Φωτογραφια

Μίνα Τρικάλη: Εκεί όπου η φωτογραφία συναντά το νήμα

Η φωτογράφος μιλά για τη συνεργασία της με την κεντήστρα Νανά Λαμπράκη, την έκθεση «Όσα δεν ειπώθηκαν, κεντήθηκαν» και την προίκα των γυναικών
Δώρα Λαβαζού
9’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η έκθεση «Όσα δεν ειπώθηκαν, κεντήθηκαν» της φωτογράφου Μίνας Τρικάλη και της κεντήστρας Νανάς Λαμπράκη προσεγγίζει την προίκα ως άγραφη ιστορία των γυναικών και ως φορέα μνήμης που συνδέει τις γενιές.

Όσα δεν ειπώθηκαν από τις γυναίκες μιας άλλης εποχής πέρασαν συχνά στα χέρια τους. Στην κλωστή, στο ύφασμα και στις βελονιές μιας προίκας αποτυπώθηκαν σκέψεις, επιθυμίες, φόβοι και όνειρα. Από αυτή τη χειρονομία ξεκινά η νέα δουλειά της φωτογράφου Μίνας Τρικάλη, «Όσα δεν ειπώθηκαν, κεντήθηκαν», ένα εικαστικό έργο στο οποίο η φωτογραφία συναντά το κέντημα και η προσωπική μνήμη μετατρέπεται σε συλλογική αφήγηση.

Η έκθεση παρουσιάζεται στη Δημοτική Πινακοθήκη Ηρακλείου, στο πλαίσιο της παράλληλης δράσης «Γυναίκες» του Φεστιβάλ Κρήτης 2026, με τη χρηματοδότηση της Περιφέρειας Κρήτης και την υποστήριξη της Διεύθυνσης Πολιτισμού και του Αυτοτελούς Γραφείου Ισότητας της Περιφέρειας Κρήτης. Η παράλληλη δράση «Γυναίκες – Πολιτιστική Κληρονομιά – Δημιουργία» τελεί υπό την αιγίδα της Ελληνικής Εθνικής Επιτροπής για την UNESCO, του Υπουργείου Πολιτισμού και της Γενικής Γραμματείας Ισότητας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Μέσα από δέκα γυναικείες μορφές, πραγματικές μαρτυρίες, αρχειακό υλικό και τη συνεργασία της με την κεντήστρα Νανά Λαμπράκη, η Μίνα Τρικάλη επιστρέφει στην προίκα όχι ως αντικείμενο του παρελθόντος, αλλά ως φορέα μνήμης, βιωμάτων και κληρονομιάς. Ένα νήμα που περνά από γενιά σε γενιά και, μέσα από τη φωτογραφία και το κέντημα, αποκτά μια νέα ανάγνωση.

Στη συνέντευξή της στην Athens Voice, η Μίνα Τρικάλη μιλά για το παλιό μπαούλο στο πατρικό της σπίτι στα Τρίκαλα, που έγινε η αφετηρία του έργου, για τη θέση και τους ρόλους της γυναίκας μέσα στον χρόνο, για την προίκα ως φορέα μνήμης, για τη σχέση πραγματικότητας και μυθοπλασίας στη φωτογραφία, αλλά και για τη δημιουργική συνάντησή της με την κεντήστρα Νανά Λαμπράκη. Και, τελικά, για το τι αξίζει να κρατήσουμε από την «προίκα» των γυναικών που προηγήθηκαν και τι χρειάζεται να έχουμε το θάρρος να αφήσουμε πίσω.

«Όσα δεν ειπώθηκαν, κεντήθηκαν» είναι ένας τίτλος που μοιάζει να κρύβει μια ολόκληρη ιστορία. Ποια ήταν η πρώτη εικόνα ή μνήμη που σας οδήγησε σε αυτή την έκθεση;

Αγαπημένη μου συνήθεια, κάθε φορά που επισκέπτομαι το πατρικό μου σπίτι στα Τρίκαλα, είναι να ανοίγω ένα παλιό μπαούλο της μαμάς μου, όπου φυλάσσεται μέρος της προίκας μου. Όχι τόσο για να δω το περιεχόμενό του, όσο για να αντικρίσω την εικόνα που βρίσκεται στο καπάκι του: ένα παλιό εξώφυλλο περιοδικού, όπου απεικονίζεται η Τζένη Καρέζη. Ένα πορτρέτο που, ομολογώ, δεν έχω ξαναδεί κάπου αλλού. Όλα αυτά τα χρόνια είναι φύλακας της προίκας μου, ακροατής των ονείρων μου και σιωπηλός μάρτυρας της εξέλιξής μου. Είναι βαθιά δεμένο με τις αναμνήσεις της παιδικής μου ηλικίας και με την έννοια της προίκας. Πάνω απ’ όλα, όμως, είναι η κρυψώνα ιστοριών που φανταζόμουν ότι κουβαλούσαν τα εργόχειρα μέχρι να φτάσουν στα χέρια μου. Ιστορίες που έπλαθα εγώ, ιστορίες που δεν είχαν ειπωθεί ποτέ, αλλά είχαν κεντηθεί.

Πότε συνειδητοποιήσατε ότι αυτά τα κεντήματα δεν ήταν απλώς οικογενειακά κειμήλια, αλλά φορείς μνήμης και ιστορίας;

Κατά την πορεία της έρευνας, πολλές γυναίκες μοιράστηκαν μαζί μου τις ιστορίες τους. Εκεί η προίκα μου «καθρεφτίστηκε» στις δικές τους και ένιωσα ότι τα κεντίδια της μητέρας μου δεν ανήκαν μόνο στο δικό μας σπίτι. Όταν κατάλαβα ότι, για καθεμία από αυτές, οι βελονιές στο πανί ήταν σκέψεις που δεν ειπώθηκαν ποτέ δυνατά, συνειδητοποίησα πως αυτά τα κεντήματα ανήκουν τελικά σε όλες μας. Πλέον, κοιτάζοντας την προίκα μου, δεν βλέπω απλώς την ιστορία της οικογένειάς μου. Βλέπω όλες εκείνες τις γυναίκες που τη μετέφεραν από γενιά σε γενιά, αφήνοντας πάνω στα υφάσματά τους το δικό τους αποτύπωμα. Τα εργόχειρα έπαψαν να είναι κειμήλια κλεισμένα σε μπαούλα. Μεταμορφώθηκαν σε καταφύγια μιας κοινής, συλλογικής μνήμης.

Στην έκθεση συναντάμε δέκα γυναικείες μορφές που κινούνται ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη μυθοπλασία. Ποια είναι τελικά η γυναίκα που φωτογραφίζετε και πώς γεννήθηκε η φωνή της;

Μέσα από τα συναισθήματα και τις σκέψεις που μοιράστηκαν μαζί μου γυναίκες διαφορετικών ηλικιών, από διαφορετικά μέρη της Ελλάδας, συνειδητοποίησα ότι μοιράζονται κοινές εμπειρίες, σκέψεις και βιώματα. Η γυναίκα που φωτογραφίζω είναι μια φιγούρα που κουβαλά όλες τις προσδοκίες, τις απουσίες, τις επιθυμίες και τα εμπόδια που άκουσα. Δεν πρόκειται για ένα μεμονωμένο άτομο, αλλά για ένα πρόσωπο που συμπυκνώνει πολλές γενιές. Μπορεί να είναι η μητέρα μου, η γιαγιά μου, μια γυναίκα που έζησε πριν από εμένα, αλλά ταυτόχρονα μπορεί να είμαι κι εγώ. Κοιτάζοντάς την, μπορείς να αναγνωρίσεις κάτι δικό σου μέσα της. Έρχεται από το παρελθόν, αλλά η σύνδεση φτάνει μέχρι τις μέρες μας. Γι’ αυτό και οι περισσότερες μορφές δεν φέρουν όνομα, αλλά συλλογικούς, αρχετυπικούς ρόλους, όπως «Η Χήρα», «Η Νύφη», «Η Προξενήτρα». Εξαίρεση αποτελούν μόνο δύο γυναίκες, οι οποίες κρατούν το δικό τους όνομα: η Φιλομήλα και η Ευάνθη. Με αυτή την επιλογή ήθελα να δώσω μια πιο προσωπική διάσταση στο έργο, αλλά και να κλείσω μέσα τους δύο μεγάλες δυνάμεις της γυναικείας εμπειρίας. Η Ευάνθη συμβολίζει την άνθιση, τη γέννηση και τη χαρά, ενώ η Φιλομήλα κουβαλώντας τον αρχαίο μύθο της γυναίκας που στερήθηκε τη φωνή της και μίλησε μέσα από το υφαντό της συμβολίζει τη δυσκολία, τον πόνο, αλλά και την εσωτερική δύναμη. Είναι δύο διαφορετικές όψεις της ίδιας, κοινής μοίρας. Η φωνή τους γεννήθηκε μέσα από μια συγκλονιστική διαπίστωση: ότι οι παλαιότερες γενιές γυναικών δεν μιλούσαν, αλλά το κέντημα γινόταν η δική τους μυστική γλώσσα για όσα έπρεπε να μείνουν σιωπηλά ή κρυφά. Η προίκα τους, κλεισμένη σε σκοτεινά μέρη, κουβαλά τις ιστορίες τους, αλλά δεν αποκαλύπτει τι σκεφτόταν μια γυναίκα όταν κεντούσε. Αυτό ακριβώς ήθελα να τους επιτρέψω να πουν. Ήθελα να τους δώσω κάτι που τους στερήθηκε: τη φωνή. Δεν μιλώ, όμως, εκ μέρους τους. Ο πραγματικός πυρήνας της έκθεσης παραμένει στις δικές τους αποδελτιωμένες ιστορίες. Φιλτράροντας αυτά τα βιώματα, προσπάθησα να φανταστώ τι θα έλεγαν αν τους δινόταν τότε η ευκαιρία. Αυτές οι μικρές φράσεις λειτουργούν σαν μικρές εξομολογήσεις. Είναι τα παράπονα, τα όνειρα, οι ευχές, οι σκέψεις που δεν είπαν ποτέ φωναχτά. Όπως, για παράδειγμα, το συγκλονιστικό: «Την προίκα μου την κέντησα, όχι το ριζικό μου», που μου είπε μια ανύπαντρη γυναίκα. Από μία τέτοια αυτούσια φράση γεννήθηκε και ο τίτλος του έργου.

Η φωτογραφική σας προσέγγιση είναι σκηνοθετημένη και όχι ντοκιμαντερίστικη. Γιατί επιλέξατε τη μυθοπλασία για να μιλήσετε για μια τόσο πραγματική και βιωμένη εμπειρία;

Νομίζω ότι με μια καθαρά ντοκιμαντερίστικη προσέγγιση δεν θα μπορούσα να πετύχω το ζητούμενο, καθώς ο ρόλος της είναι διαφορετικός. Εγώ χρειαζόμουν την ελευθερία να ενώσω διαφορετικές γυναίκες και βιώματα σε μία μορφή, ώστε η ιστορία να γίνει συλλογική και να μπορεί ο θεατής να αναγνωρίσει μέσα σε αυτές κομμάτια δικά του ή των γυναικών της οικογένειάς του. Ωστόσο, η πραγματικότητα και το ντοκουμέντο δεν λείπουν από την έκθεση. Απλώς μεταφέρονται μέσα από άλλες αισθήσεις. Δίπλα στις σκηνοθετημένες εικόνες υπάρχουν βίντεο και επιλεγμένα ηχητικά αποσπάσματα από πραγματικές συνεντεύξεις γυναικών. Υπάρχει, επίσης, αρχειακό υλικό από παλιές εφημερίδες και διαφημίσεις της εποχής με αναφορά στον θεσμό της προίκας. Πρόκειται, δηλαδή, για ένα πάντρεμα του μύθου με τη ζωντανή αλήθεια. Η μνήμη είναι η αφετηρία μου: οι αληθινές ιστορίες από τις συνεντεύξεις, το αρχειακό υλικό και τα δικά μου βιώματα. Η μυθοπλασία, από την άλλη, είναι το μέσο για να ειπωθούν αυτές οι ιστορίες. Συναντιούνται ακριβώς εκεί όπου ο φακός μεταμορφώνει την καταγραφή και το βίωμα γίνεται σύμβολο. Σε αυτό το πλαίσιο της μυθοπλασίας, η συγγραφέας Στέλλα Χαιρέτη συνεισφέρει με τη δική της γραφή. Σε τέσσερις από τους χαρακτήρες της έκθεσης εντάσσεται αυτούσιο κείμενο-κατάθεσή της, ενώνοντας τη λογοτεχνική της φωνή με εκείνη των γυναικών και προσθέτοντας μία ακόμη διάσταση στην αφήγηση.

Στις εικόνες σας το σώμα, το ύφασμα, το κέντημα και το φως μοιάζουν να λειτουργούν ως μία ενιαία αφήγηση. Πώς χτίζετε αυτή τη σκηνοθεσία;

Ως φωτογράφος, έχω εξαρχής την ευθύνη της επιλογής της κατάλληλης μορφής και του φωτισμού, μέσα από τα οποία διαχειρίζομαι το συναίσθημα στο κάδρο. Το φως πλάθει την ατμόσφαιρα, αναδεικνύοντας στο σώμα όλα όσα επιδιώκει να ψιθυρίσει ή να φωνάξει η γυναίκα με το βλέμμα ή τη στάση της. Επέλεξα για τις δέκα αυτές μορφές ένα βαθύ μαύρο φόντο, φωτογραφίζοντάς τες ξυπόλυτες. Η γυναίκα αναδύεται από το σκοτάδι, όπως η μνήμη, και συνδέεται με τη γη, την αλήθεια και την ευαλωτότητά της, κρατώντας μόνο αντικείμενα που χαρακτηρίζουν την ταυτότητά της και «μιλούν» μέσα από το βουβό κάδρο. Αυτή η λιτή σκηνοθεσία ολοκληρώνεται με το τύπωμα της φωτογραφίας σε ύφασμα, γεγονός που δίνει υφή και ζεστασιά στο τελικό αποτέλεσμα. Στα μικρότερα έργα, μάλιστα, η διαδικασία γίνεται ακόμη πιο οργανική, καθώς η μεταφορά των εικόνων πάνω στο ύφασμα γίνεται με τα ίδια μου τα χέρια. Όταν φωτογραφίζω ένα κέντημα, δεν με ενδιαφέρει απλώς να αποτυπώσω το σχέδιο ή την τεχνική του. Αναζητώ τα ίχνη του ανθρώπου πάνω του, τη φθορά και τις ατέλειές του. Αυτά τα «λάθη» μαρτυρούν τις ιστορίες που κρύβει. Το αντικείμενο κουβαλά την ιστορία του, αλλά παραμένει βουβό. Δεν μπορεί να μας τη διηγηθεί. Η φωτογραφία έρχεται να προσφέρει μια δεύτερη ανάγνωση. Χτίζοντας μια νέα αφήγηση, μπορείς να ξυπνήσεις στον θεατή κάτι διαφορετικό, κάνοντάς τον να αναγνωρίσει εκεί ένα δικό του, κρυμμένο κομμάτι.

Και στη συνέχεια έρχεται η παρέμβαση της Νανάς Λαμπράκη. Τι συμβαίνει όταν το νήμα συναντά τον φακό;

Όταν το νήμα συναντά τον φακό, η φωτογραφία μεταμορφώνεται. Δεν ήθελα οι εικόνες να παραμείνουν μια επίπεδη, ψυχρή επιφάνεια. Ήθελα να επιστρέψουν στο υλικό που αποτελεί την αφετηρία της ιστορίας μου: το ύφασμα. Ήθελα η υφή του να δώσει στην εικόνα μια άλλη δύναμη και να επιτρέψει στον θεατή να ταξιδέψει στη συλλογική μνήμη. Η επιλογή να μεταφέρω η ίδια τις φωτογραφίες ήταν απόλυτα συνειδητή. Η εικόνα περνά μέσα από τα δικά μου χέρια, με μια χειρονομία προσωπική και σχεδόν τελετουργική, κουβαλώντας την ενέργειά μου. Όπως κάποτε τα χέρια των γυναικών δημιουργούσαν την προίκα μέσα από την επανάληψη της βελονιάς, έτσι κι εγώ, με τα δικά μου χέρια, αποκαλύπτω και δημιουργώ μια νέα αλήθεια. Πάνω σε αυτή τη χειροποίητη μεταφορά παρεμβαίνει στη συνέχεια η χαρισματική κεντήστρα Νανά Λαμπράκη, καταθέτοντας τη δική της ψυχή μέσα από το κέντημα. Οι βελονιές και οι εικαστικές παρεμβάσεις της συνομιλούν με το φωτογραφικό μου έργο, άλλοτε διαισθητικά και άλλοτε μέσα από τη συνεργασία μας, δημιουργώντας τελικά αυτή την ενιαία αφήγηση, όπου το φως και η κλωστή γίνονται ένα. Όπως λέει η ίδια: «Η έμπνευση ερχόταν αβίαστα, σαν να μου έλεγε η καθεμία αυτό που χρειαζόταν για να επικοινωνήσει, φέρνοντάς μου στα χέρια κλωστές, μοτίφ, δαντέλες, κουμπάκια, απομεινάρια που θησαύριζα, μνημονικά ίχνη από περασμένα εργόχειρα». Η ιδέα να κεντηθεί αυτή η μεταφορά με ενθουσίασε. Και όταν, μετά το «προξενιό», γνώρισα τη Νανά, ένιωσα από την πρώτη στιγμή μια βαθιά σύνδεση. Στο πρόσωπό της βρήκα μια χαρισματική δημιουργό, έναν άνθρωπο-θησαυρό. Η ζεστασιά αυτής της υπέροχης γυναίκας και η μεταμόρφωση του έργου μου με συγκινούσαν κάθε φορά που αντίκριζα το αποτέλεσμα. Το δικό μου κλικ συνάντησε το έμπειρο βελόνισμά της, συνεχίζοντας η μία τη σκέψη της άλλης. Θα έλεγα ότι αυτή η διαδικασία ταξίδεψε και εμένα την ίδια, οδηγώντας με πιο βαθιά στο δικό της φως και στις δικές της μνήμες.

Πόσο σημαντικό είναι για εσάς το σώμα της γυναίκας ως φωτογραφικό τοπίο; Τι θέλατε να πείτε για τη γυναικεία ταυτότητα μέσα από τον τρόπο που σκηνοθετήσατε αυτές τις μορφές;

Ανέκαθεν η γυναίκα, το σώμα και το βλέμμα της αποτελούσαν αγαπημένα μου φωτογραφικά θέματα, με στόχο πάντα να αποκαλύψω κάτι μη ορατό. Στο συγκεκριμένο έργο, το γυναικείο σώμα παύει να είναι απλώς το θέμα της φωτογραφίας και γίνεται το βασικό τοπίο πάνω στο οποίο συναντιούνται όλα: το ύφασμα, το κέντημα, η μνήμη και η ταυτότητα. Δεν με ενδιαφέρει το σώμα ως αναπαράσταση της ομορφιάς, αλλά ως ένας τόπος που κουβαλά εμπειρίες. Επιδίωξα, μέσα από τη σκηνοθεσία, να το απομακρύνω από αυτή την αναμενόμενη εικόνα και να το αντιμετωπίσω ως φορέα βιωμάτων και προσωπικής ιστορίας. Ταξιδεύει από το χθες και μιλά σήμερα με μια εσωτερική δύναμη.

Η προίκα ως θεσμός έχει καταργηθεί εδώ και δεκαετίες. Έχει πραγματικά εξαφανιστεί ή απλώς έχει αλλάξει μορφή; Ποια θα λέγατε ότι είναι η «προίκα» μιας γυναίκας σήμερα;

Η προίκα δεν εξαφανίστηκε, μεταμορφώθηκε. Στο έργο μου με ενδιαφέρει ακριβώς αυτή η μετατόπιση: από την προίκα ως κάτι που δίνεται υποχρεωτικά σε μια γυναίκα για να ξεκινήσει τη ζωή της, στην «προίκα» ως κάτι που εκείνη διαμορφώνει και κατακτά η ίδια για τον εαυτό της. Μπορεί σήμερα να μην είναι ένα μπαούλο γεμάτο κεντήματα, σεντόνια και υφαντά —αν και στα περισσότερα σπίτια εξακολουθούν να φυλάσσονται—, όμως συνεχίζουμε να μεγαλώνουμε με εφόδια που μας παραδίδονται από τις προηγούμενες γενιές. Η «προίκα» μιας γυναίκας σήμερα είναι η μόρφωσή της, η ανεξαρτησία της, η εργασία της, οι αξίες που της μεταδόθηκαν. Πάνω απ’ όλα, όμως, η πιο σημαντική προίκα είναι κάτι άυλο: η γνώση ότι μπορείς να σταθείς μόνη σου, αλλά κυρίως η ελευθερία και η δυνατότητα να επιλέξεις τι θέλεις να κρατήσεις και τι όχι. Αυτό το συνειδητοποίησα βαθιά και για τη δική μου περίπτωση και νιώθω απέραντη ευγνωμοσύνη γι’ αυτό.

Αν μπορούσατε να ανοίξετε σήμερα το σεντούκι της μητέρας σας και να της κάνετε μία μόνο ερώτηση για όλα όσα κέντησε, ποια θα ήταν;

Θα τη ρωτούσα σίγουρα: «Τι σκεφτόσουν, αλήθεια, όταν τα κεντούσες;» Μα, κυρίως: «Τι ξέρουν τα κεντήματα που δεν έχεις πει ποτέ;» Ίσως αυτή να είναι και η μεγαλύτερη απορία για την προίκα μου: όχι πώς τα κέντησε, αλλά τι περιέχει η σιωπή της.

Η έκθεση μιλά για όσα μεταφέρονται από γενιά σε γενιά - αξίες, αντοχή, φροντίδα, αλλά και πληγές. Τελικά, τι αξίζει να κρατήσουμε από την «προίκα» των γυναικών του παρελθόντος και τι πρέπει να αφήσουμε πίσω;

Θα ήθελα να κρατήσουμε την ικανότητά τους να δημιουργούν, να φροντίζουν, να επιμένουν και να μετατρέπουν τα λίγα που είχαν στα χέρια τους σε κάτι πολύτιμο. Να κρατήσουμε τη γνώση, τη δεξιότητα, την υπομονή και τη δύναμη που έδειχναν στο γκρίζο των καιρών. Αυτό που θα ήθελα να αφήσουμε πίσω είναι η σιωπή που επιβλήθηκε σε αυτές τις γυναίκες. Την ιδέα ότι η φροντίδα είναι υποχρέωση, ότι η θυσία είναι αυτονόητη ή ότι η αξία μιας γυναίκας βρίσκεται μόνο σε όσα μπορεί να προσφέρει στους άλλους. Ίσως η δική μας ευθύνη απέναντι στην προίκα που παραλάβαμε να μην είναι απλώς να τη διατηρήσουμε, αλλά να την επανεξετάσουμε. Να κρατήσουμε το νήμα, αλλά να αλλάξουμε τις βελονιές και τα χρώματα!

Info

«Όσα δεν ειπώθηκαν, κεντήθηκαν» -
Εικαστική έκθεση Μίνας Τρικάλη & Νανάς Λαμπράκη
Επιμέλεια: Δώρα Λαβαζού
Διάρκεια: 2 – 15 Οκτωβρίου 2026
Εγκαίνια: Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2026, στις 19:00
Χώρος: Πολυχώρος – Γκαλερί Δημοτικής Πινακοθήκης Ηρακλείου, Χρυσοστόμου 8, Ηράκλειο
Ώρες λειτουργίας:
Δευτέρα – Παρασκευή: 10:00 – 14:00 & 18:00 – 21:00
Σαββατοκύριακα και αργίες: κλειστά
Είσοδος: Ελεύθερη για το κοινό
Τηλέφωνο: 2810 339067
E-mail: artgallery@heraklion.gr