Μουσικη

Παύλος Παυλίδης & B-Movies

Ήχοι, στίχοι, μελωδίες, ατμόσφαιρες, όλα λειτουργούν για την ολοκλήρωση ενός δίσκου

Μάκης Μηλάτος
ΤΕΥΧΟΣ 439
1’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ο Παύλος Παυλίδης φτάνει στο καλύτερο σημείο της προσωπικής του πορείας και οι B-Movies λειτουργούν ως μπάντα και όχι ως μουσικοί συνοδείας.

Ζώντας την ελληνική ροκ σκηνή (και τα συν αυτώ) από το 1974 και παρακολουθώντας την «επαγγελματικά» από το 1979, βίωσα όλη αυτή την ένταση και την αμφισβήτηση που υπήρχε επί χρόνια ανάμεσα στις διάφορες «φυλές», καθώς όλοι ήταν εναντίον όλων. Δεν ήταν μόνο ο μέχρις εσχάτων πόλεμος ροκάδων και «καρεκλάδων», ήταν και πολλοί μικροί εμφύλιοι που κρατούσαν διχασμένο το ροκ στρατόπεδο. Οι «παλιοροκάδες» εναντίον των «πάνκηδων» και το αντίστροφο, οι electropop εναντίον του ροκ (γενικώς), οι αγγλόφωνοι εναντίον των ελληνόφωνων και πάει λέγοντας σε μια σειρά αμφίδρομων εντάσεων και διαχωριστικών τειχών.

Δεν αναζητούσαμε όσα μας ένωναν, αλλά όσα μας χώριζαν κι αυτό –ως ίδιον της ελληνικής φυλής– ίσως δίνει μια γενικότερη εξήγηση για όσα συμβαίνουν τώρα. Ειδικά οι πιστοί του «ξενόφερτου» ροκ, ως απόλυτοι «πιουρίστες», δεν είχαν αυτιά για τίποτα άλλο πέραν των πιστών ελληνικών αντιγράφων των ξένων συγκροτημάτων. Όσοι –ας πούμε– χρησιμοποιούσαν ελληνικό στίχο αμέσως υποβιβάζονταν σε κάτι υποδεέστερο, αφού πρόδιδαν το πρωτότυπο κατά ένα βασικό συστατικό. Έπρεπε να περάσουν χρόνια και γενιές για να αρχίσει σιγά-σιγά η σύγκλιση και τα τείχη να γκρεμίζονται. Λίγο ο Σιδηρόπουλος, λίγο ο Αγγελάκας με τις Τρύπες, λίγο ο Παυλίδης με τα Ξύλινα Σπαθιά –που ήταν παιδιά των οποίων οι επιδράσεις προέρχονταν από το καθαρόαιμο, εγκεκριμένο, πιστοποιημένο εναλλακτικό ροκ– συνέβαλαν σε αυτό.

Γιατί τα γράφω όλα αυτά; Γιατί αν ο Παυλίδης είχε κάνει αυτό το δίσκο την εποχή των Ξύλινων Σπαθιών θα είχε «φάει πόρτα» από ένα μεγάλο μέρος του κοινού (και των εναλλακτικών δημοσιογράφων) που τώρα τον αποδέχονται και τον επικροτούν, καθώς τα τείχη πια δεν υπάρχουν και μπορούμε πιο καθαρά (και χωρίς παρωπίδες) να δούμε πως αυτή η παρέα (μπορεί να) είναι οι δικοί μας Pastels ή Belle and Sebastian, θα μπορούσαν να είναι ένα γκρουπ της Cherry Red ή της Acuarela, κι ότι η χρήση των ελληνικών δεν είναι εμπόδιο αλλά, αντιθέτως, προσόν γιατί: «Κι έτσι πια θα ζήσουμε κι εμείς το ρίσκο μας/ στην Πατησίων και στο San Francisco μας/ γράφουν police κι εδώ τα περιπολικά».

Σκέφτομαι πόσα χρόνια μάς πήρε για να καταλάβουμε τα αυτονόητα και με πιάνει θλίψη...

n

Ο Παυλίδης φτάνει εδώ στο καλύτερο σημείο της –μετά τα Ξύλινα Σπαθιά– προσωπικής του πορείας, οι B-Movies λειτουργούν ως μπάντα και όχι ως μουσικοί συνοδείας (κι αυτό φαίνεται απολύτως στο instrumental κομμάτι), οι εικόνες του αποκτούν αυτές τις ανακουφιστικές παστέλ αποχρώσεις που θέλεις να κοιτάς, σαν να λαμβάνεις ωραίες χειροποίητες καρτ-ποστάλ από ένα φίλο που επιμένει να ταξιδεύει, η στιλιζαρισμένη και η ιδιότυπη ερμηνεία του είναι η απαραίτητη «ανορθοδοξία» ώστε τα τραγούδια να μην κινδυνεύουν από τη νόσο του «συμπαθούς τίποτα», ενώ αποκτούν και κάτι από την αύρα του «νέου κύματος». Ήχοι, στίχοι, μελωδίες, ατμόσφαιρες, όλα λειτουργούν για την ολοκλήρωση ενός δίσκου που είναι σαν: απαλό χιόνι που πέφτει, σαν παχύ γρασίδι που κυλιέσαι, σαν δροσερό νερό που βουτάς, σαν σάουντρακ εικόνων που κοιτάς από το παράθυρο του αυτοκινήτου.