More in Culture

Σύγχρονος φωτισμός στο βυζαντινό οχυρωματικό συνόλο της Θεσσαλονίκης Επταπύργιο, Λευκός Πύργος και τείχη

«Συμβάλλουμε καθοριστικά στην αναβάθμιση του πολιτιστικού τοπίου της πόλης» τονίζει η Λίνα Μενδώνη

Newsroom
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η ανάδειξη του μοναδικού βυζαντινού οχυρωματικού συνόλου της Θεσσαλονίκης - Επταπύργιο, Λευκός Πύργος και τείχη- ολοκληρώνεται με τον φωτισμό του

Ολοκληρώνεται το έργο αποκατάστασης και της ανάδειξης του μοναδικού οχυρωματικού συνόλου της Θεσσαλονίκης, του Επταπυργίου, του Λευκού Πύργου και των βυζαντινών τειχών της πόλης, αναδεικνύοντάς τα, με σύγχρονο φωτισμό.

Το έργο υλοποιείται με δωρεά προς το Υπουργείο Πολιτισμού της εταιρείας «ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΣ Α.Ε.». Με χρηματοδότηση από το Ταμείο Ανάκαμψης και το Περιφερειακό Επιχειρησιακό Πρόγραμμα «Κεντρική Μακεδονία» του ΕΣΠΑ, έχουν περαιωθεί κρίσιμα έργα αποκατάστασης βυζαντινών μνημείων, ενώ μέχρι το τέλος του 2026 ολοκληρώνεται και το μεγάλο έργο της συντήρησης και ανάδειξης των βόρειων, βορειοδυτικών και δυτικών τειχών. Τα βυζαντινά τείχη της Θεσσαλονίκης, μνημείο μείζονος ιστορικής και αρχαιολογικής σημασίας, από το 1988 περιλαμβάνονται στον Κατάλογο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO.

Το φρουριακό συγκρότημα του Επταπυργίου

«Από το 2019, εκτελέστηκαν και εκτελούνται μείζονες παρεμβάσεις στο σύνολο των βυζαντινών μνημείων της Θεσσαλονίκης. Η προστασία, η αποκατάσταση και η ανάδειξη των βυζαντινών τειχών της Θεσσαλονίκης αποτέλεσαν προτεραιότητα του Υπουργείου Πολιτισμού. Τα σωζόμενα τμήματα, με τους πολυάριθμους πύργους και τις πύλες, αποτελούν πολύτιμους μάρτυρες της μακραίωνης ιστορίας της Θεσσαλονίκης. Το έργο αποκατάστασης του οχυρωματικού συνόλου ολοκληρώνεται τώρα με μια καθοριστική παρέμβαση: Τον φωτισμό του Επταπυργίου, του Λευκού Πύργου και των τειχών. Η φωτιστική ανάδειξή του προσφέρει μια σύγχρονη αισθητική προσέγγιση που αναδεικνύει την ιστορική αξία των μνημείων και την αρχιτεκτονική τους αρτιότητα. Αποσκοπεί στην καθαρή και ευκρινή ανάγνωση του όγκου και της γεωμετρίας τους, τόσο από κοντινή απόσταση όσο και από πιο μακρινά και διαφορετικά σημεία θέασης. Το έργο αποτελεί το επιστέγασμα του συνολικού σχεδιασμού του Υπουργείου Πολιτισμού για την προστασία, την αποκατάσταση και την ανάδειξη του μοναδικού αυτού μνημείου, ολοκληρώνοντας τον σχεδιασμό μας για τον φωτισμό των μνημείων της Θεσσαλονίκης που βρίσκονται εντός του αστικού της ιστού και κατά μήκος της Εγνατίας. Ετσι, συμβάλλουμε καθοριστικά στην αναβάθμιση του πολιτιστικού τοπίου της πόλης και στη βελτίωση της καθημερινότητας των Θεσσαλονικέων. Ένα μεγάλο ευχαριστώ στον Ευάγγελο Μυτιληναίο για τη γενναιόδωρη δωρεά του προς τη Θεσσαλονίκη και το Υπουργείο Πολιτισμού», δήλωσε η υπουργός Πολιτισμού, Λίνα Μενδώνη. 

Οι προτεινόμενες παρεμβάσεις αφορούν τόσο στην ανάδειξη του Λευκού Πύργου και του Επταπυργίου, όσο και των επιμέρους τμημάτων των τειχών, καθώς και στην αναβάθμιση του υφιστάμενου φωτισμού, όπου αυτό κρίνεται απαραίτητο, με γνώμονα τη βελτίωση της εικόνας των μνημείων κατά τις νυχτερινές ώρες και τη διασφάλιση της λειτουργικότητας και της μακροχρόνιας συντήρησης του συστήματος. Ειδικά, ο Λευκός Πύργος, τοπόσημο της Θεσσαλονίκης, ορατός από το μεγαλύτερο μέρος του αστικού ιστού, αναδεικνύεται μέσω φωτισμού υψηλών και σύγχρονων βιοκλιματικών προδιαγραφών.

Προσομοίωση του φωτισμού των τειχών με φωτορεαλιστική απεικόνιση

Τα βυζαντινά τείχη της Θεσσαλονίκης αποτελούν ένα από τα πιο επιβλητικά οχυρωματικά έργα της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Η οχύρωσή της ανάγεται στην ίδρυση της πόλης από τον Κάσσανδρο το 316 π.Χ. και εξελίχθηκε διαχρονικά μέσω αλλεπάλληλων επεμβάσεων, επεκτάσεων και επισκευών. Στη βυζαντινή περίοδο, η οχύρωση εξελίχθηκε σε περίβολο μήκους περίπου 8 χλμ., ενισχυμένο με πύργους και προτείχισμα, που κατέληγε στην Ακρόπολη. Εκεί κατά την ύστερη βυζαντινή εποχή ιδρύθηκε το Επταπύργιο, το οποίο αποτελούσε το τελευταίο οχυρωματικό καταφύγιο των κατοίκων. Επί οθωμανικής κυριαρχίας, το Επταπύργιο υπέστη εκτεταμένες μετασκευές καθώς λειτούργησε ως αμυντικό καταφύγιο και διοικητικό κέντρο της Θεσσαλονίκης. Από τα τέλη του 19ου αιώνα έως το 1989 χρησιμοποιήθηκε ως φυλακή και στη συνέχεια αποδόθηκε στο Υπουργείο Πολιτισμού. Από την αρχική περίμετρο των περίπου 8 χλμ. των τειχών διατηρούνται σήμερα ορατά περίπου 4 χλμ., τα οποία αποτελούν ένα σύνθετο σύνολο κατασκευαστικών φάσεων, με κυρίαρχη τη διαμόρφωση της ύστερης ρωμαϊκής και πρώιμης βυζαντινής περιόδου (4ος–5ος αιώνας). Το μνημείο εξακολουθεί να δεσπόζει στο τοπίο της σύγχρονης πόλης, οριοθετώντας τον ιστορικό της πυρήνα.