Κινηματογραφος

Citizen Vigilante: Σκουπίδι τραμπικού απανθρωπισμού

Πρόκειται για ένα μανιφέστο αυτοδικίας, επενδυμένο με κορόνες περί κατάρρευσης του συστήματος δικαιοσύνης από την πολλή επιείκεια και από δικαστές που αθωώνουν τους μετανάστες εγκληματίες

Πόπη Διαμαντάκου
ΤΕΥΧΟΣ 1006
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Κριτική για την ταινία «Citizen Vigilante», σε σενάριο και σκηνοθεσία του Ούβε Μπολ, με πρωταγωνιστή τον Άρμι Χάμερ

Νομίζω, δεν έχω βασανιστεί περισσότερο παρακολουθώντας μια κακή ταινία όσο με το «Citizen Vigilante». Ένα προπαγανδιστικό απαύγασμα σκηνοθετικής κακογουστιάς και ασυναρτησίας, που κορυφώνεται με τις σπλάτερ σκηνές δολοφονικού ρατσισμού που τον δικαιολογεί με αφελείς, απλοϊκές ρητορείες. Ακριβώς αυτές που συναντάμε στα παντός είδους μανιφέστα φασιστικών και φασιστοειδών οργανώσεων που εκλογικεύουν την εκδικητική βία διογκώνοντας τον τρόμο και την κοινωνική δυσανεξία. Ακριβώς αυτές που οδήγησαν κάποτε μεγάλο μέρος της Ευρώπης στον φαιό απανθρωπισμό της και, ως φαίνεται, επανέρχονται με φόρα και με παγκόσμια απήχηση.

Το «Citizen Vigilante» του Ούβε Μπολ: επικίνδυνη φαντασίωση αυτοδικίας, ρατσισμού και κοινωνικού τρόμου

Ο μάλλον αποτυχημένος σκηνοθέτης Ούβε Μπολ, με κακές ταινίες και μερικές διασκευές βιντεοπαιχνιδιών, και ο πρωταγωνιστής Άρμι Χάμερ, στα αζήτητα του Χόλιγουντ λόγω τρομερών καταγγελιών για βιασμούς και... κανιβαλισμό (δεν του έχουν απαγγελθεί κατηγορίες, αλλά δεν έχουν τελειώσει και οι έρευνες) είναι το δίδυμο που φτάνει την πρόκληση στο μη περαιτέρω, φτιάχνοντας μια ταινία για έναν τιμωρό των εγκληματιών ισλαμιστών μεταναστών, που έχουν κάνει κατάληψη σε ευρωπαϊκό έδαφος. Ένα οπτικοακουστικό σκουπίδι στην πραγματικότητα, όπου ένας πρώην αξιωματικός του αμερικανικού στρατού, στυγνός επιχειρηματίας real estate σε ευρωπαϊκή πόλη, που θεωρεί ότι είναι υπεράνω των φορολογικών της νόμων «γιατί είναι Αμερικανός πολίτης σε διακοπές στην Ευρώπη» και αρνείται να δώσει στοιχεία και να πληρώσει φόρους, γίνεται τιμωρός μεταναστών που έχουν εμπλακεί σε εγκληματικές ενέργειες, αλλά έπεσαν «στα μαλακά του νόμου».

Ο Άρμι Χάμερ στην ταινία «Citizen Vigilante»

Το επικίνδυνο εδώ είναι ότι βασίζει την εκδικητική βία στις ρωγμές του δυτικού πολιτισμού, αυτές που ήδη έχουν προκαλέσει μεγάλη συζήτηση, όπως η υποχώρηση των αξιών σεβασμού του ανθρώπου, η δυσκολία των δυτικών κοινωνιών να απορροφήσουν τα αλλεπάλληλα μεταναστευτικά ρεύματα, η ολιγωρία του συστήματος δικαιοσύνης. Γι’ αυτό και ενθουσίασε τόσο τον ανεκδιήγητο δισεκατομυριούχο-σύμβολο του τραμπισμού Ίλον Μασκ, ώστε να αναρτήσει αυτό το έπος της σπλάτερ κακογουστιάς δωρεάν στο Χ, για να το δουν όσο γίνεται περισσότεροι θεατές. Και το είδαν. Το βλέπουν. Δεκάδες χιλιάδες ήδη. Κι εκεί που δεν έβρισκε διανομή και απαγορεύτηκε στη Γερμανία, αν και Γερμανού σκηνοθέτη, ξαφνικά εξασφάλισε διανομή σε πάμπολλες ευρωπαϊκές χώρες και ανέβηκε και σε πλατφόρμες.

Πρόκειται για ένα μανιφέστο αυτοδικίας, επενδυμένο με κορόνες περί κατάρρευσης του συστήματος δικαιοσύνης από την πολλή επιείκεια και από δικαστές που αθωώνουν τους μετανάστες εγκληματίες. Εξού και ο Σάντερς σκοτώνει και δικαστές. Σκοτώνει γενικώς. Σκοτώνει και τους αστυνομικούς των ειδικών δυνάμεων που τον κυνηγούν εφαρμόζοντας τον νόμο της ευρωπαϊκής χώρας τους, με επικεφαλής αξιωματικό της Ιντερπόλ, που κι αυτόν τον στέλνει τραυματία στο νοσοκομείο. Αφήστε με να κάνω τη δουλειά μου, λέει, «μέχρι να μάθετε να την κάνετε μόνοι σας». Σαφές το κάλεσμα να πάρουν οι πολίτες της Δύσης τον νόμο στα χέρια τους. «Θέλουμε κι εμείς έναν τέτοιο», λένε εμβόλιμες σκηνές από bloggers από τον Καναδά, την Ιταλία κ.λπ. Για να μας δείξει ο σκηνοθέτης ότι το πρόβλημα είναι παντού.

Είναι τόσο χοντροκομμένη η προπαγάνδα και τόσο επίπεδος και ανέμπνευστος ο ρόλος και η υποκριτική ικανότητα του πρωταγωνιστή, που λες, δεν μπορεί, πλάκα μας κάνουν. Ήταν για γέλια άλλωστε οι σκηνές στο μπουρδέλο που επισκέπτεται ο Σάντερς. Την ώρα της πράξης, το βλέμμα του καρφώνεται σ’ ένα σημαδάκι στον τοίχο. Σταματάει, σηκώνεται, αγγίζει με το δάχτυλο τον λεκέ. «Μούχλα», δηλώνει με αποστροφή. Γυρνάει στην κοπέλα, που τον περιμένει γυμνή. «Οι πελάτες μετά το σεξ κάνουν ντους;» ρωτάει. «Ναι», λέει εκείνη. «Μετά το ντους ανοίγετε τα παράθυρα;» «Όχι», απαντάει εκείνη. «Αφού δεν ανοίγετε, οι υδρατμοί μένουν στο δωμάτιο και η υγρασία προκαλεί μούχλα στους τοίχους». Ετσι βρίσκει ευκαιρία να πει στο κορίτσι ότι είναι ο ιδιοκτήτης του κτιρίου – μη νομίσει ότι είναι τίποτε φτωχαδάκι μάλλον. Μετά επιστρέφει με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση στην πράξη που άφησε στη μέση, με το βλέμμα πάντα καρφωμένο στον λεκέ. Άρρωστα εμμονικός; Μπορεί.

Αλλά άρρωστη είναι όλη η ταινία. Και, το χειρότερο, επιβεβαιώνει τις αντιλήψεις και το προσωπικό γούστο του πλουσιότερου ανθρώπου στον κόσμο και ιδιοκτήτη κοινωνικών δικτύων μέσα από τα οποία φιλτράρει το επικοινωνιακό της «οξυγόνο» η δημοκρατία μας, ίσως όχι αυτή που θυμόμαστε, αλλά αυτή που μαθαίνουμε. Γι’ αυτό και κορυφαία πράξη αντίστασης στο αποτρόπαιο γίνεται η διατήρηση της μνήμης!