Κινηματογραφος

Ο Νίκος Ξανθόπουλος κι εμείς του πανεπιστημίου

Η συγγραφέας Ελισάβετ Παπαδοπούλου σχολιάζει μια γενιά και μια αισθητική που κορόιδευε ό,τι είχε σχέση με τις ταινίες του

elisavet-papadopoulou.jpg
Ελισάβετ Παπαδοπούλου
ΤΕΥΧΟΣ 856
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Νίκος Ξανθόπουλος
© Facebook, Nikos Xanthopoulos

Νίκος Ξανθόπουλος: Σχόλιο για την εποχή και τον λοιδορούμενο πόνο στις ταινίες του.

Ανήκω σε μια γενιά και μια αισθητική (τρομάρα μας) που με έκανε να κοροϊδεύω ό,τι είχε σχέση με τον Νίκο Ξανθόπουλο. Πολύ κλάψα, βρε παιδί μου (μόνιμη ατάκα συνοδός στο όνομά του). Και ας βούιζε στ’ αυτιά μου το «πετραδάκι-πετραδάκι», χιλιοτραγουδισμένο από τον μπαμπά μου – λαϊκός κι αυτός τι να κάνουμε, αγρότης για την ακρίβεια. 

Εγώ όμως ήμουν μία του πανεπιστημίου, επί εποχής Πασόκ μάλιστα. Προ των πυλών ήταν το Κλικ του Κωστόπουλου, κι εμείς επί των επάλξεων για μια Ελλάδα νέα. Απ’ ό,τι φάνηκε, αμνήμονα, και φανατικά αντιστασιακή σε κάθε αξία που μας είχαν κληροδοτήσει μέχρι τότε. Ειδικά από γονείς σαν τους δικούς μου. Συγκρατημένοι στη χαρά και στη λύπη, συγκρατημένοι στα λόγια, συγκρατημένοι στις σκέψεις. Η αξιοπρέπεια του λιγοστού, δηλαδή. Τι να μου κάνει εμένα τέτοια αξιοπρέπεια εκείνη την εποχή. Την ποδοπατούσα, σαν ένδειξη συμβιβασμού, σαν μια χαμένη μάχη.

Τα πάντα αρμένιζαν, τα πάντα ήταν δυνατά, η λύπη είχε για πρώτη φορά στη σύγχρονη ιστορία της Ελλάδας ενοχοποιηθεί. Ήταν τα χρόνια που η ελαφρότητα θεσπίστηκε σαν αξία, κι εμείς την υπηρετούσαμε, σαν έτοιμοι από καιρό. Εγγονοί εκτοπισμένων σε ξερονήσια, πολεμιστών του σαράντα, αδελφοκτόνων του εμφυλίου, είπαμε να ξεμπερδέψουμε μια και καλή με όλα αυτά. Και τους βγάλαμε τη γλώσσα. Πολύ μας είχαν κουράσει. Αυτοί και οι επόμενοι. Εξάλλου και οι αγωνιστές του Πολυτεχνείου είχαν απαλλαγεί από τα μούσια τους, είχαν καθίσει σε διευθυντικές καρέκλες, και τα ταγάρια δεν ήταν πια στη μόδα. Η μόστρα είχε αρχίσει να παίρνει κεφάλι, και πολλοί την πήραν στο κατόπι.

Το μόνο που με έσωσε απ’ το μην κατρακυλήσω εντελώς στην επιφάνεια εκείνης της εποχής, ήταν η αξιοπρέπεια του λιγοστού που είχε εγκατασταθεί μέσα μου, φάρος και φρένο. Κι ήταν φτιαγμένη αυτή η αξιοπρέπεια από πολλών λογιών θρήνους και στερήσεις, κάποιες από τις οποίες «γελοιωδώς δραματικά», κατά τη γνώμη ημών του πανεπιστημίου, εκφράστηκαν από τον Ξανθόπουλο.

Εννοείται πως δεν έρχομαι σήμερα να πω ότι οι ταινίες του Ξανθόπουλου υπήρξαν αριστουργήματα, ωστόσο αυτό που έρχομαι να πω είναι ότι υπήρχε μεγάλος πόνος εκείνη την εποχή, της ξενιτιάς, των μεγάλων αποχωρισμών, πολλά δάκρυα, στις αποβάθρες των τρένων, στις γειτονιές των εργατών, αλλά και στα χωριά. Πόνος εντελώς ωμός και εντελώς ενεστώς για να μπορέσει να γίνει τέχνη. Ένας πόνος όμως, αυτός ο λοιδορούμενος στις ταινίες του Ξανθόπουλου, που μας παρέδωσε μια Ελλάδα που μπόρεσε να κοιτάξει πέρα από τα παπούτσια της, να μορφώσει τις αμόρφωτες μάζες της σε μεγαλύτερο ποσοστό από οποιαδήποτε άλλη ευρωπαϊκή χώρα, να δώσει λαμπρούς επιστήμονες σε όλο τον κόσμο και να φέρει νόμπελ και όσκαρ. Μέσα στο κλίμα εκείνης της εποχής ήταν και οι ταινίες του Ξανθόπουλου, αλλά και άνθρωποι σαν τον Ξανθόπουλο.

Αντιγράφω παρακάτω απόσπασμα από συνέντευξή του στο περιοδικό «Γυναίκα», που πολύ με συγκίνησε:

«Λογαριάζαμε, μάλιστα, αντί να δίνουμε σε μια πόλη φωτογραφίες μας με αυτόγραφα, να μοιράζουμε βιβλία στα παιδάκια και τους θεατές. Παραδείγματος χάριν τα “Απομνημονεύματα” του Μακρυγιάννη. Έναν Σολωμό, έναν Παπαδιαμάντη... Να τα διαβάσει, να ανοίξει τα μάτια του το παιδάκι. Κι αυτό από καημό...

Στη γειτονιά, που έμενα εγώ, δεν υπήρχε βιβλίο. Όλος ο κόσμος ήταν αγράμματος. Ο πατέρας μου ήταν τσαγκάρης. Κάποτε με ρώτησε: “Τι δώρο θέλεις να σου κάνω, ρε;”. Του λέω: “Πατέρα, να μου πάρεις ένα βιβλίο”. “Δεν θέλεις” μου λέει “να σου πάρω ένα σακάκι να πιάσει και τόπο; Τι να το κάνεις το βιβλίο;”. Εγώ επέμενα, “βιβλίο”. “Ποιο βιβλίο;” λέει. “Τη Zωή εν τάφω” του απαντώ. “Όχι” μου λέει “μη μ’ ανακατεύεις με παπάδες”... Κατάλαβες;»

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Tα καλύτερα άρθρα της ημέρας έρχονται στο mail σου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Ο Τιμοτέ Σαλαμέ στην ταινία «Marty Supreme» σε σκηνοθεσία Τζος Σάφντι
Marty Supreme: Το Όσκαρ στον κύριο Τιμοτέ Σαλαμέ, παρακαλώ

Η εντυπωσιακή παράσταση του 30χρονου ηθοποιού δίνει το έναυσμα στον σκηνοθέτη Τζος Σάφντι για να παρουσιάσει ένα σκληρό δράμα γύρω από την προσωπική μοναξιά και τη σημασία τού να κυνηγάς το όνειρό σου

Ύβρις της ανθρωπότητας
Η ύβρις της ανθρωπότητας: Το ντοκιμαντέρ του Γιώργου Αυγερόπουλου προκαλεί βαθιά ανησυχία

Ο δημιουργός ποντάρει στην αίσθηση που προκαλεί η δύναμη της εικόνας, που «αφηγείται» την καταστροφική κλιματική αλλαγή σε συνδυασμό με τον εξωφρενικό τρόπο που το παρελθόν συναντιέται με το μέλλον. 

Kontinental 25
Kontinental 25: Ο Ράντου Ζούντε εναντίον όλων

Με ειρωνικές μπηχτές για τα τετριμμένα πλέον ευρωπαϊκά συνθήματα περί ισότητας ή αδελφοσύνης και με οξεία ματιά πάνω στο θέμα της ατομικής ευθύνης, ο ρουμάνος σκηνοθέτης υπογράφει ένα στιβαρό δράμα

Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.

// EMPTY