Κινηματογραφος

Κριτική ταινίας: Παρίσι, 13ο Διαμέρισμα

Το γαλλικό σινεμά στα καλύτερα του

Κωνσταντίνος Καϊμάκης
ΤΕΥΧΟΣ 831
1’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Κριτική για την ταινία «Παρίσι, 13ο Διαμέρισμα (Paris, 13th District)» του Ζακ Οντιάρ με τους Λουσί Ζανγκ, Μακίτα Σαμπά, Νοεμί Μερλάν, Τζένι Μπεθ.

Η Εμιλί γνωρίζει τον Καμίλ όταν βάζει αγγελία για να νοικιάσει ένα δωμάτιο στο σπίτι της γιαγιάς της και γρήγορα γίνονται εραστές. Η 32χρονη Νορά φτάνει με όνειρα στο Παρίσι για να συνεχίσει τις σπουδές που είχε σταματήσει πριν από καμιά δεκαριά χρόνια ώσπου ένα τραυματικό γεγονός τη φέρνει σε επαφή αρχικά με την Αμπέρ και στη συνέχεια με τον Καμίλ. Οι ζωές όλων θα συναντηθούν με αναπάντεχο τρόπο στη συνοικία «Les Olympiades» στο 13ο διαμέρισμα του Παρισιού. 

Υποψήφια για το Χρυσό Φοίνικα του 2021 ήταν το «Παρίσι, 13ο Διαμέρισμα», αλλά ηττήθηκε από το «Titane» της Ζουλιά Ντικουρνό. Ο Οντιάρ, κάτοχος του Φοίνικα το 2015 με το «Dheepan, ο άνθρωπος χωρίς πατρίδα», έχει έναν μοναδικό τρόπο να μεταπηδά από το ένα κινηματογραφικό είδος στο άλλο χωρίς δυσκολίες. Σκεφτείτε ότι η αμέσως προηγούμενη ταινία του ήταν το αμερικανικό γουέστερν «Οι αδελφοί Σίστερς» (2018) με τους Χοακίν Φίνιξ, Τζέικ Τζίλενχαλ και Τζον Σ. Ράιλι, ενώ το ντεμπούτο του ήταν το μακρινό 1994 με το νουάρ «Κοίτα τους άντρες όταν πέφτουν». Ενδιάμεσα υπέγραψε κάποια σπουδαία ανθρώπινα δράματα, όπως τα «Σώμα με σώμα» και ο «Χτύπος που έχασε η καρδιά μου», ενώ ο «Προφήτης» του από το 2009 είναι ένα ασύγκριτο φιλμ που συνδέει άψογα το υπαρξιακό δράμα με το θρίλερ φυλακής. Στο «Παρίσι, 13ο διαμέρισμα» ένα τρίγωνο (ιψένικο μόνο στην όψη) που μετατρέπεται σε… τετράγωνο, χρησιμεύει στον Γάλλο δημιουργό να αφηγηθεί μια ιστορία για το σεξ και τον έρωτα που πάντως έχει πολλά παραπάνω να πει. Την αρχική ιδέα ο Οντιάρτην εμπνεύστηκε από το  graphic novel του Αντριάν Τομάιν που καταπιάνεται με τις ερωτικές ζωές κάποιων σύγχρονων νεαρών Παριζιάνων. Ο σκηνοθέτης ανέδειξε τα καλαίσθητα και εικαστικά κάδρα του πρωτότυπου υλικού με το χαρακτηριστικό ύφος του: σκηνοθετική φρεσκάδα, σπινθηροβόλοι διάλογοι (που θα θυμίσουν στον παλιό σινεφίλ το «Μια νύχτα με την Μοντ»), ντελικάτη γραφή, αφοπλιστική αμεσότητα. Εκείνο όμως που εντυπωσιάζει και δίνει στην ταινία μια ποιητική μεγαλοπρέπεια είναι το διακριτικό, γλυκόπικρο πνεύμα με το οποίο «ντύνει» τις μικρές (ανεπαίσθητες αλλά τόσο κομβικές) λεπτομέρειες των ανθρώπινων ιστοριών του. Μπορεί οι σκηνές σεξ στα λιτά διαμερίσματα της νοτιοανατολικής εργατικής συνοικίας του Παρισιού  να είναι από μόνες τους πηγή απίστευτης κινηματογραφικής ομορφιάς, αλλά είναι απλώς το πρόσχημα για να ξεδιπλωθεί ο αυθεντικός προβληματισμός του σεναρίου που υπογράφουν από κοινού οι Οντιάρ και Σιαμά («Το πορτρέτο μιας γυναίκας που φλέγεται»). Το «Les Olympiades» (όπως είναι ο αυθεντικός τίτλος του φιλμ) δεν είναι απλώς μια ατμοσφαιρική, σέξι και σαγηνευτική πολλαπλή ιστορία ενηλικίωσης: κυρίως είναι μια τρυφερή ματιά πάνω στο αποτύπωμα μιας σύγχρονης πολυφυλετικής Βαβέλ γεμάτης αντιθέσεις. Μοναξιά, ανωριμότητα, συναισθηματική αναπηρία, αγωνία για την καθημερινή επιβίωση, πληγές ανοιχτές… Όλα κομμάτια ενός κοινωνικοπολιτικού αφηγήματος (το μεταναστευτικό δίνεται τόσο διακριτικά, που σχεδόν περνά απαρατήρητο) που συνδέονται με τον ερωτικό λόγο και την ανάγκη για συντροφικότητα, σε μια από τις πιο μελαγχολικές, σκληρές και σκοτεινές εκδοχές της «Πόλης του φωτός».