Κινηματογραφος

The United States εναντίον Billie Holiday

Η ταινία μπήγει καρφιά στους αστραγάλους και τους καρπούς της Billie Holiday και την ανεβάζει στον σταυρό

Φίλιππος Κόλλιας
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Στο «The United States vs Billie Holiday», ένας νεαρός Αφροαμερικανός πράκτορας του FBI μετανιώνει για τον ρόλο του στη δίωξη της Holiday.

Το 1972, στην ταινία «Lady Sings the Blues» την Billie Holiday υποδυόταν η Diana Ross: πριν να προβληθεί η ταινία του Sidney J. Furie, λίγοι πίστευαν ότι η Diana Ross θα τα έβγαζε πέρα στον απαιτητικό ρόλο -αλλά τόσο η ηθοποιός όσο και το «Lady Sings the Blues» απέσπασαν καλές κριτικές, πέντε υποψηφιότητες για Όσκαρ και μια Χρυσή Σφαίρα για την Diana Ross. 

H σημερινή απόπειρα βιογράφησης της Billie Holiday (1915-1959) είναι λιγότερο επιτυχημένη. Αν και δείχνει τη σκληρότητα και τη δυστυχία στην οποία καταδικάζονταν οι Αφροαμερικανοί καλλιτέχνες πριν από την εποχή των πολιτικών δικαιωμάτων, το ότι στηρίζεται στο βιβλίο «Chasing the Scream: The First and Last Days of the War on Drugs» μετατοπίζει το ενδιαφέρον από τη μουσική στα ναρκωτικά: μια πολυσυζητημένη πλευρά της τζαζ και των μπλουζ που τελικά μοιάζει να επιβεβαιώνει την προκατάληψη περί «μουσικής της ζούγκλας». Το «Chasing the Scream: The First and Last Days of the War on Drugs» του Βρετανού δημοσιογράφου Johann Hari που κυκλοφόρησε το 2015, εξετάζει την ιστορία και τον αντίκτυπο της ποινικοποίησης της χρήσης ναρκωτικών και το πώς οι αστυνομικές αρχές κυνηγούσαν αγριότερα τους Μαύρους απ’ ό,τι τους λευκούς.

Έτσι, αν και η βραβευμένη με Χρυσή Σφαίρα Andra Day είναι πειστική στον ρόλο της Holiday, η σκηνοθεσία του Lee Daniels, που είναι γνωστός από τις προκλητικές ταινίες «Paperboy» και «Precious», ενδιαφέρεται περισσότερο για την τοξικομανία της μεγάλης τραγουδίστριας παρά για την τέχνη της. Το σενάριο της Suzan Lori-Parks, τονίζει τις λεπτομέρειες του εθισμού και της αυτοκαταστροφικής συμπεριφοράς όπως ο αλκοολισμός, οι σχέσεις βίας και ο σεξουαλικός καταναγκασμός. Αντί να δούμε δηλαδή την εξέλιξη της τέχνης της Billie Holiday στο περιβάλλον της δεκαετίας του 1940 και του 1950, βλέπουμε ανθρώπους να δέρνονται, άντρες να χτυπούν ο ένας τον άλλον, άντρες να χτυπούν γυναίκες, Μαύρους να ξεπουλάνε και να εκμεταλλεύονται άλλους Μαύρους για επιρροή ή χρήματα, και μια σειρά από λευκούς, σαν καρικατούρες, να βασανίζουν τους Μαύρους. Όλα αυτά συνέβαιναν βεβαίως, αλλά εδώ παρουσιάζονται κάπως σαδιστικά, όπως σαδιστής παρουσιάζεται και ο επικεφαλής της Δίωξης Ναρκωτικών. 

Πολλοί άνθρωποι πίστευαν ότι η τζαζ ήταν βάρβαρη μουσική που διέφθειρε τους αθώους λευκούς νέους. Αυτό είναι και το επίκεντρο της ταινίας το οποίο υπονοεί ο τίτλος: η ασχήμια της λευκής υπεροχής στα μέσα του 20ού αιώνα στην Αμερική και το πώς οι λευκοί έκαναν ακόμα πιο δύσκολη τη ζωή των Μαύρων. Πράγματι, η Holiday, στην οποία είχε απαγορευτεί να τραγουδάει το τολμηρό για την εποχή «Strange Fruit», έχασε την άδεια του καμπαρέ της και βρέθηκε μπλεγμένη με τον Νόμο για χρήση ναρκωτικών -τα οποία πιθανότατα έβαλαν οι ίδιοι οι αστυνομικοί στο καμαρίνι της. Το πρόβλημα με τον διώκτη της Holiday στην ταινία «United States vs Billie Holiday» είναι, όπως γράφει ο ιστότοπος του Roger Ebert «ότι μοιάζει με τον Έλμερ Φαντ που κυνηγάει τον Μπαγκς Μπάννυ.» 

Όλες οι βιογραφικές ταινίες, από το «Walk the Line» του Johnny Cash μέχρι το περυσινό «Judy» της Judy Garland περιλαμβάνουν την περιπέτεια του εθισμού και σίγουρα ο εθισμός των λευκών σταρ αντιμετωπιζόταν επιεικέστερα από την πλευρά του Νόμου. Στο «The United States vs Billie Holiday», περιλαμβάνεται και ένα σχετικό γεγονός όπου ο νεαρός Αφροαμερικανός πράκτορας του FBI Jimmy Fletcher (Trevante Rhodes) μετανιώνει για τον ρόλο του στη δίωξη της Holiday: στην πραγματικότητα όμως, δεν έγινε ποτέ καρδιακός της φίλος όπως απεικονίζεται εδώ. Αυτό που αμφισβητείται στην ταινία του Daniels δεν είναι η έλλειψη ειλικρίνειας -έτσι κι αλλιώς, πρόκειται για μυθοπλασία- αλλά το ότι ο Fletcher μπαίνοντας σε μια λυτρωτική σχέση με τη Holiday, μαθαίνει τα πιο φρικτά μυστικά της. Δύο από αυτά -το ότι έγινε ξανά και ξανά μάρτυρας ρατσιστικής βίας και το ότι την απομάκρυναν από τη μητέρα της στο πορνείο όπου μεγάλωσε- παρουσιάζονται σαν βόλτα στο πάρκο. Mιλάμε δηλαδή για έλλειψη βαθύτερης ειλικρίνειας από την παρουσίαση γεγονότων: το να εικονογραφείς τη μεγαλύτερη τραγουδίστρια της τζαζ και των μπλουζ σαν τελειωμένο τζάνκι είναι μια εύκολη επιλογή και ερεθίζει την ηδονοβλεπτικότητα.

Η ταινία μπήγει καρφιά στους αστραγάλους και τους καρπούς της Billie Holiday και την ανεβάζει στον σταυρό. Ο Daniels την ακολουθεί με κοντά πλάνα ενώ τραγουδάει, και στη συνέχεια κάνει crosscut και ξαφνικά τη βλέπουμε στα παρασκήνια να σουτάρει ή στο νοσοκομείο με το συκώτι της κατεστραμμένο.

Ο David Rooney έγραψε στο The Hollywood Reporter ότι «η Day υπνωτίζει ακόμα κι όταν το βιο-δράμα του Lee Daniels περιπλανιέται στον χάρτη της ζωής της Holiday με υφολογική ασυνέπεια και αφηγηματική δυσλειτουργία, χωρίς στέρεο συνδετικό νήμα. Είναι μπερδεμένη αλλά κατά κάποιον τρόπο σε αιχμαλωτίζει κυρίως λόγω της ερμηνείας της Day, ένα μείγμα αγανάκτησης, αντοχής και ευθραυστότητας». Στο Variety, ο Owen Gleiberman επαίνεσε επίσης την ερμηνεία της Day προσθέτοντας ότι η ταινία δείχνει το πώς στην τελευταία δεκαετία της ζωής της Holiday η φωνή της έγινε σκληρή και βραχνή όπως και η ψυχή της.» Ο Peter Bradshaw στον The Guardian βαθμολόγησε την ταινία με 2 στα 5 αστέρια σημειώνοντας τη συγκινητική ερμηνεία της Day και προσθέτοντας ότι η σκηνοθεσία είναι περίτεχνη αλλά της λείπει το θράσος και η εκκεντρικότητα των προηγούμενων ταινιών του  Daniels.

Η ταινία προβάλλεται στο Hulu.