Κινηματογραφος

Κριτική για τις νέες ταινίες της εβδομάδας (16-22 Μαΐου)

Μπέργκμαν: Ένας αιώνας, John Wick: Κεφάλαιο 3, Μια απίθανη σχέση, Sugartown - Για μια χούφτα ψήφους κι ακόμη 1 ταινία

Κωνσταντίνος Καϊμάκης
5’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ο Κωνσταντίνος Καϊμάκης κάνει την κριτική του για τις ταινίες που κυκλοφορούν αυτή την εβδομάδα (16-22 Μαΐου).

Μπέργκμαν: Ένας αιώνας (Searching for Ingmar Bergman) ***
Σκηνοθεσία: Μαργκαρέτε φον Τρότα
Σενάριο: Μαργκαρέτε φον Τρότα, Φέλιξ Μέλερ Μοντάζ: Μπετίνα Μπέλερ

Η Μαργκαρέτε φον Τρότα ερευνά τη ζωή και το έργο του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Με αρκετό αρχειακό υλικό (όπου εμφανίζεται ο ίδιος ο δημιουργός είτε σε προσωπικές συνεντεύξεις είτε σε γυρίσματα ταινιών του) το οποίο η γερμανίδα σκηνοθέτιδα δένει με τις απόψεις στενών συνεργατών του αλλά και κινηματογραφιστών που έχουν επηρεαστεί από τις ταινίες του, επιχειρείται το σκιτσάρισμα ενός αποκαλυπτικού πορτρέτου που δεν έχει στόχο την αγιογραφία του Μπέργκμαν αλλά την ανίχνευση των κυριότερων χαρακτηριστικών ενός σκληρού αλλά και αυθεντικού καλλιτέχνη.  

Το ξεκίνημα δεν θα μπορούσε να γίνει από άλλο μέρος. Η Φον Τρότα φτάνει στο νησί Φάρο, όπου όχι μόνο έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του ο Μπέργκμαν αλλά επέλεξε να θαφτεί εκεί σε μια «σεμνή» τελετή που προετοίμασε σχολαστικά για την αποφυγή λάθους (προτίμησε να βρει ο ίδιος το φέρετρό του για να μη διαλέξει η οικογένειά του κάποιο κακόγουστο) και ανεπιθύμητων επισκεπτών, καθώς έστειλε προσκλήσεις σε ελάχιστους φίλους και συγγενείς αλλά και σε όλους τους κατοίκους του Φάρο. Εννοείται ότι δεν υπήρξε ούτε ένας πολιτικός ή επίσκοπος στη λιτή κηδεία του, αφού είχε φροντίσει ο ίδιος για αυτό. Το φιλμ φωτίζει γνωστές (η αυστηρή πατρική φιγούρα, οι επεισοδιακές σχέσεις με τις γυναίκες που τις θεωρούσε ανώτερα όντα, τα βασανιστικά υπαρξιακά ζητήματα, οι σκληρές δοκιμασίες που έβαζε στους ηθοποιούς του κ.ά.) και λιγότερο γνωστές πτυχές (ίσως το πιο προσωπικό έργο του να είναι οι «Σκηνές από έναν γάμο» όπου αποκαλύπτει κομμάτια του χειρότερου εαυτού του, ενώ σε μια παλιά συνέντευξή του μιλά για τα όσκαρ και τα άλλα βραβεία που κέρδισε) από το σύμπαν του κορυφαίου δραματουργού που, όπως λέει κάποια στιγμή ο σκηνοθέτης Ολιβιέ Ασαγιάς στην κάμερα της Φον Τρότα, ήταν από τους σημαντικότερους θεατρικούς συγγραφείς του 20ού αιώνα «και θα είχε τιμηθεί σίγουρα με το Νόμπελ» αν δεν υπήρχε η εξίσου σημαντική κινηματογραφική πορεία του». Ο θαυμασμός της Φον Τρότα δεν κρύβεται: το φιλμ είναι φόρος τιμής σε έναν μεγάλο της έβδομης τέχνης που την επηρέασε όσο κανείς άλλος («όταν είδα την “Έβδομη σφραγίδα” συγκλονίστηκα και είδα τον κινηματογράφο, που μέχρι τότε υποτιμούσα, με άλλο μάτι» λέει η γερμανίδα) με αναφορές στα ξεχωριστά σημεία της τέχνης του, αλλά και μια ειλικρινής απόπειρα να καταγραφεί η μοναξιά, ο φόβος και το δράμα ενός βασανισμένου ανθρώπου που έψαχνε διαρκώς τη γαλήνη της ψυχής του. Όπως λέει κι ένας συγγενής του, «δυστυχώς είχε δαίμονες μέσα του, που δεν τον άφηναν να ευτυχήσει».


Sugartown - Για μια xούφτα ψήφους **
Σκηνοθεσία - σενάριο: Κίμωνας Τσακίρης
Μοντάζ: Τατιάνα Πανηγύρη

Ο έκπτωτος δήμαρχος της Ζαχάρως Πανταζής Χρονόπουλος καταφέρνει, μία εβδομάδα πριν από τις εκλογές του 2015, να του επιτραπεί να θέσει ξανά υποψηφιότητα για το ανώτατο αξίωμα της πόλης.

Ένα ιλαροτραγικό και σίγουρα ενδιαφέρον ντοκιμαντέρ που εκτός του επίκαιρου χαρακτήρα του (πλησιάζει η 26η Μαΐου) γίνεται καθρέφτης της ελληνικής κοινωνικής και πολιτικής σκηνής, με τον σκηνοθέτη Κίμωνα Τσακίρη να κλείνει την τριλογία του για τη δοκιμασμένη Ζαχάρω με τον πλέον προβλέψιμο, αλλά και εφιαλτικό, αν το πολυσκεφτεί κανείς, τρόπο. Στο πρώτο προ 12ετίας φιλμ το θέμα ήταν οι νύφες από την Ανατολική Ευρώπη του αναγκαστικά εργένικου πληθυσμού, στο δεύτερο οι πυρκαγιές που ρήμαξαν τον τόπο και τώρα η εκλογική αναμέτρηση του παλιού (ο δημοφιλής «Πανταζής») και του νέου (ένας ψυχίατρος απειλεί την κυριαρχία του) – και τα τρία δίνουν εικόνες μιας εκλογικής αναμέτρησης βγαλμένης θαρρείς από το χρονοντούλαπο της ιστορίας. Κοινός πρωταγωνιστής και στα τρία φιλμ είναι ο παλιός χωροφύλακας Πανταζής Χρονόπουλος που κατάφερε να πραγματοποιήσει μια εντυπωσιακά ανθεκτική πολιτική πορεία μένοντας στο τιμόνι της Ζαχάρως για 12 ολόκληρα χρόνια. Ο φακός του Τσακίρη δεν παίρνει θέση αλλά φωτίζει αυθεντικά περιστατικά, οδηγώντας με αυτή την τακτική τον θεατή στο να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα γύρω από το «φαινόμενο Χρονόπουλος». Ο τελευταίος δεν μοιάζει να φοβάται τίποτα και κανένα, δηλώνει αποφασισμένος να νικήσει οριστικά τους αντιπάλους του και απειλεί «να λιώσει τα κεφάλια εκείνων που θα μπουν εμπόδιο στην ανάπτυξη της Ζαχάρως». Ως σερίφης από την Άγρια Δύση κάνει κουμάντο στην περιοχή, βάζοντας σε λειτουργία τα όπλα που τον διατηρούν εδώ και χρόνια απόλυτο άρχοντα της περιοχής και γεννά δεκάδες ερωτήματα για το «πού πάει τελικά αυτή η χώρα»…


John Wick: Κεφάλαιο 3 (John Wick: Chapter 3 - Parabellum) **
Σκηνοθεσία: Τσαντ  Σταέλσκι
Πρωταγωνιστούν: Κιάνου Ριβς, Χάλι Μπέρι, Αντζέλικα Χιούστον

Ο Τζον Γουίκ σκοτώνει ένα μέλος μιας σκιώδους διεθνούς αδελφότητος και γίνεται στόχος για τους πιο αδίστακτους και σκληρούς εκτελεστές του κόσμου. Επικηρύσσεται για 14 εκ. δολάρια και σε κάθε του βήμα συναντά και έναν αποφασισμένο δολοφόνο.

Τρίτο μέρος ενός action franchise με ήρωα έναν μοναχικό εκτελεστή που θέλει την ησυχία του αλλά δεν τον αφήνουν να αγιάσει. Στο πρώτο φιλμ είδαμε το λάθος των κακών να σκοτώσουν το σκυλάκι του, που άνοιξε ουσιαστικά τον Ασκό του Αιόλου για τον Τζον Γουίκ που υποδύεται ξανά με αμφισβητούμενη ζεν ηρεμία, ο κατά τα λοιπά συμπαθής Κιάνου Ριβς. Έκτοτε ο Γουίκ μακελεύει ό,τι κινείται, κυλιέται στη λάσπη και το αίμα (κυρίως των άλλων) αλλά πάντα βρίσκει τη δύναμη να συνεχίσει, κάτι που προφανώς θα συμβεί και μετά το τέλος αυτού του φιλμ. Η διαφορά με τα άλλα δύο είναι πως εδώ είναι πιο έντονη η αυτοσαρκαστική διάθεση (σε μια σκηνή που 2 Ασιάτες έχουν τσακίσει στο ξύλο τον Γουίκ σταματούν για να του εκφράσουν τον θαυμασμό τους), κάποιες χορογραφίες –οι πιο θεαματικές εκείνες με τα σκυλιά της Χάλι Μπέρι να ορμούν στα γεννητικά όργανα των εχθρών– κεντάνε, αλλά η τελική εντύπωση είναι πως όλα εκτός από χιλιοφορεμένα είναι και ανούσια.


Μια απίθανη σχέση (Long Shot) **½
Σκηνοθεσία: Τζόναθαν Λεβάιν
Πρωταγωνιστούν: Σαρλίζ Θερόν, Σεθ Ρόγκεν, Τζουν Ντάιαν Ραφαέλ

Ο ασυμβίβαστος δημοσιογράφος Φρεντ Φλάρσκι ξανασυναντάει τον πρώτο του έρωτα που τυχαίνει να είναι η υπουργός Εξωτερικών της Αμερικής Σάρλοτ Φιλν, η οποία έχει βλέψεις για τον Λευκό Οίκο. Η Σάρλοτ γοητεύεται από το πηγαίο  χιούμορ του Φρεντ και τις αναμνήσεις που έχει από τον νεανικό της ιδεαλισμό και τον παίρνει στο επιτελείο της για να της γράφει τους λόγους.

Η χημεία των Ρόγκεν - Θερόν φαινομενικά έμοιαζε ανύπαρκτο σχήμα αλλά –ευτυχώς– διαψευστήκαμε. Οι δύο ηθοποιοί τα βγάζουν πέρα θαυμάσια με τις απαιτήσεις που έχει το ζόρικο σενάριο και οδηγούν τη rom-com του Λεβάιν («50/50», «Αγάπησα ένα ζόμπι») σε ένα αστείο, επεισοδιακό και έντονο ειδύλλιο για την πολιτική, τον ακτιβισμό, την αμερικανική εξωτερική πολιτική και τον έρωτα. Πολλά από τα κωμικά κλισέ του είδους της ρομαντικής κομεντί γίνονται σκόνη κυρίως από την πληθωρική εμφάνιση του ικανότατου Ρόγκεν, που κυριολεκτικά παίζει τον εαυτό του. Εκ των κυριότερων εκφραστών της νέας αμερικανικής κωμωδίας, ο Kαναδός δεν διστάζει να φτάσει στα άκρα την περσόνα του συμπαρασύροντας στο κωμικό κρεσέντο του τη Θερόν. Βέβαια κάποια στιγμή το φιλμ κατεβάζει ταχύτητα, αφού κινδύνευσε να βγει εκτός ελέγχου, αλλά ok, μέχρι τότε έχουμε περάσει πολύ καλά, ενώ είναι θεμιτό κάτι τέτοιο, καθώς ο σκοπός (η σάτιρα της πολιτικής αμερικανικής σκηνής ξεκινά από τον ηθοποιό σαπουνόπερας που γίνεται πλανητάρχης και φτάνει μέχρι τις ατάκες του Φρεντ που κάνουν σκόνη τα αμερικανικά ιδεώδη) της «Απίθανης σχέσης» έχει επιτευχθεί!


ΑΚΟΜΗ

Στο γαλλοβελγικό δράμα εποχής «Μια αγάπη ανέφικτη» (**) της Κατρίν Κορσινί, η Βιρζινί Εφιρά ζει έναν ταλαίπωρο έρωτα που διαρκεί στον χρόνο παρά τις δυσκολίες του. Χωρισμένο σε τρία μέρη, το άνισο φιλμ της Κορσινί, που βασίζεται στο μυθιστόρημα της Κριστίν Ανγκό, μιλά για το ερωτικό πάθος, τη μητρότητα αλλά και τη χειραγώγηση με τρόπο που δεν είναι πάντα πειστικός, ενώ προβλήματα υπάρχουν και στη μετάβαση από τη μια εποχή στην άλλη, ειδικά στο κομμάτι της μεταμόρφωσης ή αλλαγής των κεντρικών χαρακτήρων.