- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Obsession: Καλές οι ευχές, παιδιά, έξυπνη και η ταινία, να μιλάγαμε και για τη συναίνεση, ε;
Τι διαφορά έχει το «μάγια μου έκανες, πασά μου» από την υπόθεση χημικής υποταγής της Ζιζέλ Πελικό
Ναι, εντάξει, άλλο η ταινία και άλλο η ζωή, ή μήπως όχι;
Η ταινία που έχει σπάσει όλα τα ρεκορ θα μπορούσε να είναι η εξαίρεση στον κανόνα του ποιοτικού τρόμου, αλλά κάτι διέφυγε και από τον δημιουργό και, δυστυχώς, και από κριτικούς και κοινό (οι μεν το αποθεώνουν, το δε γελάει σε σκηνές που είναι να σου σηκώνεται η τρίχα, τι να πεις...).
Κατ’ αρχάς να πούμε ότι η Εμμονή (Obsession), η ταινία ψυχολογικού τρόμου που έχει γίνει το κινηματογραφικό viral της Gez Z είναι μια –γενικά- έξυπνη ταινία. Σεναριακά, σκηνοθετικά, με ευφυή υπαινικτικό φωτισμό, με τα δοσομετρημένα jump scares της, με ερμηνειάρα από την Ίντι Ναβαρέτ, όλα μια χαρά υπολογισμένα. (Επίσης, πού μπορούμε να βρουμε τέτοια ξυλάκια ευχών; Όχι για εμάς, για κάτι φίλους που ξέρουν ακριβώς τι να ευχηθούν).
Αλλά... και εδώ ξεκινάει το πρόβλημα της ταινίας – μήπως δεν καταλάβαμε ότι για 109 λεπτά παρακολουθούσαμε την καταπάτηση της έννοιας «συναίνεση»; Μήπως δεν πήραμε χαμπάρι ότι είδαμε κανά δυο σκηνές βιασμού; Μήπως γελάσαμε σε περισσότερες από 5 σκηνές με τη συμπεριφορά μιας κοπέλας που, αν όχι έχει χάσει την ψυχή της, στην καλύτερη βιώνει κάτι που μοιάζει με χημική υποταγή; Ας πούμε, η υπόθεση της Πελικό μας τάραξε τις ζωές, αλλά όταν μας σερβίρουν κάτι τέτοιο ως παραμύθι ενηλίκων, όλα καλά; Πολύ ενδιαφέρον!
Ας τα πάρουμε, όμως, από την αρχή και όσ@ δεν έχετε δει ακόμη την ταινία, μας χαιρετάτε κάπου εδώ γιατί έρχονται spoilers.
Η υπόθεση πάει ως εξής: ένας νεαρός, ο Μπερ, γουστάρει κρυφά τη Νίκι, με την οποία δουλεύουν στο ίδιο κατάστημα δίσκων. Το ρήμα «γουστάρει» δεν επιλέγεται τυχαία - ο τύπος τη γουστάρει, νέτα σκέτα, παρά το ρομαντικό περίβλημα. Ούτε την αγαπάει, ούτε τον νοιάζει αν είναι καλά στην υγεία της, ούτε τίποτα. Αυτό θα φανεί σχετικά σύντομα, αλλά όσο η Νίκι είναι στα συγκαλά της τον βλέπει σαν αδελφό, τον έχει στο friendzone και καθόλου δεν σκοπεύει να τον βγάλει από εκεί.
Ο Μπερ κάνει πρόβες για να της ξεφουρνίσει ότι του αρέσει, αλλά δεν του «βγαίνει». Μέχρι που ενώ πηγαίνει σε ένα (pretty creepy) μαγαζάκι για να της ψωνίσει ένα μικρό δώρο, αποφασίζει τελικά να αγοράσει κάτι για τον εαυτό του (κρατήστε το κι αυτό): ένα ξυλάκι ευχών – κάνεις μια έχει, το σπας στα δυο και ωωωω! Η ευχή σου πραγματοποιείται αμέσως.
Δεν θέλει και πολλή σκέψη για το τι ευχήθηκε ο Μπερ – να πάθει λαλά η Νίκι μαζί του. Προσοχή - όχι απλώς να τον θέλει, όπως τη θέλει εκείνος. Να πάθει εμμονή μαζί του.
Τι ξεχάσαμε, τι ξεχάσαμε; Α, τη συναίνεση!
Κι από εδώ ξεκινάνε τα προβληματικά της σεναριακής αφήγησης. Η Νίκι όντως παθαίνει κάτι: για την υπόλοιπη μιάμιση ώρα την παρακολουθούμε να χάνει την ψυχή της, τη σωματική της αυτονομία, την ελεύθερη βούλησή της, το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση του σώματός της... Κυριολεκτικά από το πουθενά, τον καλεί σπίτι της, τελικά, πάει εκείνη στο δικό του και ένα βήμα πριν από το σεξ, η κοπέλα συνέρχεται ουρλιάζοντας.
Πόσο διαφέρει ο Μπερ από τον μέσο incel που καραδοκεί στο διαδίκτυο για τις κινήσεις του κοριτσιού που τον απορρίπτει; Πόσο διαφέρει από τον τυπικό μισογύνη κακοποιητή που ενώ το θύμα του τον παρακαλάει να σταματήσει εκείνος συνεχίζει; Οι ερωτήσεις δεν γίνονται τυχαία. Σε αρκετά σημεία της ταινίας προκύπτουν αυθόρμητα. Μέχρι που ο Μπερ, ο και καλά γλυκούλης, δειλός, συνεσταλμένος Μπερ, έχει τόσο τρομοκρατηθεί από την αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά της Νίκι που παίρνει τηλέφωνο στην εταιρεία που εμπορεύεται τα τυχερά ξυλάκια και παρακαλάει να ακυρώσει την ευχή του. Να την αλλάξει έστω. Αφού έχει κάνει ό,τι έχει κάνει και αφού τα πράγματα δεν του βγήκαν όπως τα ‘θελε, τώρα δεν θέλει και να αναλάβει την ευθύνη. Δεν τον ενδιαφέρει ότι ο άνθρωπος στο πλευρό του υποφέρει, σε σημείο που όταν παροδικά συνέρχεται να τον παρακαλάει να τη σκοτώσει.
Τον ενοχλεί που του αναστατώνει τη ζωή, τον ρεζιλεύει στους φίλους του. Δεν θέλει να την κάνει καλά. Θέλει να επιστρέψει στο «πριν», χωρίς συνέπειες.
Μας θυμίζει κάτι αυτό το pattern;
Καθ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας, σχεδόν ξεχνάμε ποιος είναι το θύμα. Υποφέρει ο κακομοιρούλης ο Μπερ που ζήτησε μια γυναίκα τρελή για εκείνον και όταν αντίκρισε την τρέλα κατάματα, με το συμπάθειο, κατουρήθηκε επάνω του. Και εκεί εννοείται ότι έχουν επικεντρωθεί κριτικοί και κοινό. Στο «πρόσεχε τι εύχεσαι, γιατί μπορεί να γίνει». Τι γίνεται, όμως, όταν η ευχή που πραγματοποιείται είναι μονόμπατη; Χωρίς τη συναίνεση του άλλου ανθρώπου; Γιατί είναι τόσο δύσκολο να εντοπίσουν οι θεατές τον πραγματικό «κακό» της ιστορίας; Γιατί το πραγματικό θύμα είναι αποκρουστικό για να ταυτιστείς μαζί του: ουρλιάζει, διεκδικεί βιαίως, σκοτώνει, τρομοκρατεί, δεν πάει ούτε τουαλέτα αν δεν ανασαίνει έξω από την πόρτα ο «απαγωγέας» του, παρακαλάει.
Μας θυμίζει κάτι και αυτό; Φυσικά και μας θυμίζει. Το βλέπουμε στα δελτία ειδήσεων και στο βιβλίο συμβάντων της αστυνομίας, αλλά, σιγά, εκεί είναι πραγματική ζωή. Εδώ είναι ένα horror παραμυθάκι για Gen – Zs (της πιο συντηρητικής γενιάς, σύμφωνα με έρευνα της Ipsos + Global Institute for Women’s Leadership). Της γενιάς που εκπρόσωποί της από 29 διαφορετικές χώρες απάντησαν ότι «η γυναίκα πρέπει να υπακούει τον άντρα».
Οπότε, λογικό, πολύ λογικό να μην εντοπιστεί εύκολα από το ενθουσιώδες κοινό η απουσία συναίνεσης. Κι άλλο κακό να μη μας βρει και σίγουρα όχι μια τέτοια σχέση που θα της λες «όχι» και θα ακούει «ναι», θα της λες «σε βλέπω σαν φίλο» και θα παραβιάζει κάθε όριο και κάθε φραγμό για να περάσει το δικό του. Εννοείται ότι σας θυμίζει κάτι. Και εμάς επίσης.