More in Culture

Βιβλία ζωγραφικής, τεχνητή νοημοσύνη και η τρέλα του να ζεις

Τι μας έχει απομείνει πέρα από το να ζωγραφίζουμε τα ανόητα, ανούσια και πανέμορφα βιβλιαράκια μας ενώ αδειάζουμε τον εγκέφαλό μας

Ελένη Χελιώτη
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Γιατί, σε έναν κόσμο γεμάτο τεχνητή νοημοσύνη, φόβο και χάος, καταφεύγουμε στα βιβλία ζωγραφικής για να βρούμε λίγη ηρεμία και ομορφιά.

Έχω τρία βιβλία ζωγραφικής, το ομολογώ. Εγώ, ένας άνθρωπος που όχι απλά δεν φημίζεται για την καλλιτεχνία του στη ζωγραφική, αλλά που στο γυμνάσιο έβαζα τη μεγάλη μου αδερφή να μου κάνει τις εργασίες στα καλλιτεχνικά, όχι γιατί βαριόμουν αλλά γιατί απλά δεν μπορώ να ζωγραφίσω ικανοποιητικά ούτε ένα σπιτάκι με παράθυρα ― ξέρετε, αυτά τα κλασσικά που κάναμε με την καμινάδα, τα κεραμίδια, και το δεντράκι δίπλα για ντεκόρ.

Με τους μαρκαδόρους που χρησιμοποιώ ενίοτε στη δουλειά μου και κάτι ξυλομπογιές που έχω αγοράσει εδώ και χρόνια, θα υπάρξουν στιγμές που ενώ κάθομαι στο γραφείο μου και χαζεύω κάτι ασήμαντο σε μία ακόμα πλατφόρμα που πληρώνω, θα ανοίξω ένα από αυτά, θα βάλω δίπλα μου τις ξυλομπογιές ―αυτές προτιμώ συνήθως― και θα αφήσω τον εαυτό μου να χαλαρώσει ενώ κυρίως ακούω αυτό που υποτίθεται ότι έβαλα να δω.

Ξέρω ότι δεν είμαι όμως μόνη σε αυτό. Και αυτό φαίνεται ξεκάθαρα στην ποσότητα και ποικιλομορφία βιβλίων ζωγραφικής για ενήλικες που υπάρχουν σε βιβλιοπωλεία και άλλα καταστήματα. Παρατηρώ τώρα ότι ένα από αυτά που έχω λέει 6+ στο πίσω μέρος ― μια αρχή, αλλά όχι ένα τέλος. Όχι, δεν είναι το μικρό παιδί μέσα μας που ξαναζωντανεύει ή έχει μείνει ανικανοποίητο με κάποιον τρόπο. Ούτε παλιμπαιδίζουμε όταν επιλέγουμε με προσοχή τα χρώματα που θα χρησιμοποιήσουμε ή αντίστοιχα βγαίνουμε άναρχα από τις γραμμές χωρίς να μας νοιάζει.

© Unsplash+

Φοβάμαι ότι θα σας απογοητεύσω ισχυριζόμενη ότι δεν πιστεύω ότι υπάρχει κάποιο βαθύτερο νόημα πίσω από μια τέτοια δραστηριότητα πέραν του γεγονότος ότι μας ηρεμεί, και μας επιτρέπει να καταπιανόμαστε με κάτι έστω επαγωγικά δημιουργικό, ή απλά όμορφο, ενώ επιτρέπουμε στο μυαλό μας να πάψει να σκέφτεται ― τα προβλήματα, την καθημερινότητα, οτιδήποτε πρέπει να γίνει, τις υποχρεώσεις, κτλ.

Τα βιβλία ζωγραφικής σχεδιάστηκαν αρχικά για ενήλικες, πριν από εκατοντάδες χρόνια, κοντά στα τέλη του 18ου αιώνα, και πιο συγκεκριμένα προορίζονταν για τους αριστοκράτες και πολύ αργότερα πέρασε στα χέρια των παιδιών. Αυτό που συχνά θεωρείται το πρώτο βιβλίο ζωγραφικής για παιδιά είναι το «Little Folks’ Painting Book» που κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1879 από τους McLoughlin Brothers με σχέδια της Kate Greenaway. Δεν μας εκπλήσσει το γεγονός ότι ήταν κατά τη διάρκεια της πανδημίας του Covid ήταν η τελευταία φορά που τα βιβλία ζωγραφικής για ενήλικες γνώρισαν μεγάλη δημοτικότητα, μετά την αρχική τους ανοδική πορεία το 2015.

Δεν με εκπλήσσει όμως η ανανεωμένη δημοτικότητά τους δεδομένων των συνθηκών του κόσμου γύρω μας.

Αυτοσκοτωνόμαστε σωρηδόν σαν να μην υπάρχει αύριο, βλάπτουμε τα παιδιά μας, τα παιδιά μας βλάπτουν το ένα το άλλο ή τον εαυτό τους, η ΤΝ θα μας αφανίσει μέχρι το τέλος αυτής της δεκαετίας και εμείς τη χρησιμοποιούμε ακατάπαυστα για να δούμε πως θα είμασταν στιλιστικά εάν ήμασταν ενήλικες τη δεκαετία του 1980 για να αναρτήσουμε τη φωτογραφία στο Instagram, ή για να μας δώσει συμβουλές για πράγματα που είτε θα έπρεπε να σκεφτούμε μόνοι μας αλλά βαριόμαστε, ή θα έπρεπε να συζητάμε με δικούς μας ανθρώπους.

Δεν μας εκπλήσσει τίποτα πια, ούτε μας ταρακουνάει αρκετά για να αλλάξουμε κάτι. Τον τελευταίο μόνο μήνα και ο Μπιλ Γκέιτς ―ο οποίος παρεμπιπτόντως «ξεχάσαμε» ήδη ότι είναι στον φάκελο του Τζέφρι Έπστιν― και ο τυπάκος που δούλευε στην εταιρία Anthropic, Τζέικομπ Κόξον, μας έχουν προειδοποιήσει έντονα για τους επικείμενους κινδύνους της ΤΝ τα επόμενα χρόνια, και εμείς σφυρίζουμε κλέφτικα και χρωματίζουμε κήπους με cute ζωάκια που πίνουν καφέ στην εξοχή.

Το «αστείο» είναι ότι αισθάνομαι περίεργα ακόμα και να μιλάω γι’ αυτό. Αυτή την παράνοια τού να βλέπεις τι γίνεται γύρω σου αλλά να συνεχίζεις κανονικά με τη ζωή σου, γιατί, τι άλλο θα κάνεις; Τι άλλο μπορείς να κάνεις;

Είχα μια κουβέντα με έναν φίλο πριν λίγες ημέρες, και ενώ του έλεγα κάτι που αφορούσε τη δουλειά μου, μού είπε «γιατί δεν χρησιμοποιείς την ΤΝ να…» και τον σταμάτησα εκεί. Του είπα ότι δεν το χρησιμοποιώ. Είμαι εντελώς ενάντια σε αυτό και δεν θέλω να το χρησιμοποιήσω για τίποτα, πόσο μάλλον για τη δουλειά μου, πόσο μάλλον από τη στιγμή που γνωρίζω ότι ήδη άθελά μου το «χρησιμοποιώ» όταν ψάχνω για οτιδήποτε στο Google και η πρώτη απάντηση που εμφανίζεται λέει «AI Overview».

Πες με οπισθοδρομική, πες με απόλυτη, πες με ότι θες, αλλά δε θέλω. Δεν το παίζω Σάρα Κόνορ. Και αν ο φίλος μου δεν με είχε ρωτήσει, δεν θα το είχα αναφέρει ποτέ σαν θέμα, ούτε θα τον ρωτούσα ή κατηγορούσα γιατί το χρησιμοποιεί εκείνος. Σε μεγάλες τεχνολογικές «εκρήξεις» τέτοιου είδους, αναπόφευκτα θα τεθεί το ερώτημα «αντιστεκόμαστε επειδή δεν το ξέρουμε, δεν το εμπιστευόμαστε, το φοβόμαστε, ή γιατί δεν θέλουμε την αλλαγή και ό,τι αυτή μπορεί να φέρει;»

Τείνουμε, η αλήθεια είναι, σαν είδος, να φέρνουμε την καταστροφή με οτιδήποτε καινούριο που δεν μπορούμε να αντιληφθούμε πλήρως και δεν έχουμε προλάβει ακόμα να χωνέψουμε. Θυμάστε τι είχε ειπωθεί τότε με το CERN στην Ελβετία; Με τα κινητά τηλέφωνα; Με τι ακόμα λέγεται για τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης―τα οποία βεβαίως αληθεύουν αλλά δεν έχει σταματήσει κανέναν από το να τα χρησιμοποιεί; Με το διαδίκτυο καθαυτό; Για να μη μιλήσω για τη φοβία του ερχομού του 21ου αιώνα και τι χάος θα προκαλούσε στις ηλεκτρονικές μας συσκευές και το διαδίκτυο γενικότερα.

Το γεγονός ότι πια υπάρχει μια παγκόσμια πλατφόρμα μέσω της οποίας μπορεί ο οποιοσδήποτε από οπουδήποτε να «πουλήσει» οτιδήποτε, είναι ένα πρόβλημα. Βαλλόμεθα πανταχόθεν, που λέγανε και οι παλιοί, και το τοπίο θολώνει πριν καν πάρει μορφή.

Οπότε; Τι μας έχει απομείνει πέρα από το να ζωγραφίζουμε τα ανόητα, ανούσια και πανέμορφα βιβλιαράκια μας ενώ αδειάζουμε τον εγκέφαλό μας από την εκάστοτε φρίκη du jour; Funny you should ask.

© Andrey Novik on Unsplash

Χαζεύοντας σήμερα διάφορα άρθρα στο New York Times, τα περισσότερα εκ των οποίων αφορούσαν τις συμφορές που μας έχουν βρει τις τελευταίες εβδομάδες παγκοσμίως, έπεσα πάνω σε ένα με τον τίτλο «The World Is a Room With a Piano Waiting to Be Played» (Ο κόσμος είναι ένα δωμάτιο με ένα πιάνο που περιμένει κάποιον να το παίξει). Τι παράξενος τίτλος, σκέφτηκα. Δεν μπορούσα να φανταστώ τι θέλει να πει, και έτσι ξεκίνησα να το διαβάζω.

Ο συγγραφέας του άρθρου, Ρότζερ Ρόζενμπλατ, ουσιαστικά μιλάει για το γεγονός ότι όσο μεγαλώνει, τόσο περισσότερο εκτιμά τα μικρά πράγματα στη ζωή. Δεν αναφέρεται στα όμορφα τοπία ή τη φύση, αλλά στα μικρά «θαύματα»―τα πράγματα που περιέχουν ίχνη μαγείας και ομορφιάς―τα οποία όταν είμαστε νεότεροι τείνουμε να παραβλέπουμε ή να θεωρούμε δεδομένα. Αυτά είναι μικρές συμπτώσεις ή εκπλήξεις, μια ευχάριστη ή χαρούμενη αλληλεπίδραση με κάποιον: μια ανθολογία μικρών θαυμάτων.

Εστιάζει όμως επίσης και σε αυτά που δεν μπορούμε απαραίτητα να δούμε ή απλά δεν γνωρίζουμε, όπως για παράδειγμα την εξέλιξη και έρευνα για τον καρκίνο που έχει διεξαχθεί τα τελευταία 25 χρόνια και η οποία έχει οδηγήσει σε θεραπείες που έχουν σώσει ζωές, την ομορφιά του να μαθαίνουμε κάτι καινούριο, την αλχημεία της γλώσσας, και πολλά άλλα. Αναρωτιέται κάποια στιγμή πώς τα βρίσκουμε όλα αυτά και ο ίδιος απαντά πως, συχνά, σε βρίσκουν εκείνα. 

Πρέπει όμως να δώσεις χώρο, πρέπει να είσαι ανοιχτός να τα δεις, πρέπει να μην φοβάσαι. Πρέπει να μπορείς να δεις το πιάνο στο δωμάτιο, και να σκεφτείς ότι περιμένει κάποιον να το παίξει. Ας εστιάσουμε λοιπόν σε αυτά. Ας χρωματίσουμε το όμορφο, μικρό, ασήμαντο αυτό βιβλιαράκι μας.