιουργιά ενός πιό πλήρους ήχου και μιάς εικόνας που παραπέμπει σε σύνολο και όχι σε one woman show. Ο περίφημος "δεύτερος δύσκολος δίσκος" ακούγεται καλύτερος σε όλα τα σημεία από το ντεμπούτο και όλα πείθουν πως έχουμε λόγο να περιμένουμε τη συνέχεια... 


May Roosevelt - Μουσική σε ποίηση Ντίνου Χριστιανόπουλου

n

Φανερώνοντας ψυχραιμία και εξυπνάδα η May Roosevelt επιλέγει τον "δύσκολο" δρόμο της λιτότητας και της μουσικής ατμόσφαιρας, αντί να "κάνει μαγκιές" και επίδειξη. Αφήνει χώρο στην απαγγελία του Ντίνου Χριστιανόπουλου, που από μόνη της είναι ένα είδος τραγουδιού μ' αυτή τη φωνή κι αυτό το ύφος και με σεβασμό, έμπνευση και λυρική διάθεση δημιουργεί όμορφες μελωδίες με πιάνο και θέρεμιν, ενισχύοντας και υπογραμμίζοντας την δύναμη του λόγου και της ποίησης. Η ελληνική ποίηση έχει υποστεί μεγάλη κακοποίηση από μεγαλόσχημους "μουσικούς" -κυρίως του έντεχνου- που με την δικαιολογία της μελοποίησης έχουν βγάλει τα αποθυμένα τους και έχουν παραμορφώσει τον ποιητικό λόγο, κάνοντας "ταρζανιές" και επιδείξεις εκεί που δεν χρειάζεται. Αν υποθέσουμε πως μιά τέτοια απαγγελία σαν αυτή του Χριστιανόπουλου "χρειάζεται" μουσική, η May Roosevelt το κάνει με τον καλύτερο, τον πιό σεβαστικό και αισθητικά λειτουργικό τρόπο.