Μουσικη

Το soundtrack της πόλης

Μάκης Μηλάτος
ΤΕΥΧΟΣ Guide Winter 2010
9’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ο Αλέξανδρος Βούλγαρης (The Boy), η Μόνικα, ο Βασίλης Χαραλαμπίδης και οι Λάκης &  Άρης Ιωνάς (The Callas) καταγράφουν τις αλλαγές στην ελληνική μουσική σκηνή.

Μια Τετάρτη βράδυ, πριν από μερικά χρόνια, κατέβηκα ως το Bios για να δω τρία καινούργια ελληνικά γκρουπ που μόλις είχαν ξεκινήσει, «ούτε η μάνα τους» δεν τα ήξερε. Ένα απ’ αυτά μου είχε ζητήσει να περάσω για να τους δω live. H επαγγελματική περιέργεια, η ευκαιρία να δω τρία γκρουπ που είχα ακούσει demo τους και είχαν ενδιαφέρον και η ελπίδα ότι θ’ ακούσω κάτι καλό έκαναν τα 60 χλμ. πήγαιν’ έλα στο κέντρο πιο εύκολα, άσε που απαρνήθηκα και το champions league για χάρη της νέας ελληνικής σκηνής. Κι εκεί που περίμενα να δω μερικές δεκάδες άτομα, λίγους φίλους των γκρουπ, μερικούς μουσικούς από άλλα συγκροτήματα, κάποιους που τους βλέπω πάντα και 5-6 δημοσιογράφους από φανζίν και μουσικά sites, έγινε χαμός. Ο χώρος γέμισε ασφυκτικά, ο ενθουσιασμός ήταν σα να έπαιζε ο Buriel κι αισθάνθηκα ξαφνικά τι σημαίνει πραγματικά “talk of the town”.

Στη δεκαετία που μόλις τελειώνει, το σάουντρακ της πόλης άλλαξε. Όπως άλλαξε και το σινεμά, το θέατρο, τα εικαστικά. Νεότερες γενιές δημιουργών σπρώχνουν τα πράγματα μπροστά και προσπαθούν να τα ξεκολλήσουν από τη θανατερή στασιμότητα. Το Do It Yourself άλλαξε τα δεδομένα, όπως και το internet. H υπνωτισμένη κοινή γνώμη, η αδρανής πολιτεία, η συντεχνιακή αντίληψη του πολιτισμού, τα αποπροσανατολισμένα ΜΜΕ δεν είναι πια εμπόδιο. Ο ορίζοντας διευρύνεται κι ένα παράθυρο ανοίγει στον κόσμο. Οι Callas, οι Berlin Brides, οι Marseaux, οι Flakes, o Λάνθιμος, ο Πάνος Κούτρας, ο Ντένης Ηλιάδης, ο G- Pal, o Cayetano, ο David, ο Evripidis (and his tragedies), ο Μιχαήλ Μαρμαρινός και πολλοί ακόμη που παραμένουν στην Ελλάδα «αμφιλεγόμενοι», δικαιώνονται στο εξωτερικό. Οι αποθήκες, τα μισογκρεμισμένα σπίτια, τα εγκαταλελειμμένα εργοστάσια, τα μπαρ (και οι τουαλέτες τους ακόμη) γίνονται χώροι έκφρασης.

Στην Αθήνα αυτής της δεκαετίας πετάνε πυγολαμπίδες. Μπορεί οι προβολείς τού τίποτα που είναι συνέχεια αναμμένοι για να μας τυφλώνουν να μην τους επιτρέπουν να φανούν εύκολα. Όποιος όμως θέλει πραγματικά, μπορεί να τις διακρίνει.

Για το τι ακριβώς συνέβη αυτά τα 10 χρόνια στην πόλη και στο σάουντρακ που τη συνοδεύει μας μιλάνε ή γράφουν τις απόψεις τους τέσσερις από τους πρωταγωνιστές που βίωσαν αυτή τη δεκαετία όχι σαν θεατές αλλά κάνοντας τα πράγματα να συμβούν.

Βασίλης Χαραλαμπίδης

Ιδιοκτήτης του Bios

Το soundtrack της πόλης

«Αυτό που ένιωθα πριν από 10 χρόνια ήταν μια απουσία πραγμάτων. Μου έρχονταν μηνύματα από το εξωτερικό για πράγματα που συνέβαιναν (αρχικά στον τομέα της εικόνας, γιατί είμαι γραφίστας και με ενδιέφερε πολύ) κι ένιωθα μια απομόνωση. Το ίδιο γινόταν και με τη μουσική που άκουγα εκείνο τον καιρό. Έχοντας ξεκινήσει από έναν ήχο ηλεκτρονικής ποπ και προχωρώντας προς την ηλεκτρονική/πειραματική μουσική χωρίς λόγια, έβλεπα ότι δεν υπήρχε επικοινωνία με αυτό που με ενδιέφερε. Δεν ήταν δυνατόν μιά τέτοια εποχή να συνομιλεί μόνο σε τοπικό επίπεδο το πράγμα και να μην έχει καθόλου εισροή και εκροή με αυτό που συμβαίνει στον υπόλοιπο κόσμο. Στην αρχή της δεκαετίας η εποχή χαρακτηριζόταν από μια rave αισθητική, που είχε περισσότερο να κάνει με μια drug κουλτούρα παρά με την ίδια τη μουσική, αλλά και από μια έντονη αναβίωση της αισθητικής του σκυλάδικου, που με τρέλαινε. Έτσι ξεκίνησε η σκέψη ότι πρέπει να κάνουμε κάτι. Μετά από κάποιες σποραδικές ενέργειες καταλήξαμε στην ιδέα ενός φεστιβάλ. Συσπειρώθηκε μια ομάδα και μετά από 2 χρόνια προετοιμασίας κάναμε το πρώτο φεστιβάλ τον Οκτώβριο του 2000. Το πρώτο μας μεγάλο πρόβλημα ήταν ότι οι μουσικοί δεν ήθελαν να έρθουν στην Ελλάδα. Μας έλεγαν “δεν μας αφορά να έρθουμε”, γιατί ήξεραν πως δεν υπήρχε εδώ κάτι ανάλογο. Για να πειστούν έπρεπε να πάμε, να τους γνωρίσουμε, να καταλάβουν ότι αυτό που κάνουν το γνωρίζουμε.

Το φεστιβάλ πραγματοποιήθηκε δύο φορές, σε λιγότερο από ένα χρόνο, κι ενώ φάνηκε πως πήγε απίστευτα καλά, ήταν για μας ένα οικονομικό Βατερλό – ευτυχώς, βγάζαμε τότε λεφτά από το ντιζάιν και τη γραφιστική. Είδαμε όμως για πρώτη φορά το κοινό να σοκάρεται όταν οι Pansonic έβγαζαν περίεργους ήχους από γεννήτριες κι ο F.M. Einheit (Einsturzende Neubauten) τους απαντούσε με κάτι σφυριά και ελάσματα. Ήταν συγκλονιστικό θέαμα και σοκαριστικό ταυτόχρονα. Τότε καταλάβαμε ότι όλο αυτό θα ήταν ένα πυροτέχνημα κι ότι έπρεπε να γίνει κάτι σταθερό, ένας πυρήνας που να προωθεί τον τρόπο σκέψης του φεστιβάλ. Είχα μόλις διαβάσει και τη βιογραφία του Γουόρχολ, τις ιδέες αυτές για το “εργοστάσιο”, και ήθελα να τις ενσωματώσω σ’ ένα χώρο. Επίσης θέλαμε, έχοντας διάφορα καλλιτεχνικά ενδιαφέροντα, να φτιάξουμε κι έναν “παιδότοπο” για μας. Η λέξη παιδότοπος έπαιζε σε όλες τις εσωτερικές συζητήσεις μας. Βρήκαμε λοιπόν αυτό το χώρο, που ήταν επίσης ένα εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο σε άθλια κατάσταση, αλλά δεν είχαμε λεφτά για να τον φτιάξουμε. Με διάφορους “παπατζίδικους” τρόπους κατορθώσαμε να το ξεκινήσουμε. Από την αρχή υπήρξαν εντάσεις και αντιδράσεις σοκ από το κοινό, αλλά και μια έντονη συλλογική δυναμική. Κάναμε τις πρώτες λάπτοπ-συναυλίες στην πόλη –ήρθαν κάποιοι τύποι, άνοιξαν το λάπτοπ τους σε ένα τραπέζι κι έπαιξαν αυτό που ήταν προηχογραφημένο–, κάτι που ήταν πρωτόγνωρο.

Άλλοι έφευγαν, άλλοι ενθουσιάζονταν, άλλοι ήθελαν να κάνουν κάτι παρόμοιο. Τότε είχαμε διοργανώσει περισσότερες από 100 συναυλίες το χρόνο –κι άλλες τόσες με ελληνικά σχήματα–, ώσπου άρχισαν να εμφανίζονται διάφοροι από άλλους χώρους, εκτός μουσικής, που μας ζητούσαν το χώρο, ήθελαν κι αυτοί να κάνουν εδώ πράγματα, αλλά εμείς αρχικά ήμασταν κουμπωμένοι. Αυτό γιατί προερχόμασταν από μια “οπτικοακουστική” γενιά, ενώ οι “καινούργιοι” ανήκαν ήδη στην επόμενη γενιά που επανέφερε στην καλλιτεχνική δράση την υπόθεση σώμα. Έτσι αρχίσαμε να δίνουμε τους πάνω χώρους –που τότε ακόμη στάζανε και ήταν γεμάτοι μούχλα, αλλά αυτό άρεσε– σε χορογράφους και θεατρικές ομάδες και γίνονταν ταυτόχρονα ένα σωρό πράγματα. Μπορούσες να κυκλοφορείς ανάμεσα στα δωμάτια και να βλέπεις και κάτι διαφορετικό. Κουφά πράγματα...

Έτσι, κάτι που ξεκίνησε για τη μουσική και την εικόνα άνοιξε τελικά και προς τις παραστατικές τέχνες και σιγά-σιγά το Bios έγινε πολύ γνωστό, κυρίως στους μουσικούς/καλλιτεχνικούς κύκλους στο εξωτερικό. Εδώ, όχι και τόσο! Αυτή η καθημερινή μουσική δραστηριότητα με μουσικούς και μουσικές που δεν υπήρχαν πριν στην πόλη, έφεραν και τις επιρροές. Άρχισαν να έρχονται διάφορα σχήματα που ήθελαν να αναπαράγουν, συνειδητά ή ασυνείδητα, όσα είχαν δει να συμβαίνουν εδώ. Το Bios έγινε, λοιπόν, η σύγχρονη εκδοχή αυτού που υπήρχε και παλιότερα: ένα καλλιτεχνικό καφενείο, δηλαδή, όπου έρχονται άνθρωποι και παράγουν ιδέες ή αναπαράγουν τις ιδέες που έχουν δει ή συναντιούνται για να δημιουργήσουν κάτι νέο.

Μέσα σε 10 χρόνια άλλαξαν πολλά. Αυτές οι μουσικές που τώρα ακούγονται παντού και γίνονται κι από Έλληνες μουσικούς, τότε δεν ακούγονταν καθόλου. Τώρα πια όχι μόνο ζούμε μ’ αυτό, αλλά το έχουμε ξεπεράσει. Ζούμε μετά απ’ αυτό.

Έχει ανοίξει, νομίζω η αντίληψη του τι θα μπορούσε να είναι κάτι. Ότι η καλλιτεχνική δημιουργία ξεκινάει από το τίποτα κι ο άνθρωπος είναι που την κάνει. Η εικόνα ενός τύπου που κάθεται, χωρίς να μιλάει, πίσω από ένα λάπτοπ και παίζει μουσική σαν να γράφει ένα κείμενο, είναι όχι απλώς αποδεκτή αλλά απολύτως κανονική»

Monika

Μουσικός

Το soundtrack της πόλης

«Δεκαετία των 00s. Aκόμα και από το συμβολισμό αυτής της εποχής καταλαβαίνεις ότι μιλάμε για ένα ξεκίνημα. Ένα ακόμα. Θα ’λεγε κανείς ότι μοιάζει με το απειροστικό +00. Όταν μπήκαμε στον 21o αιώνα και μας άφησε ο αριθμός εννέα, άκουγα τους μεγαλύτερους σε ηλικία ροκάδες να λένε: “Και τώρα τι; Πάνε οι ωραίες εποχές;”. Και αναρωτιόμουν: “Γκαντεμιά! Τώρα που μεγάλωσα κι εγώ, δεν θα έχουμε Ξύλινα Σπαθιά, Τρύπες, Oνειροπαγίδα; Και εκείνοι οι Radiohead, Nirvana, Oasis, Smashing Pumpkins... πάει, δεν θα τους δω ποτέ;”. Αλλά, για μια στιγμή... Τα ίδια δεν λέγανε και τη δεκαετία του ’60, που από τότε κι ύστερα δεκάδες “τεράστια” ονόματα άλλαξαν πάλι τη μουσική πραγματικότητα και εξακολουθούν να το κάνουν; Πιστεύω ότι θα ζήσω ακόμα πιο δυνατές μουσικές εμπειρίες! Ελληνίδα δεν είμαι; Εδώ θα ζήσω μεγάλες στιγμές με ελληνικά συγκροτήματα! Για να δούμε, τι έχει απόψε από συναυλίες; Κάπως έτσι σκέφτηκα την 1η Γενάρη του 2003, όταν πήγα στο Μικρό Μουσικό Θέατρο για να δω τους Relevant Box να γράφουν ιστορία... Έτσι έχουν τα πράγματα, λοιπόν. Μπορεί οι περασμένες δεκαετίες να είχαν τις επιτυχίες τους, αλλά και η δική μας δεν πήγε πίσω. Θα εστιάσω στην ανάπτυξη της αγγλόφωνης και ελληνόφωνης ποπ και ροκ κουλτούρας. Δεν ξέρω τι να πρωτοαναφέρω. Τα φεστιβάλ γεμάτα επίκαιρα ονόματα, που κατέκλυσαν την πόλη μας; Τους δίσκους που κυκλοφόρησαν; Μπορεί η δισκογραφία να “πεθαίνει”, όπως λένε, αλλά γιατί όλοι σχεδόν οι ελληνικοί δίσκοι έχουν επιμεληθεί με τόση προσοχή και αγάπη τα artworks (βλέπε 2L8, My Wet Calvin κ.ά.); O Αγγελάκας ακόμα γεμίζει ασφυκτικά το Gagarin, όμως θυμάμαι πιο έντονα την αποκάλυψη των Mary and the Boy το 2006. Ο Παυλίδης είναι ακόμα εδώ! Και ανατριχιάζω κάθε φορά που τον ακούω, όμως γιατί το live των Raining Pleasure στο Ρόδον το 2002 δεν φεύγει απ’ το μυαλό μου; Τα δέκα τελευταία χρόνια μάς αποκάλυψαν τη μελαγχολία των Your Hand In Mine, τη δραματικότητα του Boy, τις αέρινες μελωδίες του Κ. Βήτα, την πνευματώδη αναστάτωση του Eyripidis And Hid Τragedies, το άγριο ξέσπασμα των Vodka Juniors, τις διφωνίες των Modrec, τους αριστουργηματικούς Night on Earth και πολλά άλλα. Κάπου ανάμεσα σε όλη αυτή τη νοσταλγία, αναζητήσαμε μια χαμογελαστή εκτόνωση. Στο σημείο αυτό ξεπετάχτηκε ο Μαραβέγιας, ο καλός μας Μαραβέγιας, που μας κάνει να λιώνουμε στο χορό! Στη συνέχεια η Νατάσσα Μποφίλιου θα μας υπενθυμίσει ότι ακόμα γεννιούνται φωνάρες.

Το πιο σημαντικό, όμως, για μένα είναι πως ταλέντα θα υπάρχουν πάντα, και το πιστεύω ακράδαντα. Το πραγματικό στοίχημα που είχε βάλει η ελληνική μουσική σκηνή ήταν να κερδίσει την αξιοπρέπειά της και την προσοχή που της αρμόζει. Αυτά τα χρόνια, λοιπόν, το βλέπω κι εγώ απ’ τη μουσική μου, διεκδικούνται οι κατάλληλες συνθήκες ώστε να μπορέσει ένας μουσικός να προβάλει τη δουλειά του, όπως του αρμόζει. Υπάρχουν πια κατάλληλοι μουσικοί χώροι, μια συνομοταξία δημοσιογράφων και εντύπων που υποστηρίζουν τη μουσική κινητικότητα και κυρίως ένα εκπαιδευμένο κοινό που δεν προσπερνάει έτσι εύκολα τις ωραίες μουσικές που τριγυρίζουν στ’ αυτιά του – ας μην ξεχνάμε το ντοκιμαντέρ “Approaching of the hour” και το “Velvet Bus”, αξιέπαινες παραγωγές που, αν μη τι άλλο, ανέβασαν στα ύψη το ηθικό μας. Το ίντερνετ των 00s επιτάχυνε την αναγνωρισιμότητα, τις γνώσεις, τις επιλογές, τις αμφιβολίες, την αναμετάδοση, την εξερεύνηση, τις απαιτήσεις. Θέλω να πω ότι είμαι αισιόδοξη για την εποχή μας. Η καλλιτεχνική κοινότητα πάντα αναγκαζόταν να μασκαρευτεί χαμαιλέων για να σταθεί στο ύψος της. Αυτή δεν είναι και η ομορφιά της ανθρωπότητας; Η μαγκιά είναι να ξεχωρίσεις μέσα σ’ όλο το χαμό και να επιμείνεις στα θετικά που σου προσφέρει η δεκαετία. Σε μας, καλώς ή κακώς, μας έτυχε το overdose. Το συμπέρασμα είναι ότι η γενιά μας και η Ελλαδίτσα μας τα κατάφεραν μια χαρά. Είμαι πολύ περήφανη  για όλες τις μουσικές εξελίξεις που βίωσα αυτά τα χρόνια. Αγαπητοί συνάδελφοι, κρατάτε γερά, τώρα που πήραμε μπρος!;»

Αλέξανδρος Βούλγαρης/ The Boy

Μουσικός & σκηνοθέτης

«Δεν μου αρέσουν οι γιορτές, οι λίστες και τα επετειακά events. Δεν μου αρέσει να θυμάμαι αυτούς που έφυγαν μόνο τη μέρα του θανάτου τους. Δεν μου αρέσει να σκέφτομαι μουσικά είδη, ταμπελάκια που να μου λένε πώς να σκέφτομαι και τι να κάνω. Γι’ αυτόν το λόγο προσπαθώ, τώρα που τελειώνει η δεκαετία, να μην το σκέφτομαι. Για μένα τα πάντα ήταν, είναι και θα είναι μία συνεχής προσπάθεια αναζήτησης του εαυτού μας, χωρίς ημερομηνία λήξης. Με αυτό το σκεπτικό προσπαθώ να προσεγγίσω τα τελευταία δέκα χρόνια που έζησα και κινήθηκα στο κέντρο της Αθήνας. Το απόσταγμα είναι ότι για άλλη μια φορά η Αθήνα στάθηκε ανάξια να αναγνωρίσει και να υπερασπιστεί τα πραγματικά μοναδικά πράγματα που συνέβαιναν εδώ. Τελειώνει η δεκαετία και ακούω με τους φίλους μου «Χωρίς Περιδέραιο» και «Συνθετικούς», δύο πολύ σημαντικά συγκροτήματα της δεκαετίας του ’80, που, τριάντα χρόνια μετά τη δράση τους, λίγοι ακόμα γνωρίζουμε. Ελπίζω κάποτε να μάθουμε να μη φοβόμαστε το καινούργιο, το προσωπικό και το πραγματικά ιδιαίτερο. Αυτή η χώρα χρειάζεται επειγόντως ψυχανάλυση. Πιστεύω ότι και μετά τα γεγονότα του περσινού Δεκέμβρη περνάμε σε μια δεκαετία απότομης ενηλικίωσης»

Λάκης &  Άρης Ιωνάς/The Callas

Μουσικοί,εικαστικοί, εκδότες του "Velvet"

«Η δεκαετία ξεκινάει για μας το 2001, όταν πήγαμε στο Λονδίνο να κάνουμε ένα master σε fine arts και ήρθαμε σε επαφή με εικαστικές δράσεις, συναυλίες και εκδηλώσεις, και καταλάβαμε πως μπορούν να γίνουν πράγματα όταν τα θέλεις και τα πιστεύεις. Αυτό ήταν που μας έδωσε ώθηση και σκεφτήκαμε: “Γιατί όχι και στην Αθήνα...”. Κι αυτό ξεκινήσαμε να κάνουμε όταν γυρίσαμε. Υπήρχε ήδη εδώ ένα κλίμα “κάν’ το μόνος σου”, και στη μουσική και στα εικαστικά. Πολλοί καλλιτέχνες ήθελαν να κάνουν πράγματα, αλλά δεν υπήρχαν τότε οι αντίστοιχες γκαλερί –όσες υπήρχαν είχαν τελείως διαφορετικές αντιλήψεις για την τέχνη και την έκφραση– κι έτσι ξεκίνησαν εκθέσεις σε σπίτια και διάφορους άλλους χώρους, ενώ οι μουσικοί άρχισαν να ξεφεύγουν από την άποψη ότι χωρίς εταιρεία δεν πας πουθενά. Μέσω του myspace άρχισαν να παρουσιάζουν τη μουσική τους και να τη διακινούν με άλλους τρόπους. Η φάση αυτή πήρε διαστάσεις το 2004-2005 και τότε ήταν που αποφασίσαμε να βγάλουμε το “Velvet”, συγκεντρώνοντας όλα τα πράγματα που μας ενδιαφέρουν και που δεν έβρισκαν τότε άλλον τρόπο έκφρασης. Συγκεντρώθηκε γύρω μας μια ομάδα ανθρώπων, χωρίς τη βοήθεια των οποίων δεν θα είχαμε καταφέρει τίποτα, και ξεκινήσαμε. Το κοινό της μουσικής που μας ενδιέφερε ήταν μικρό, το κοινό στα εικαστικά επίσης και στο νέο σινεμά, όπως και στις άλλες τέχνες, αλλά αν τα συνδυάζαμε όλα μαζί, τότε το κοινό θα μεγάλωνε. Σιγά-σιγά αυτό άρχισε να συμβαίνει.

Θυμόμαστε μια συναυλία στο Bios –ήταν μάλλον 2005– με τους Mary and the Boy, τους My Wet Calvin κι εμάς, που μαζεύτηκε πολύς κόσμος κι έγινε χαμός. Ήμασταν τρία γκρουπ που το καθένα με τον τρόπο του είχε και μία εικαστική διάσταση σε αυτό που έκανε, με την εμφάνιση, τις εγκαταστάσεις ή το χορό. Η αντίδραση του κόσμου ήταν πολύ θετική κι αυτό έδειχνε πως οι συνδυαστικές δράσεις έβρισκαν ανταπόκριση, και μετά άρχισαν τα γκρουπ να παίζουν σε εγκαίνια γκαλερί, οι νέοι σκηνοθέτες να κάνουν τα βιντεοκλίπ των συγκροτημάτων ή τα γκρουπ να γράφουν τη μουσική για ταινίες ή θεατρικά νέων ομάδων. Άνοιξαν και αρκετές γκαλερί που έδιναν χώρο σε αυτές τις τάσεις, άρχισαν να κυκλοφορούν τα free press, που βοήθησαν πολύ όλη αυτή τη φάση, άνοιξαν μαγαζιά, άρχισε το Bios και φτάσαμε ως το Six D.O.G.S., το Vinyl Microstore, που κι αυτό έπαιξε το ρόλο του, οργανώθηκαν φεστιβάλ, δημιουργήθηκε δηλαδή ένα πλαίσιο που βοήθησε. Αυτό είναι το κυριότερο που συνέβη σε αυτή τη δεκαετία. Τώρα, όμως, που τελειώνει και ξεκινάει μια άλλη, βρισκόμαστε πάλι σε καμπή. Τι θα γίνει από δω και πέρα; Πώς μπορούν να προχωρήσουν κι άλλο τα πράγματα; Δυστυχώς απουσιάζει η κρατική υποστήριξη, μας λείπει αυτό που έγινε, ας πούμε, στον Καναδά ή τη Σουηδία, και το πράγμα πήγε μπροστά. Δεν μιλάμε για τίποτα τρελό... Με τα λεφτά της Eurovision, ας πούμε, θα μπορούσαν να βοηθηθούν πολλοί νέοι άνθρωποι. Αλλά...»