Κινηματογραφος

Ο Όμηρος βλέπει Οδύσσεια στο θερινό

Ο παραλογισμός του κόσμου από την αρχή του

Ελισάβετ Παπαδοπούλου
1’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Βλέποντας την Οδύσσεια του Κρίστοφερ Νόλαν σε θερινό της Ραφήνας - Η διαχρονική δύναμη του ομηρικού έπους

Θερινό στη Ραφήνα. Οδύσσεια στην οθόνη. Χαλίκια και χώμα κάτω από τα παπούτσια. Στερέωμα ανοιχτό από πάνω, να βλέπουν και οι ραψωδοί. Στο τέλος-τέλος δικιά τους είναι η ιστορία. Ο Όμηρος στην τιμητική θέση, χαϊδεύει τη γενειάδα (χαζή συνήθεια που του έμεινε απ’ όταν  ήταν ζωντανός). Γελάει βροντερά. Πεθαμένος δύο χιλιάδες χρόνια πριν, λογαριασμό σε κανέναν δεν θα δώσει.

Έρχονται κι έρχονται κι έρχονται στο θερινό, νέοι, γέροι και παιδιά, μανάδες, πατεράδες, έφηβοι, κάποιοι μόνοι, κάποιοι σε παρέες, υπάρχει ένα παιδί σε αναπηρικό καροτσάκι, ένας νεαρός με δεκανίκια. Τους ευλογεί άπαντες (έχουν κάτι τέτοιες συνήθειες οι πεθαμένοι) κρατάει μόνο μια ιδιωτική οργή για τους φιλολόγους, που καταστρέφουν τη χαρά του κόσμου.

Ετούτη τη χαρά είναι που δεν χορταίνει αυτό το βράδυ ο Όμηρος. Η Οδύσσεια θέλει το πλήθος της, τον κόσμο, το πόπολο, τον καθένα, θέλει τα φαγιά  ανάμεσα (εντάξει σνακ) το χράτσα χρούτσα από τα πατατάκια, θέλει τους λαρυγγισμούς από γλυκά αναψυκτικά, από ότι τέλος πάντων ευφραίνει τον καθένα.

Σε πανηγύρια εργάζονταν οι ραψωδοί, ανάμεσα σε πλήθη που μασούσαν, έπιναν στριμώχνονταν, που πάει να πει βρίσκεται η Οδύσσεια στον φυσικό της χώρο, επιτέλους!

Τόσο καιρό τους άκουγε απορημένος να ψάχνουν το χρώμα της Ελένης, της ωραίας του Μενελάου, ποιού Μενελάου  δηλαδή, του κεφαλιού της έκανε το κορίτσι, και σταυροκοπιόταν (συνήθεια που απέκτησε απ’ τους νεοφερμένους).

Μα είναι δυνατόν σε έναν κόσμο όπου ζουν Κύκλωπες και Σειρήνες, η Σκύλα η Χάρυβδη, να τους κάνει εντύπωση αν η Ελένη ήταν μαύρη; Και εδώ που τα λέμε, πως δεν το είχε σκεφτεί. Κάτι θα έπρεπε να είχε εκείνη η Ελένη, κάτι που την έκανε ξεχωριστή, γιατί όχι το χρώμα της. Μια εβένινη ομορφιά που σε παραλύει, ένα απόκτημα σπάνιο, ένα κορίτσι που το φέραν από μακριά καράβια που μετά ναυάγησαν, από ένα τόπο όπου κανείς δεν ξαναπήγε. Δύο χιλιάδες χρόνια μετά, το μετανιώνει που δεν το σκέφτηκε.

Καθώς περιμένει, το πλήθος αφού σέρνει καρέκλες, βρίσκει θέση βολική, τακτοποιεί τα καλούδια του για να τα μασουλήσει μετά, βλέπει το φως να θαμπώνει. Τη νύχτα να έρχεται. Την οθόνη να περιμένει. Μέχρι που φτάνει η άγια ώρα, και η ιστορία αρχίζει.

Το βαρύ σκήπτρο του ραψωδού χτυπάει την οθόνη. Το πλήθος των ραψωδιών πίσω από τον Όμηρο άηχα ψελλίζει «Άνδρα μοι  έννεπε μούσα πολύτροπον….»  Ένας άντρας, μια ιστορία, ένας πόλεμος αναγγέλει ο νεαρός ραψωδός στον οθόνη. Δανείζεται το ρυθμό της ραπ. Οι σύγχρονοι ραψωδοί.  Το πλήθος ησυχάζει. Ο Όμηρος γνέφει καταφατικά.

Ας αρχίσει η ιστορία. Ο παραλογισμός του κόσμου από την αρχή του. Μια ολόκληρη στρατιά που εκστρατεύει πεντακόσια μίλια μακριά από τον τόπο της, που πολεμάει για δέκα χρόνια έξω από τα τείχη της Τροία, «για ένα αδειανό πουκάμισο, για μια Ελένη». Κι ένας άντρας πολεμιστής που λαχταράει να επιστρέψει στο σπίτι του. Κουνάει το κεφάλι του ο Όμηρος. «Συνεχίστε να λέτε την ιστορία. Εγώ ό,τι είχα να πω, το είπα».