Μουσικη

Στο στούντιο του Παύλου Παυλίδη

Ακούγοντας τον καινούργιο του δίσκο «Ιστορίες που ίσως έχουν συμβεί»...

Παναγιώτης Μένεγος
ΤΕΥΧΟΣ 432
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Όταν άνοιξε την πόρτα στο υπέροχο υπόγειο στούντιό του στη Νέα Σμύρνη, τα μάτια του έλαμπαν. Είχε μόλις λάβει μαστεραρισμένο τον καινούργιο του δίσκο . Πάτησε το play, ακούσαμε λίγο, εγώ προσπάθησα να διαχειριστώ τη στιγμή που ένα εφηβικό πόστερ με ρωτάει τη γνώμη μου για τη δουλειά του, εκείνος να βρει «αυτό που πάντα θες να διορθώσεις». Και μετά μιλήσαμε. Για την «κασέτα της ζωής του», τη νομαδική ζωή που πάντα επιδίωκε και τον ορισμό του αληθινού άντρα. Είναι εκείνος «που προστατεύει για πάντα το παιδί που έχει μέσα του»…

Η πρώτη μου μουσική ανάμνηση ήταν κάτι αντίποινα που έκανα στη γειτόνισσά μας στη Βέροια, επειδή μου έκανε ενέσεις όταν ήμουν μικρός. Έπαιρνα μια ψεύτικη, πλαστική κιθάρα και καθόμουν στην αυλή τραγουδώντας δυνατά το “Δεν ήταν Νησί”. Οι στίχοι ήταν του Καζαντζάκη και το μελοποίησε, νομίζω, ο Χατζιδάκις. Στο σπίτι μου υπήρχε ένα φορητό πικάπ που έπαιζε συνέχεια τους εξής δύο: Καζαντζίδη και Μπιθικώτση. Ο πατέρας μου τραγουδούσε καλύτερα από μένα, κάτι που άλλωστε δεν είναι και δύσκολο. Με έπαιρνε καμιά φορά στην οικοδομή και τον άκουγα.

Στην εφηβεία δεν αγόραζα δίσκους. Η τότε πειρατεία ήταν οι κασέτες που παράγγελνες να σου αντιγράψουν στο δισκάδικο. Ζητούσα Σαββόπουλο, Μούτση, αργότερα αγόρασα τη “Μελλισάνθη” του Χατζιδάκι και κάποιους δίσκους του Θεοδωράκη. Παράλληλα, μέσω του Γιάννη Πετρίδη μαθαίναμε τι γινόταν έξω. Πέρασα από το hard rock των πιτσιρικάδων με Black Sabbath, πήρα τα πρώτα άλμπουμ του Bruce Springsteen και στα 17-18 γνώρισα έναν άνθρωπο, τον Γιώργο Σιαμπάνη, 5 χρόνια μεγαλύτερο κι ακόμα φίλο μου, που με μύησε σε καθοριστικές μουσικές. Iggy, Bowie, Lou Reed, ακόμα και πιο περίπλοκα πράγματα, όπως Genesis ή Van Der Graaf Generator.

Η μουσική και το σινεμά ήταν η ουσιαστική μου εκπαίδευση. Στο σχολείο δεν ήμουν καλός ούτε ιδιαίτερα δημοφιλής, γιατί αλλάζαμε διαρκώς πόλεις με την οικογένειά μου (Βέροια, Καβάλα, Ανόβερο, Αθήνα) και ήμουν πάντα ο ξένος. Μάλλον καθοριστικό αυτό για το πώς διαμορφώθηκε ο χαρακτήρας μου.

Τραγούδια ξεκίνησα να γράφω στα 17, χωρίς να έχω κλασική παιδεία. Μου φαινόταν τόσο εξωπραγματικό να παίρνεις μια κιθάρα και τραγουδώντας να δημιουργείς ένα ξεχωριστό συναίσθημα, ένα καινούργιο σύμπαν, που θέλησα να το κάνω. Ακόμα μου φαίνεται έτσι. Στιχάκια, στα οποία διηγούμουν ιστορίες είχα αρχίσει να γράφω νωρίτερα.

Πέρασα στη Νομική της Θεσσαλονίκης, ήταν κάτι σπουδαίο γιατί πλέον θα έφευγα και θα ζούσα στ’ αλήθεια μόνος μου. Πάντα είχα αυτές τις τάσεις φυγής, το είχα επιχειρήσει και μικρότερος. Τότε κάναμε και τα Μωρά Στη Φωτιά. Παίζαμε περίπου 50 διασκευές με την μπάντα, ρουφώντας μουσικές που ακούγαμε στον Ζήλο, τον Φράγκο ή τον Δασκαλόπουλο, και διαβάζαμε στον “Ηχο” και το “Ποπ+Ροκ”. Ακραίες εποχές, ζούσαμε κυριολεκτικά μαζί, κοιμόμασταν στα προβάδικα, είχαμε αποκλείσει την πιθανότητα να γίνουμε διάσημοι, βιώναμε τον δικό μας άγριο τρόπο ζωής για τον οποίο εσύ δεν θες να ξέρεις κι εγώ δεν μετανιώνω. Δεν μπορεί να φανταστεί εύκολα κάποιος σήμερα ότι για να διασχίσεις τότε τα Λαδάδικα και να φτάσεις στο στούντιό σου έπρεπε “να δείξεις ταυτότητα”.

Την περίμενα την έκρηξη του ελληνόφωνου ροκ στα 90s που έζησα με τα Ξύλινα Σπαθιά. Καταρχάς πίστευα στο υλικό μου, είχα σχεδόν γράψει τους δύο πρώτους δίσκους μας στο Παρίσι, που πέρασα 2-3 χρόνια μετά τα Μωρά. Οι στίχοι, μάλιστα, του πρώτου δίσκου ήταν στα αγγλικά. Η αγγλική εκδοχή του “Λιωμένου παγωτού” μιλούσε για μια γάτα που ατενίζει από τα κεραμίδια ένα κοιμητήριο. Νομίζω ήταν πολύ πιο συναρπαστικό. Πάντως, τη μεγάλη επιτυχία, εμπορικά και καλλιτεχνικά, ακόμα την κάνουν όσοι τραγουδάνε στα ελληνικά. Ο ξένος στίχος σε τεράστιο βαθμό μασκαρεύει τις στιχουργικές αδυναμίες.

Με τα Ξύλινα Σπαθιά κάναμε σχεδόν 80 συναυλίες το χρόνο για μια 11ετία. Ήταν ολόκληρη επιχείρηση. Σε μια χώρα, μάλιστα, που δεν είναι καθόλου οργανωμένη για κάτι τέτοιο. Στην επαρχία συναντάς κυρίως ευτράπελα, όχι πάντα δυσάρεστα, αλλά σίγουρα κουραστικά. Μοιραία έφτασα στα όριά μου. Πήγα στην Αμοργό το 2000, όταν ουσιαστικά διαλύθηκαν τα Ξύλινα Σπαθιά. Μέχρι το 2004 έκατσα στο νησί, μου άρεσαν οι χειμώνες παρότι μπορούσαν να είναι μέχρι και βασανιστικοί. Τότε είναι που πέρασα από τα ηλεκτρονικά που είχα ενσωματώσει και στη μουσική μου, ας πούμε τους Leftfield, σε πιο ήρεμα ακούσματα. Ούτως ή άλλως, ο Leonard Cohen ήταν και παραμένει το καταφύγιό μου.

Εκ των πραγμάτων, η δημιουργία είναι μοναχική υπόθεση. Η απομόνωση σε βοηθά να κοιτάς προς τα μέσα, αλλά το ίδιο χρήσιμη, για να γράψεις, είναι και η παρατήρηση. Εγώ θέλω να εξελίσσομαι, να βρίσκω το καινούργιο και να το ταιριάζω με το παλιό, με το ποιος είμαι. Με τα Μωρά Στη Φωτιά τα πράγματα συνέβαιναν χωρίς να τα καταλαβαίνουμε. Στα Ξύλινα Σπαθιά σπούδασα, βελτιώθηκα σαν μουσικός. Σήμερα δεν θέλω να εκλογικεύσω τη δημιουργική διαδικασία, γιατί θα τη βαρεθώ.

Ο καινούργιος δίσκος λέγεται “Ιστορίες που ίσως έχουν συμβεί”. Τόσα χρόνια αυτό κάνω, αυτή τη φορά σκέφτηκα να το βάλω και στον τίτλο. Πάντα αυτά που αφηγούμαι κινούνται μεταξύ του πραγματικού και του φανταστικού, πάντα τοποθετούνται στο αστικό περιβάλλον, αν κι εγώ καμιά φορά ξεχνιέμαι και κατρακυλάω προς τη θάλασσα. Ο δίσκος είναι κάπως άτακτος, δεν ήταν σκοπός μου να μιλήσω για την κρίση και τις συνέπειές της. Αν γίνεται, λειτουργεί έμμεσα. Εκτός ίσως από ένα κομμάτι που αφορά τα όσα γίνονται στη Χαλκιδική και σχεδόν μου το ζήτησε ένας φίλος μου. Επίσης, είναι πολύ ξεκάθαρη κι εμφανής αυτή τη φορά η παρουσία της μπάντας, των B-Movies.

Περισσότερο κι από την κρίση με ενοχλεί η φιλολογία της. Νιώθω ότι γεμίσαμε από δοκίμια καλλιτεχνών κι όχι από ισχυρό καλλιτεχνικό υλικό που να της αντιστέκεται ουσιαστικά. Νομίζω, επίσης, ότι κάποιοι μιλούσαμε π.χ. από τη δεκαετία του ’90 για τα κακώς κείμενα και μας έλεγαν μέχρι και γραφικούς, δεν τα ανακαλύψαμε το 2009. Κι αυτό που με εξοργίζει με τη φιλολογία είναι ότι πάντα είχαμε λόγους να είμαστε θυμωμένοι. Η δήθεν “ευημερία” τα σκέπαζε όλα. Από το να επιστρέψουμε λοιπόν εκεί, προτιμώ να πολεμάμε όπως σήμερα – οτιδήποτε σκληρό συνήθως φέρνει κάτι καλό. Αλλάζουν τα πράγματα, η αλληλεγγύη γίνεται όλο και πιο παρούσα.

Είναι συναρπαστικό να βλέπεις όλα αυτά τα παιδιά που κάνουν συγκροτήματα σήμερα. Είναι πολύ υγιές και μου δημιουργεί αγωνία να ακούσω το επόμενο ελληνόφωνο που θα με συνταράξει. Ένα τέτοιο συναίσθημα μου προκαλεί ο The Boy. Όταν εγκατέλειψε το κέλυφος προστασίας των αγγλικών στίχων με τους εξαιρετικούς Mary & The Boy, έκανε κάτι που με ταρακούνησε και μ’ έκανε να αναρωτηθώ “μου αρέσει τώρα αυτό;”. Αυτό είναι σημαντικό κι εύχομαι να συνεχίσει αυτό το ταξίδι. Κάθε γενιά θέλει τους ήρωές της και θα τους βρει». [Εικονογράφηση: Βασίλης Γκογκτζίλας]

Info: O Παύλος Παυλίδης και οι B-Movies θα παρουσιάσουν το νέο άλμπουμ που κυκλοφορεί από την Inner Ear στις 26/4 στο Gagarin 205 (€13, 10)