Κινηματογραφος

«Δύο εισαγγελείς»: Μια σκληρή κινηματογραφική εμπειρία

Είδαμε τη συγκλονιστική ταινία του Σεργκέι Λόζνιτσα, μια ανατριχιαστική ανατομία της ολοκληρωτικής κτηνωδίας, που βραβεύτηκε στο Φεστιβάλ Καννών

Δημήτρης Καραθάνος
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

«Δύο εισαγγελείς»: Ο Σεργκέι Λόζνιτσα βυθίζεται στον σταλινικό εφιάλτη και παραδίδει μια καφκική αλληγορία εξουσίας 

Όπως η ζωή είναι μια περιπέτεια που σου συμβαίνει όταν χάνεις τον δρόμο σου (Φίλιπ Ροθ), έτσι και μια ταινία αναπάντεχη σαν το «Δύο εισαγγελείς» είναι αυτό που προκύπτει όταν αποφασίζεις να ξορκίσεις την Κυριακάτικη μελαγχολία υποκύπτοντας στη σκοτεινιά της κινηματογραφικής αίθουσας.

Στην Αποθήκη 1 του Λιμανιού της Θεσσαλονίκης, στην αίθουσα Τζον Κασσαβέτης, το πλήθος είναι πυκνό στην προβολή των 21:30, αλλά κανείς δεν είναι προετοιμασμένος για το βάρος που θα καθίσει στους ώμους του κατά τις δύο ώρες διάρκειας της βραβευμένης στο Φεστιβάλ Καννών ταινίας του Σεργκέι Λόζνιτσα, «Δύο εισαγγελείς».

Τοποθετημένο στη Σοβιετική Ένωση του 1937, στο απόγειο της σταλινικής τρομοκρατίας και στην καρδιά του Μεγάλου Τρόμου, το «Δύο εισαγγελείς» αφηγείται μια φαινομενικά απλή ιστορία: ένας νεαρός, ιδεαλιστής εισαγγελέας, ο Κορνιέφ, αποφασίζει να πάρει στα σοβαρά ένα γράμμα γραμμένο με αίμα πάνω σε ένα χαρτόνι, μια κραυγή απόγνωσης του κρατούμενου Στέπνιακ, ενός παλιού μπολσεβίκου που ψυχορραγεί στα κάτεργα της NKVD.

Από εκείνη τη στιγμή, ο Κορνιέφ εισέρχεται σε έναν δαιδαλώδη μηχανισμό που θυμίζει σε κάθε βηματισμό τον Πύργο του Κάφκα. Κάθε διάδρομος, κάθε κλειδωμένη μεταλλική πύλη και κάθε ατελείωτη αναμονή σε σκληρές ξύλινες καρέκλες, υπογραμμίζουν τη ματαιότητα της ατομικής ηθικής απέναντι σε ένα τραμπουκικό κράτος.

«Δύο εισαγγελείς»: Μια κινηματογραφική εμπειρία που σε στοιχειώνει © SBS Productions

Υπερβολικά σκληρή για να μην είναι αληθινή, η ταινία του Σεργκέι Λόζνιτσα βασίζεται σε νουβέλα του ακτιβιστή συγγραφέα Γκεόργκι Ντεμίντοφ, που κρατήθηκε στα γκουλάγκ για 14 χρόνια κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και καταδιώχθηκε από το κράτος μέχρι τον θάνατό του στα τέλη της δεκαετίας του '80.

Η απόφαση της παραγωγής να πραγματοποιήσει γυρίσματα σε μια πραγματική φυλακή του 1905 προσδίδει στην εικόνα μια αβάσταχτη αυθεντικότητα: Οι τοίχοι μοιάζουν να αναπνέουν ακόμη και τη μούχλα του εγκλεισμού, ενώ η ατμόσφαιρα του ερέβους υπογραμμίζει την αμείλικτη φύση της ταινίας. Δεν πρόκειται απλώς για ένα ιστορικό δράμα, αλλά για μια ανατομία του πώς η τυραννία μολύνει την πραγματικότητα. Ο Λόζνιτσα χρησιμοποιεί τα ζοφερά, ιδρυματικά κάδρα του για να δείξει πώς οι ειδικοί αντικαθίστανται από αγράμματους καιροσκόπους και ένστολους νταήδες, καθώς και πώς ο φόβος παραλύει ακόμη και τη σκέψη.

Ανάλογες απεικονίσεις της κτηνωδίας του εγκλεισμού και της εμπειρίας των γκουλάγκ έχουμε ίσως συναντήσει και σε βιβλία όπως το «Ιδιωτικές συναντήσεις» του Μάρτιν Έιμις, όμως τίποτα δεν προετοιμάζει για την ωμότητα της κινηματογραφικής εικόνας. Εκεί που ο Έιμις χρησιμοποιεί τη γλώσσα για να σκάψει στο τραύμα, ο Λόζνιτσα χρησιμοποιεί τη σιωπή και τον χρόνο.

Ο σκηνοθέτης κινηματογραφεί τη γραφειοκρατία ως ζωντανό οργανισμό που αυτοπροστατεύεται. Στα ακίνητα κάδρα, στους ατελείωτους διαδρόμους, στις σκάλες που δεν οδηγούν πουθενά, διαγράφεται αδρά μια εξουσία αόρατη αλλά πανταχού παρούσα, που δεν χρειάζεται να απειλεί, αρκεί να περιμένει, που μολύνει κάθε οργανισμό με το βακτήριο της ενοχής.

Το πολιτικό στοιχείο της ταινίας είναι αμείλικτο. Οι φυλακές, οι ανακρίσεις, οι άρρωστοι κρατούμενοι και τα καμένα γράμματα προς τον «Σύντροφο Στάλιν» συνθέτουν ένα σύμπαν όπου ο άνθρωπος συνθλίβεται όχι από μεμονωμένους δήμιους, αλλά από τη ρουτίνα της καταστολής.

Δεν πρόκειται για ταινία αγωνίας με την κλασική έννοια. Γνωρίζεις εξαρχής ότι η ιστορία δεν θα δικαιώσει τον ήρωα. Η ένταση ποντάρει αλλού: Στη σταδιακή συνειδητοποίηση ότι η λογική, η ηθική και ο νόμος είναι άχρηστα εργαλεία σε ένα καθεστώς τρόμου. Μπορεί άλλωστε η υπόθεση να διαδραματίζεται το 1937, όμως η σκιά του Αλεξέι Ναβάλνι επιμένει να θυμίζει πως οι μηχανισμοί τυραννίας δεν ανήκουν στο κατάστιχο του παρελθόντος.