Ο διάσημος σεφ βρέθηκε στην Αθήνα με αφορμή το εστιατόριό του "Jamie Oliver Kitchen" στο Golden Hall και η ATHENS VOICE μίλησε μαζί του
- CITY GUIDE
- PODCAST
-
17°
Αργύρης Γκαγκάνης: «Όταν πέσεις με τα μούτρα, μπορείς να καταφέρεις τα πάντα»
Αργύρης Γκαγκάνης - Συνέντευξη: Ο ηθοποιός μιλάει για τη διαδρομή του από τη Θεσσαλονίκη στο Λονδίνο και την Αθήνα, τους ρόλους στο σινεμά, το θέατρο, τη διαφήμιση, τα video games.
Το βιογραφικό του δείχνει έναν ηθοποιό που κουβαλά μέσα του περισσότερες από μία ζωές. Γεννημένος στο Ανόβερο από γονείς οικονομικούς μετανάστες, ο Αργύρης Γκαγκάνης μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη, σε μια γειτονιά γεμάτη εικόνες, μουσικές και σινεμά, πριν βρεθεί κι ο ίδιος ως μετανάστης στο Λονδίνο των 90s. Εκεί, σε μια πόλη σκληρή αλλά ανοιχτή, έμαθε τι σημαίνει ανωνυμία, ελευθερία, επιβίωση και καλλιτεχνική πειθαρχία. Δούλεψε πολύ, σπούδασε υποκριτική σχετικά αργά, πέρασε από ραδιόφωνο, DJ sets, σπικάζ, θέατρο, διαφημίσεις και κινηματογράφο, χτίζοντας βήμα βήμα μια διαδρομή που δεν του χαρίστηκε.
Με ένα χατ-τρικ εμφανίσεων, ο Αργύρης Γκαγκάνης είναι μια φάτσα που έχει ξεχωρίσει το τελευταίο διάστημα. Από τον επικό διάλογό του στη «Σπασμένη φλέβα» του Γιάννη Οικονομίδη με τον Βασίλη Μπισμπίκη, τη μεταμόρφωσή του ως αστυνομικός στο φιλμ «Μυστικό του δάσους» των Στέλιου Ορφανίδη και Μάκη Τσούφη και την εμφάνισή του στη viral διαφήμιση για τη σοκολάτα 2310 Break από την ΙΟΝ, δείχνει τι σημαίνει ηθοποιία με προσωπικότητα.
― Ποια ήταν η πρόκληση στον χαρακτήρα που υποδυθήκατε στο «Μυστικό του δάσους»; Τι βρήκατε ενδιαφέρον σ’ αυτόν; Πώς μπήκατε στον ρόλο;
Αγαπώ το σινεμά. Όταν μου δίνεται η ευκαιρία να κάνω κάτι σ’ αυτό το μέσο, του κινηματογράφου, την αξιοποιώ. Ήταν συμπρωταγωνιστικός ρόλος, ο μεγαλύτερος απ’ όσους έχω κάνει ως τώρα. Εμείς οι ηθοποιοί θέλουμε ρόλους που να μπορείς να «δαγκώσεις», να έχουν ζουμί, να μπορείς να δείξεις κάποια πράγματα.
Τα γυρίσματα ήταν σε νησί, που και αυτό ήταν δελεαστικό. Να φεύγουμε λίγο από Αθήνα, να αλλάζουμε παραστάσεις. Έγιναν στην Κω, που είναι φανταστικό νησί, υπέροχο, με απίστευτα locations, τα οποία εκμεταλλευτήκαμε. Έχω ξανακάνει τον αστυνομικό, αλλά o συγκεκριμένος είναι ο καλός αστυνομικός, αυτός που υπερασπίζεται το δίκαιο και προσπαθεί πραγματικά να βρει την αλήθεια και να αποδώσει τη δικαιοσύνη όπως πρέπει.
— Είναι πιο εύκολο να κάνετε τον καλό ή τον κακό;
Λόγω φυσιογνωμίας, συνήθως κάνω τον κακό (γελάει). Κάτι που, όμως, δεν μου είναι εύκολο. Και τα δύο, βέβαια, έχουν τις δυσκολίες τους. Στους ρόλους πάντα βάζω ένα κομμάτι του εαυτού μου. Και στον κακό πρέπει να βρεις κάτι για να συνδεθείς με τον χαρακτήρα και στον καλό το ίδιο. Κάθε ρόλος είναι πρόκληση. Καμιά φορά, όταν μου γίνεται πρόταση να ερμηνεύσω έναν πρωτόγνωρο ρόλο αναρωτιέμαι: «Πώς θα το κάνω αυτό το πράγμα;». Αλλά έχει αποδειχθεί στο πέρασμα του χρόνου ότι, όταν πέσεις με τα μούτρα και δουλέψεις σκληρά, μπορείς να καταφέρεις τα πάντα. Να παίξεις το οτιδήποτε.
— Πώς μπήκατε στο trip της υποκριτικής;
Γεννήθηκα στη Γερμανία, στο Ανόβερο. Οι γονείς μου ήταν οικονομικοί μετανάστες με καταγωγή από τη Χαλκιδική. Η μητέρα μου δούλευε στην Pelican – μελάνια, χαρτιά, όλα αυτά– και ο πατέρας μου σε μπισκοτοποιία. Μετά το 1974, που έπεσε η χούντα κι αποκαταστάθηκε η δημοκρατία στην Ελλάδα, επέστρεψαν, όπως και πολλοί άλλοι Έλληνες. Μεγαλώσαμε στη Θεσσαλονίκη, στο Φάληρο. Ωραία γειτονιά, ωραία χρόνια. Ήμουν σινεφίλ από μικρός, movie buff. Στα 20-21 μου έκανα μια ραδιοφωνική εκπομπή, κινηματογραφική, όπου έπαιζα soundtracks, στο Ράδιο Ακρόπολις. Παράλληλα δούλευα ως DJ, με βινύλια τότε, σε διάφορα μαγαζιά. Οι γονείς μου είχαν μια μικρή βιοτεχνία φασόν και τους βοηθούσα. Τότε ήταν άπιαστο όνειρο το να συμμετάσχω σε κάποια ταινία ή τηλεοπτική σειρά.
Με την προτροπή, λοιπόν, μιας φίλης κατά την επίσκεψή μου στο Φεστιβάλ του Ρέντινγκ «Έλα εδώ, Αγγλία, να βγάλεις λεφτά και να έχεις μια καλύτερη ζωή», πήρα την ως τότε πιο δύσκολη απόφαση της ζωής μου. Εγκαταλείποντας φαινομενικά το όνειρο, μην εγκαταλείποντας όμως ποτέ το πάθος μου για την υποκριτική, βρέθηκα στα 25 μου στο ευρωπαϊκό επίκεντρο των τεχνών, το Λονδίνο. Με συγκλόνισε η πολυπολιτισμικότητα αυτής της πόλης στα 90s. Κι έκατσα 12 χρόνια εκεί. Μου έλεγαν «αν περάσει ένα εξάμηνο και δεν φρικάρεις με τον καιρό, θα τα καταφέρεις».
Αυτό που ήταν φοβερά απελευθερωτικό ήταν η ανωνυμία που έχεις στο Λονδίνο και το ότι μπορείς να εκφραστείς με οποιονδήποτε τρόπο χωρίς να σε ενδιαφέρει η γνώμη κανενός. Δύσκολη πόλη, μητρόπολη, με τις αποστάσεις, με την ακρίβεια, με τον φρενήρη ρυθμό της. Αλλά ήταν εποχές που, αν είχες όρεξη και διάθεση, μπορούσες να καταφέρεις πράγματα. Έτσι προέκυψε και μια σχολή υποκριτικής, το Hoxton Hall Arts Center, που μου την πρότεινε μια φίλη Αγγλίδα ηθοποιός, αφού στις μεγάλες σχολές που ιδανικά θα ήθελα να πάω τα δίδακτρα ήταν εξωπραγματικά για μένα. Αυτή η σχολή δεν είχε όριο ηλικίας, σε αντίθεση με ό,τι ισχύει εδώ. Παράλληλα δούλευα σε μια θεατρική παμπ. Εκεί γνώρισα τα παιδιά από την ομάδα Primitive Science, που το 1999 βραβεύτηκαν για την καλύτερη θεατρική παράσταση του Λονδίνου. Έρχονταν, έπιναν κι έκαναν αυτό που λέμε sessions. Δηλαδή αντάλλασαν ιδέες και, εμπνευσμένοι από τον Κάφκα, τον Μπόρχες, την ελληνική μυθολογία και άλλα, έγραφαν τα δικά τους θεατρικά. Μαζί τους έπαιξα στο φεστιβάλ Fringe του Εδιμβούργου το 1999 – μια εμπειρία συγκλονιστική. Ζούσα μια μαγεία κι έβλεπα να εκπληρώνεται η επιθυμία που είχα ως πιτσιρικάς στη Θεσσαλονίκη. Το ίδιο ένιωσα κι όταν βρέθηκα να πρωταγωνιστώ στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος επιστρέφοντας στην Ελλάδα.
— Πώς ζήσατε το Λονδίνο;
Έκανα διαφορές δουλειές, όπως κάθε ξένος εκεί. Ξεκίνησα ως βοηθός σερβιτόρου σε μια μικρή παμπ, μοίραζα flyers στον δρόμο ντυμένος τσολιάς ή αρχαίος Έλληνας έως ότου καταλήξω στη θέση του μπάρμαν σε μια γνωστή theater pub, το The King’s Head, στο Έιντζελ, στην Άπερ Στριτ. Έχοντας την εμπειρία του ραδιοφώνου, μπόρεσα και βρήκα voice agent που μου εξασφάλιζε δουλειές σπικάζ κι έκανα διάφορα διαφημιστικά για το έξτρα εισόδημα. Ιδιοκτήτης της theater pub όπου δούλευα ήταν ένας εκκεντρικός τύπος από τον Καναδά, ο Νταν Κρόφορντ, που είχε γνωριμίες με εμβληματικούς ηθοποιούς, τους οποίους και έφερνε στο θέατρο που είχαμε εκεί. Οπότε είχα την ευτυχία να δω απίστευτες παραστάσεις και δουλειές.
— Ποια ή ποιος σας έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση;
Γενικά μου έκανε εντύπωση η ταπεινότητά τους και το πόσο προσεγγίσιμοι ήταν. Απλοί άνθρωποι, χωρίς τουπέ ή ιδιοτροπίες. Και ποιον να πρωτοθυμηθώ: Ίαν Μακέλεν, Κέβιν Σπέισι, Ζιλιέτ Μπινός, Λίαμ Νίσον, Τζέρεμι Άιρονς, Ρόουαν Άτκινσον…
Από τις πιο ωραίες στιγμές που θα θυμάμαι πάντα ήταν ένα βράδυ που κουβέντιασα με τον Ματιέ Κασοβίτς, σκηνοθέτη του «Μίσους», που είναι μία από τις αγαπημένες μου ταινίες. Είχε έρθει με μια παρέα στην μπιραρία που προανέφερα και ήμουν μάνατζερ, κι έψαχνε ένα ήσυχο σημείο για να μιλήσουν, καθώς στον κυρίως χώρο είχε πολλή φασαρία, γιατί συμπτωματικά είχαν live οι Tiger Lillies. Ήταν η επέτειος των δέκα χρόνων από την πρεμιέρα του φιλμ. Τον ενημέρωσα ότι ήταν ελεύθερος ο χώρος του θεάτρου στο πίσω μέρος του μαγαζιού και ξαφνιάστηκα όταν, για να με ευχαριστήσει, με προσκάλεσε στην παρέα τους. Πολύ ωραίος τύπος – μου έκανε φοβερή εντύπωση! Μου μίλησε για το πόσο του αρέσει να γράφει θεατρικά κείμενα και έργα. Ήταν μια πτυχή του που δεν την γνώριζα, φυσικά, τότε. Δεν είχαμε ούτε social, ίντερνετ, ούτε τίποτα, έτσι; Ήταν μια πολύ ωραία κουβέντα με έναν πολύ ζεστό άνθρωπο, που κράτησε δυο τρεις ώρες. Τώρα λέω «γιατί δεν αντάλλαξα ένα τηλέφωνο»; Δεν το σκέφτηκα καν εκείνη τη στιγμή.
— Όταν ξεκινάτε έναν χαρακτήρα πώς τον προσεγγίζετε;
Αρχικά γίνεται μια πρώτη συζήτηση με τον σκηνοθέτη για το πώς φαντάζεται αυτός τον χαρακτήρα. Αφού συμφωνήσουμε στην προσέγγισή του, ξεκινώ την προσωπική μου δουλειά για να του δώσω ζωή και υπόσταση. Καταρχήν εξετάζω τον τόπο, τον χρόνο και την κοινωνικο-πολιτική συνθήκη της εποχής που διαδραματίζεται το εκάστοτε έργο. Κάνω έρευνα για το ποιόν του χαρακτήρα από αυτά που λέει ο ίδιος και από αυτά που λένε οι άλλοι γι’ αυτόν, μελετώντας σε βάθος το κείμενο ή σενάριο, χτίζοντας μεθοδικά το βιογραφικό του. Εξετάζω τα κίνητρά του και το πώς εξυπηρετεί η παρουσία του τον ρου της ιστορίας.
«Όταν μπαίνεις σ’ αυτό που οι ηθοποιοί αποκαλούμε “ζώνη”, είναι σαν να βρίσκεσαι σε trance. Το θέμα είναι να μπορείς να έχεις διάρκεια σ’ αυτό» - Αργύρης Γκαγκάνης
— Ποια θεωρείτε την καλύτερη μεταμόρφωσή σας;
Αυτό είναι κάτι που θα το κρίνει ο κόσμος, όχι εγώ, αλλά, αν θα έπρεπε να ξεχωρίσω κάποιες ερμηνείες μου, αυτές θα ήταν: στο θέατρο στον «Πουπουλένιο» και στο «Ο Σέρλοκ Χολμς και το σκυλί των Μπάσκερβιλ», στην τηλεόραση στη «Μάγισσα» και στο «Αυτή η νύχτα μένει», και στον κινηματογράφο στην ξένη παραγωγή «The Hunted» και στη «Σπασμένη φλέβα». Όταν μπαίνεις σ’ αυτό που οι ηθοποιοί αποκαλούμε «ζώνη», είναι σαν να βρίσκεσαι σε trance. Το θέμα είναι να μπορείς να έχεις διάρκεια σ’ αυτό. Πάντα προσπαθώ να αντλήσω στοιχεία από προσωπικά μου βιώματα και εμπειρίες και να τα ενσωματώσω στον εκάστοτε ρόλο.
— Στα «Assassin’s Creed Origins» («Timoxenos»/«Priest Of Serapis») και «Odyssey» κάνατε φωνές για την Ubisoft. Είναι απελευθερωτικό να παίζετε χωρίς πρόσωπο;
Αυτό προέκυψε από τη voice agent μου. Με πρότεινε και μου είπε ότι ήταν για ένα video game. Το ότι επρόκειτο για το «Assassin’s Creed» το έμαθα τυχαία. Είχα χάσει το κείμενο, οπότε πήγα στο λόμπι του στούντιο και τους είπα «ρε παιδιά, μπορείτε να μου εκτυπώσετε το κείμενο;». Το εκτύπωσαν, αλλά πάνω, αντί για τον mock τίτλο που είχαμε εμείς, «Constellation», έγραφε «Assassin’s Creed Origins» και τότε συνειδητοποίησα ότι αυτό που έκανα ήταν για το παγκόσμιου φήμης βιντεοπαιχνίδι κι έπαθα σοκ. Με έλουσε κρύος ιδρώτας, γιατί κατάλαβα ότι ήταν ακόμα πιο απαιτητικό και έπρεπε να τα δώσω όλα, το 100% της απόδοσής μου. Αλλά ήταν τεράστια χαρά. Είναι δύσκολο να πιάσεις μέσω της φωνής σου έναν ρόλο. Ειδικά όταν πας να την κουμπώσεις σε ένα ξένο φορμάτ. Για έναν επαγγελματία, όχι δεν είναι απελευθερωτικό, γιατί σε ένα τέτοιου μεγέθους εγχείρημα ο κόσμος δίνει βαρύτητα στη φωνή όπως θα έδινε στην εκφραστική ερμηνεία σε μια ταινία.
— Τι χρειάζεται μια ραδιοφωνική εκπομπή για να είναι καλή;
Ανάλογα τη θεματική της. Να μπορείς να έχεις ωραία επαφή μέσω του μικροφώνου με το κοινό σου, μ’ αυτούς που σε ακούνε. Και, νομίζω, να μην είσαι ψεύτικος. Να είσαι αληθινός σ’ αυτά που λες και στις μουσικές που επιλέγεις.
— Η πιο σκληρή διαφορά στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουν τον ηθοποιό στο εξωτερικό και στην Ελλάδα ποια είναι;
Το 2003 συμμετείχα σε μια ταινία με πρωταγωνιστή τον Ντάνιελ Κρεγκ, το «Layer Cake», που υποτίθεται ότι ήταν και low budget. Ένιωσα σαν να έβαλα λίγο το δάχτυλο στο μέλι κι έπαθα πλάκα. Σε αντιμετωπίζουν με πολύ μεγαλύτερο σεβασμό κι ευγένεια. Εκτιμούν αυτό που κάνεις πολύ περισσότερο. Το ίδιο και στο θέατρο, από τον πιο μικρό μέχρι τον πιο μεγάλο ρόλο, σε οποιαδήποτε παραγωγή.
—Εκτός από την ταινία της χρονιάς, τη «Σπασμένη Φλέβα», παίξατε και στη διαφήμιση της χρονιάς, για τη σοκολάτα-μπουγάτσα 2310 Break της ION.
Είχα καιρό να κάνω διαφήμιση, πέρασα από ακρόαση και το αποτέλεσμα ήταν παραπάνω από ικανοποιητικό για όλους μας. Ήθελα πολύ να με επιλέξουν, όπως και έγινε τελικά, και ήταν μια φοβερά ευχάριστη συγκυρία, καθώς ο σκηνοθέτης της διαφήμισης, Angel Saft, ήταν ο ίδιος που σκηνοθέτησε και το βιντεοκλίπ του ομότιτλου τραγουδιού του ΛΕΞ με τους Kepler is Free για την ταινία του Γιάννη Οικονομίδη «Σπασμένη φλέβα». Χαίρομαι απίστευτα με το αποτέλεσμα, με αυτό που καταφέραμε με τα παιδιά και που έχει γίνει viral. Γιατί όντως είναι τρελή διαφήμιση.
— Έχετε παίξει και στο «Μίλα μου βρόμικα», τη στήλη της ATHENS VOICE που έγινε τηλεοπτική σειρά μετά το «Σε είδα»…
Ουάου! Με πας πολύ πίσω τώρα! Ωραίες συγκυρίες κι αυτές, ειδικά το «Μίλα μου βρόμικα» είχε πλάκα. Ήταν από τις πρώτες δουλειές που έκανα επιστρέφοντας στην Ελλάδα, και ήταν πολύ ωραία εμπειρία, καθότι κωμωδία. Την απόλαυσα. Γιατί μου αρέσει να τσαλακώνομαι. Δεν έχω τέτοια θέματα ως ηθοποιός.
— Σας αρέσει και η ιππασία... Πάνω σε άλογο δεν ελέγχεις πραγματικά, συνεργάζεσαι. Αυτό σας θυμίζει κάτι από τη δουλειά σας;
Λατρεύω τα άλογα. Από μικρός που πήγαινα στο χωριό μου, το Παλαιοχώρι Χαλκιδικής, ερχόμουν συχνά σε επαφή με ζώα. Άλογα, μουλάρια, γαϊδούρια, αγελάδες… Τα άλογα τα θαυμάζω. Είναι απίστευτη η σύνδεση που μπορείς να δημιουργήσεις μαζί τους. Γιατί, αν δεν πετύχει αυτό, μπορεί να τα βρεις μπαστούνια. Αλλά πρέπει και το άλογο να καταλάβει ότι το αγαπάς, ότι δεν θα το χτυπήσεις. Είναι φοβερή αίσθηση το να καλπάζεις με άλογο. Έχω καιρό να το κάνω και μου λείπει πραγματικά.
— Όταν τελειώνει ένα γύρισμα ή μια παράσταση, τι κάνετε μετά;
Υπάρχει ένταση και αδρεναλίνη. Θα σου το πουν οι περισσότεροι αυτό. Και για να αποφορτιστείς θα πρέπει να περάσουν αρκετές ώρες, ειδικά με το θέατρο, επειδή οι παραστάσεις τελειώνουν αργούτσικα, θα μιλήσεις με κόσμο και θα γυρίσεις σπίτι σου μετά τα μεσάνυχτα. Μου παίρνει ώρα να αποφορτιστώ. Προσπαθώ είτε να χαζέψω κάτι στην τηλεόραση ή στο κινητό μου ή να ακούσω μουσική. Κι αυτό έχει ως αποτέλεσμα να κοιμάμαι αργά.
— Ποια είναι η πιο ακραία εμπειρία που ζήσατε σε δουλειά;
Στο επάγγελμά μας μπορεί να χρειαστεί πολλές φορές να ζήσεις κάτι ακραίο. Από επικίνδυνες μεταβάσεις σε δυσπρόσιτες τοποθεσίες γυρισμάτων έως σκηνές ενάντια στις καιρικές συνθήκες.
«Από τις πιο ωραίες στιγμές που θα θυμάμαι πάντα ήταν ένα βράδυ που κουβέντιασα με τον Ματιέ Κασοβίτς, σκηνοθέτη του “Μίσους”, που είναι μία από τις αγαπημένες μου ταινίες… Ήταν μια πολύ ωραία κουβέντα με έναν πολύ ζεστό άνθρωπο, που κράτησε δυο τρεις ώρες» - Αργύρης Γκαγκάνης
— Όταν χάσατε τον πατέρα σας, σταματήσατε το θέατρο. Θα επιστρέψετε;
Ήταν μια πολύ δύσκολη στιγμή για μένα. Τώρα φλερτάρω με την επιστροφή γιατί αγαπάω το θέατρο. Οι προτάσεις που είχα αυτά τα χρόνια ήταν έργα τα οποία θα με ανάγκαζαν να βουτήξω σε σκοτάδια και σε μέρη όπου, ψυχολογικά και συναισθηματικά δεν ήθελα να πάω. Και αρνήθηκα. Εννοείται όμως ότι θέλω να επιστρέψω, γιατί θεωρώ τον εαυτό μου κατεξοχήν θεατρικό ηθοποιό.
— Τα δαχτυλίδια που φοράτε τι σημαίνουν;
Είναι δώρα του αδερφού μου. Το ένα μού το χάρισε για τον γάμο μου. Το άλλο στα πεντηκοστά μου γενέθλια. Είναι σαν να τον έχω παντού μαζί μου.
— Τι αισθάνεστε ότι θυσιάσατε για να γίνετε ηθοποιός;
Αρχικά το ότι έφυγα για χρόνια μακριά από την οικογένειά μου και τους αγαπημένους μου ανθρώπους, αλλά παράλληλα και το ότι δεν είχα την οικονομική σταθερότητα, που πιθανότατα θα είχα εξασφαλίσει επιλέγοντας κάποιο άλλο επάγγελμα.
Δειτε περισσοτερα
Πέντε χώροι στην Πλάκα όπου το φαγητό, η μνήμη και οι τοίχοι αφηγούνται ιστορίες
Η ζωή του μοιάζει με σενάριο. Έχτισε μια πορεία χωρίς shortcuts, γεμάτη δουλειά και ρίσκο. Σήμερα, με ρόλους που «δαγκώνουν», δηλώνει παρών.
Το διεθνές καλλιτεχνικό δίδυμο από τη Βαλένθια εμπνέεται από την κλασική Αθήνα
Λίγο πριν ανέβει στη σκηνή της Eurovision στη Βιέννη μιλάει για όλα
Ο πρέσβης της Βραζιλίας στην Ελλάδα μιλάει για τη φωτογραφική του έκθεση στην Πρεσβεία της Βραζιλίας