Απογραφή στο τέλος του χρόνου: Φωτογραφίζοντας αυτά που μένουν
Εθνικές Εορτές, 1984
Φωτογραφια

Απογραφή στο τέλος του χρόνου: Ο Περικλής Αλκίδης φωτογραφίζει αυτά που μένουν

Στο μεταίχμιο ανάμεσα σε μια χρονιά που κλείνει και σε μια άλλη που ξεκινά, η απογραφή αποκτά υπαρξιακό βάρος
Δώρα Λαβαζού
Δώρα Λαβαζού
12’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Απογραφή: Στο φωτογραφικό έργο του Περικλή Αλκίδη, η φωτογραφία γίνεται εργαλείο μνήμης, απώλειας και επαναπροσδιορισμού του εαυτού

Στο τέλος κάθε χρονιάς, συνηθίζουμε –συνειδητά ή ασυνείδητα– να κάνουμε τη δική μας απογραφή: τι χάθηκε, τι διασώθηκε, τι κουβαλάμε μαζί μας στο επόμενο χρονικό κεφάλαιο. Στο έργο του Περικλή Αλκίδη, αυτή η διαδικασία αποκτά φωτογραφική μορφή και βάθος χρόνου. Η απογραφή δεν αφορά αριθμούς ή γεγονότα, αλλά τις μνήμες, τις οικογενειακές σχέσεις και τις απουσίες που διαμορφώνουν τη βιογραφία μας.

Από τις πρώτες του ενότητες, όπου επανέρχεται στις δραστηριότητες και τα πρόσωπα της πόλης, μέχρι τη συστηματική ενασχόληση με το οικογενειακό αρχείο, ο Περικλής Αλκίδης χρησιμοποιεί τη φωτογραφία ως μηχανισμό επαναπροσδιορισμού της μνήμης. Οι δίπτυχες και τρίπτυχες συνθέσεις λειτουργούν σαν χρονικά παράθυρα: παρελθόν και παρόν συνυπάρχουν, συνομιλούν, συγκρούονται.

Η ενότητα «Απογραφή», που ξεκινά το 2013 με αφορμή τον θάνατο της μητέρας του, συμπυκνώνει αυτή τη διαδρομή. Μέσα από το πένθος, η φωτογραφία γίνεται πράξη συνειδητής καταμέτρησης όσων δεν επιστρέφουν, αλλά συνεχίζουν να υπάρχουν ως ίχνη. Μια απογραφή που δεν κλείνει τον χρόνο, αλλά τον κρατά ανοιχτό – όπως ακριβώς και η μνήμη.

Απογραφή στο τέλος του χρόνου: Ο Περικλής Αλκίδης φωτογραφίζει αυτά που μένουν
Μοναστηράκι 1984

Μοναστηράκι 1984

Η «Απογραφή» ξεκινά σε μια από τις πιο φορτισμένες στιγμές της ζωής σας, αδειάζοντας το πατρικό σπίτι. Ποιο ήταν το πρώτο αντικείμενο που σας συγκλόνισε και σας έκανε να πείτε «έχω μια ιστορία να πω»;
Η τελευταία ενότητα της δουλείας μου με τίτλο «Απογραφή» ξεκίνησε το 2013 με το θάνατο της μητέρας μου, της μακροβιότερης από τους γονείς μου, που αναπόφευκτα σηματοδότησε το τέλος μίας ολόκληρης εποχής. Η πρώτη επίσκεψη στο πατρικό μου αμέσως μετά το θάνατό της, ήταν ένα συναισθηματικό σοκ: μόνος σε ένα σπίτι που έζησα την παιδική και νεανική μου ηλικία, στο οποίο μέχρι πριν λίγες μέρες ζούσε εκείνη και τώρα ήταν άδειο από κάθε ανθρώπινη παρουσία. Ο χρόνος είχε παγώσει. Δύο άπλυτα πιάτα κι ένα μπρίκι στο νεροχύτη, κάποια ρούχα απλωμένα ακόμα στο μπαλκόνι. Προσωπικά αντικείμενα και ρούχα της αφημένα στο μπάνιο και στο κομοδίνο δίπλα στο κρεβάτι της. Η πολυθρόνα με το σάλι της ήταν ακόμα στην αγαπημένη της θέση δίπλα στη μπαλκονόπορτα για να χαζεύει το δρόμο. Το βλέμμα μου έπεσε στις ντουλάπες της. Τις άνοιξα και είδα το κουτί με τα ραφτικά της, το σίδερο και κάποια από τα παπούτσια της. Στην αριστερή είχε τα ρούχα της. Κάποια απ’ αυτά μέσα σε σακούλες του καθαριστήριου, αφού δεν τα χρησιμοποιούσε πια γιατί σπάνια έβγαινε απ’ το σπίτι. Το τραπέζι της τραπεζαρίας ήταν ακόμα στρωμένο με το εμπριμέ μουσαμαδένιο τραπεζομάντιλο. Με έπιασε ένα δέος, όχι γιατί εντόπισα κάποια σημαντικά αντικείμενα που δεν γνώριζα την ύπαρξή τους, αλλά μπροστά στο αμετάκλητο της απώλειας και τον κίνδυνο να χαθεί ο μικρόκοσμος που περιείχε το παρελθόν μου, την ίδια μου τη  μνήμη και που όφειλα με κάποιο τρόπο να διαφυλάξω. Ήξερα ότι εκεί μέσα κρύβονται πολλές ιστορίες που ήθελα να πω. Η ιδέα για την υλοποίηση της σειρά ήρθε λίγο αργότερα και μετά από αρκετή σκέψη και πειραματισμούς. Με αφετηρία το υλικό που συγκέντρωσα από την έρευνά μου αυτή, ξετυλίγω την ιστορία της οικογένειάς μου που πορεύεται παράλληλα με σημαντικά γεγονότα της πρόσφατης ιστορίας μας.

Απογραφή στο τέλος του χρόνου: Ο Περικλής Αλκίδης φωτογραφίζει αυτά που μένουν
Απόκριες ΙΙ, 1984

Απόκριες ΙΙ, 1984

Η Πηνελόπη Πετσίνη σας χαρακτηρίζει «εμμονικό ντετέκτιβ». Νιώθετε ότι πράγματι ερευνάτε τη ζωή των γονιών σας όπως ένας ανακριτής που ψάχνει την αλήθεια ενός προσωπικού μυστηρίου;
Κατά τη διαδικασία εκκαθάρισης που αναγκαστικά ακολούθησε το θάνατο της μητέρας μου, ανακάλυψα μία «κιβωτό οικογενειακών πληροφοριών» από προσωπικά και καθημερινά αντικείμενα, ντοκουμέντα και ενθύμια, τα οποία δεν ήμουν ακόμα έτοιμος να αποχωριστώ. Ξεκίνησα λοιπόν να τα καταγράφω λεπτομερώς και στη συνέχεια να τα φωτογραφίζω, με την βεβαιότητα ότι κατ’ αυτό τον τρόπο θα διαφύλασσα στη μνήμη μου τα πρόσωπα των οικείων μου και την ουσία της σχέσης μου με αυτά, περισσότερο και καλύτερα από τις ίδιες τις αναμνηστικές τους φωτογραφίες, χωρίς ακόμα να ξέρω πώς θα τα χρησιμοποιούσα δημιουργικά. Η άνεση που είχα να ερευνήσω ανενόχλητος κάθε γωνιά του σπιτιού, μου έδωσε τη δυνατότητα να συλλέξω στοιχεία για να συνθέσω σταδιακά έναν προσωπικό αφηγηματικό ιστό, περιπλέκοντας τις ιστορίες των μελών της οικογένειας και τις άγνωστες σε εμένα πτυχές και διαδρομές της ζωής τους, σε μία προσπάθεια να φωτίσω τις σχέσεις, τις επιδράσεις και τις επιρροές που διαμόρφωσαν τελικά το περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγάλωσα. Υπό αυτή την έννοια, μπορεί για λίγο να λειτούργησα σαν «εμμονικός ντεντέκτιβ»

Απογραφή στο τέλος του χρόνου: Ο Περικλής Αλκίδης φωτογραφίζει αυτά που μένουν
Κοινωνικά Πορτραίτα, 1989

Κοινωνικά Πορτραίτα, 1989

Όταν ανοίξατε τα συρτάρια, βρήκατε έναν «κρυμμένο κόσμο» από τεκμήρια που δεν γνωρίζατε. Υπήρξε κάποια ανακάλυψη που άλλαξε την εικόνα που είχατε για τους γονείς σας;
Όχι, δεν συνέβη κάτι τέτοιο. Ο «κρυμμένος κόσμος» που ανακάλυψα στο πατρικό μου δεν άλλαξε την εικόνα που είχα για τους γονείς μου. Απλώς την επιβεβαίωσε. Αυτό όμως που έχει για μένα ενδιαφέρον είναι τι επιλέγουμε να κρατήσουμε και τι να πετάξουμε από όσα συσσωρεύουμε στη διάρκεια μιας ζωής. Τι θεωρούμε σημιτικό να διαφυλάξου με σε μία κιβωτό που μπορεί να ταξιδέψει στο μέλλος και χωρίς εμάς.
 
Φωτογραφίζατε τους γονείς σας στα τελευταία χρόνια της ζωής τους. Πώς ήταν να παρακολουθείτε τον χρόνο να αποτυπώνεται πάνω τους και, όπως είπατε, να βλέπετε σε αυτό μια προβολή του δικού σας μέλλοντος;
Τους γονείς μου άρχισα να τους φωτογραφίζω πιο συστηματικά από τα μέσα της δεκαετίας του ΄80, όταν δούλευα τη σειρά «Οικογενειακά Πορτραίτα» και συνέχισα να το κάνω μέχρι και το θάνατό τους. Όταν έφτασαν σε μεγάλη ηλικία και η κατάπτωσή τους ήταν εμφανής, απέφευγαν να φωτογραφηθούν. Δεν μπορούσαν να αντιληφθούν τους λόγους που εγώ συνέχιζα να τους φωτογραφίζω. Τα χρονικά περιθώρια στένευαν και άρχισε να περνάει απ’ το μυαλό μου ότι κάθε φορά που τους έβλεπα μπορεί να ήταν και η τελευταία. Νομίζω το ίδιο σκεφτόντουσαν και εκείνοι μετά από κάθε μας συνάντηση. Όταν ερχόταν η ώρα να φύγω μετά από μία σύντομη επίσκεψη στο πατρικό μου, η μητέρα μου με συνόδευε έως την εξώπορτα και με αγκάλιαζε με τέτοιο τρόπο σαν να με αποχαιρετούσε για τελευταία φορά. Κάθε φωτογραφία ένας μικρός θάνατος. Απεικονίζει μία στιγμή που έχει ήδη χαθεί. Κάθε φορά που φωτογράφιζα τους γονείς μου στη πάροδο του χρόνου, ήταν σαν να έβλεπα τον εαυτό μου στο μέλλον. Μπορεί ασυνείδητα να ήταν μία άσκηση εξοικείωσης με το αναπόφευκτο του δικού μου μέλλοντος.

Απογραφή στο τέλος του χρόνου: Ο Περικλής Αλκίδης φωτογραφίζει αυτά που μένουν
Μοναστηράκι 1987

Μοναστηράκι 1987

Τα τρίπτυχα της «Απογραφής» συνδυάζουν συρτάρια, αντικείμενα και ένα πορτρέτο των γονιών σας σε μεγάλη ηλικία. Πώς λειτουργεί αυτό το τρίτο στοιχείο για εσάς; Είναι σχόλιο, αποχαιρετισμός ή κάτι πιο προσωπικό;
Η χρήση ορισμένων πορτραίτων των γονιών μου σε προχωρημένη ηλικία στα τρίπτυχα της «Απογραφής», σίγουρα σηματοδοτεί ένα σχόλιο για τη ζωή και ταυτόχρονα ένα αποχαιρετισμό. Αναπόφευκτα, μέσα από αυτές τις εικόνες αναδύονται διαχρονικά ερωτήματα σχετικά με την απώλεια, το φόβο για το γήρας και το θάνατο. Εξάλλου η απεικόνιση της φθοράς ήταν κάτι που πάντα με γοήτευε, είτε πρόκειται για ανθρώπινες φιγούρες ή για χώρους που μου άρεσε να φωτογραφίζω, όπως εγκαταλελειμμένα σπίτια που έχουν ερημώσει αλλά κουβαλάνε τόσες ιστορίες από το παρελθόν, τόσα γέλια και δάκρυα, τόσες χαρές και απογοητεύσεις.
 
Μιλάτε για φάρμακα, τσιμπιδάκια και πινέζες - αντικείμενα καθημερινά, σχεδόν ασήμαντα. Τι είναι αυτό που σας επιτρέπει να ανασύρετε από αυτά μια ολόκληρη ιστορία;
Πολλά από τα μικροπράγματα που βρήκα σε διάφορες γωνιές του σπιτιού ήταν μεν ασήμαντα αλλά καθημερινά, όπως εξάλλου είναι και οι περισσότερες στιγμές της ζωής μας. Η καθημερινότητα όμως είναι εκείνη που δημιουργεί την απαραίτητη σκηνογραφία μέσα στην οποία θα συμβούν και τα σημαντικά γεγονότα της ζωής μας. Μέσα από όλα αυτά τα ασήμαντα λοιπόν, επέλεξα αυτά που μου ερέθισαν τη μνήμη και μου πρόσφεραν την άκρη του νήματος για να αφηγηθώ κάποιες από τις πολλές οικογενειακές ιστορίες που κατά καιρούς είχα ακούσει και ήθελα να διαφυλάξω. Αρχικά, και μη γνωρίζοντας πού θα με βγάλει όλο αυτό, επέλεξα να φωτογραφήσω και στη συνέχεια να καταγράψω με κάθε λεπτομέρεια το περιεχόμενο κάθε συρταριού, τσάντας, βαλίτσας, μπαούλου κλπ που εντόπισα σε χώρους του σπιτιού, μέρη που τοποθετούσαν οι γονείς μου προσωπικά τους αντικείμενα και ντοκουμέντα, ορισμένα άμεσης χρήσης αλλά τα περισσότερα να έχουν πλέον καλυφθεί από τη σκόνη του χρόνου.

Απογραφή στο τέλος του χρόνου: Ο Περικλής Αλκίδης φωτογραφίζει αυτά που μένουν
Πορτραίτα, 2000

Πορτραίτα, 2000

Όταν συνθέτετε αυτά τα κομμάτια της μνήμης, πού σταματά η πιστή ιστορία και πού αρχίζει η δική σας εκδοχή της οικογενειακής αλήθειας;
Όπως έχει πει ο Gabriel Garcia Marquez, «Η ζωή δεν είναι αυτή που έζησε κανείς, αλλά αυτή που θυμάται και όπως τη θυμάται για να την αφηγηθεί» και νομίζω ότι εκφράζει απόλυτα την ουσία της δουλειάς μου πάνω στη διαχείριση της μνήμης. Το θέμα που διατρέχει την ενασχόλησή μου με την αυτοβιογραφική οικογενειακή φωτογραφία, είναι αυτό της μνήμης ως μίας υποκειμενικής ερμηνείας των πραγματικών  γεγονότων και όχι ως η αντικειμενική καταγραφή τους. Σίγουρα η μνήμη μας είναι επιλεκτική, φιλτράρει τα πραγματικά γεγονότα με βάση προσωπικά βιώματα, ασυναίσθητα όμως αντλεί στοιχεία και από το υποσυνείδητο και τελικά διαμορφώνεται με βάση απολύτως υποκειμενικά κριτήρια. Εξάλλου στα οικογενειακά άλμπουμ ποτέ δεν δηλώνεται τί έχει προηγηθεί ή ακολουθήσει ενός φωτογραφικού στιγμιότυπου. Η μνήμη καλείται να το συμπληρώσει και συχνά να το ανατρέψει. Να αποκαλύψει ενδεχομένως το τι κρύβεται πίσω απ’ τη βιτρίνα αφού τα οικογενειακά άλμπουμ εν γένει παίζουν το ρόλο βιτρίνας της οικογενειακής αφήγησης.

Το δικό μου φωτογραφικό οικογενειακό αφήγημα αμφισβητεί τα τελετουργικά στερεότυπα της οικογένειάς μου, προσπαθώντας να τα ανατρέψει και να αποκαλύψει τα «μυστικά και ψέματα» της οικογενειακής ζωής και της αναπαράστασής της, κάτι που προσωπικά με λυτρώνει. Κατ’ αυτόν τον τρόπο επανατοποθετώ τον εαυτό μου μέσα στην «παράσταση» με εικόνες και σχόλια, σε μια προσπάθεια επαναδιαπραγμάτευσης του ρόλου μου.

Απογραφή στο τέλος του χρόνου: Ο Περικλής Αλκίδης φωτογραφίζει αυτά που μένουν
Τα βιβλία της ζωής μου, 1987

Τα βιβλία της ζωής μου, 1987

Λέτε πως μέσα στο έργο σας αναδύεται μια πιο σκοτεινή, τοξική πλευρά της ελληνικής οικογένειας. Ποια είναι αυτή η σκιά που κουβαλάτε και που επανέρχεται στη δουλειά σας;
Μεγάλωσα μέσα σε μία τυπική πατριαρχική μεσοαστική οικογένεια της μετεμφυλιακής Αθήνας τη δεκαετία του ’50. Ο πατέρας μου, ένας συντηρητικός , πουριτανός εργοστασιάρχης, ήταν ο γονέας χρηματοδότης που δεν ανεχόταν αμφισβήτηση και επέβαλε την εξουσία του στα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας. Σε αντίθετη περίπτωση υπήρχαν σοβαρές επιπτώσεις ψυχολογικής και σωματικής κακοποίησης. Προσωπικά, βίωσα μία δύσκολη παιδική ηλικία. Οι μαθησιακές δυσκολίες που εκδήλωσα από νωρίς στο σχολείο και οφείλονταν σε μια μορφή δυσλεξίας που ποτέ δεν διαγνώστηκε στην ώρα της, αποτέλεσε την κύρια αιτία απόρριψης από το οικογενειακό και σχολικό περιβάλλον, γεγονός που με σημάδεψε για πολλά χρόνια. Επιπλέον έπρεπε να ντρέπομαι διότι σαν πρωτότοκος γιός δεν ήμουν ικανός να εκπληρώσω τα πρότυπα και τις προσδοκίες που είχε για εμένα ο πατέρας μου. Μπήκα στην εφηβεία στα τέλη της δεκαετίας του ’60, εμβληματική περίοδο λόγω των παγκόσμιων κινημάτων, όταν αμφισβητήθηκαν όλα τα μέχρι τότε στερεότυπα περί οικογένειας. Η κακοποιητική συμπεριφορά του πατέρα μου με έφερε σε μεγάλη σύγκρουση μαζί του. Αρχικά αμφισβήτησα και στη συνέχεια απέρριψα τη φιγούρα του «πάτερ φαμίλια» και προσπάθησα να χαράξω το δικό μου δρόμο μήπως και σωθώ.

Αν και οι εποχές έχουν αλλάξει, σε γενικές γραμμές η τοξικότητα της Ελληνικής οικογένειας δεν έχει αλλάξει τόσο δραματικά όσο θέλουμε να πιστεύουμε σε σχέση με αυτή του περασμένου αιώνα. Τα στερεότυπα συνεχίζουν να επιβάλουν, συνήθως  μέσα από ένα αποπνικτικό στρώμα ενδιαφέροντος, υπερ-προστατευτισμού και ταυτόχρονα ανησυχίας των γονιών για το μέλλον των παιδιών τους, μια καλά συγκαλυμμένη τάση εξουσίας που συντελείται με τέτοιο τρόπο που κάνουν την παρουσία τους αναγκαία ακόμα και στην ενήλική ζωή τους. Οι οικογένειες εργάζονται ανελλιπώς για την καθυπόταξη των παιδιών τους, πρώτα στις αποφάσεις τις δικές τους και μετά των κοινωνικών προτύπων που συγγενεύουν μεταξύ τους, όπως των δασκάλων, των αφεντικών, των πολιτικών.
 

Απογραφή στο τέλος του χρόνου: Ο Περικλής Αλκίδης φωτογραφίζει αυτά που μένουν
Καρότσι. 1954-1988

Καρότσι. 1954-1988

Μιλήσατε για μια δύσκολη παιδική ηλικία. Πόσο ακόμη αυτή η παιδική εμπειρία καθορίζει τον τρόπο που κοιτάτε σήμερα τα αντικείμενα, τις μνήμες και τους γονείς σας μέσω της τέχνης;
Στο σύνολό της η ενασχόλησή μου με την Οικογενειακή Φωτογραφία για πάνω από 35 χρόνια είναι αυτό-αναφορική, θα μπορούσε να εκληφθεί και σαν ένα συνεχές αυτό-πορτραίτο που αντανακλά την ανάγκη μου να εξερευνήσω, να κατανοήσω και να μεταβολίσω ένα μισο-ξεχασμένο, μισο-επινοημένο παρελθόν μέσω του οποίου προσπαθώ να διαχειριστώ, και όσο γίνεται να θεραπεύσω τα συναισθήματα ανεπάρκειας, απόρριψης και φόβου που έχουν τις ρίζες τους σε επώδυνα βιώματα της παιδικής μου ηλικίας. Αποτελεί μία προσπάθεια αποδόμησης της μνήμης σε αναζήτηση της προσωπικής μου ταυτότητας και αυτοαντίληψης. Μια προσπάθεια να φωτίσω τη συνήθως αθέατη πλευρά της οικογενειακής παθογένειας και να βάλω τη μνήμη μου σε μια «τάξη».

Ξεπερνώντας σε μεγάλο βαθμό το τραύμα της παιδικής ηλικίας, κατέληξα τελευταία να αισθάνομαι «τυχερός» που είχα έναν αυταρχικό πατέρα! Χωρίς αυτό του το χαρακτηριστικό αμφιβάλω αν θα είχα την ανάγκη να εκφραστώ μέσα από τη φωτογραφία σε μια προσπάθεια να αποτυπώσω την έκφραση του θυμού και της θλίψης, τη διαδικασία της εκδίκησης, της συγχώρεσης και τελικά της λησμονιάς – τη διαχείριση με δυο λόγια των προσωπικών μου συναισθημάτων. Υπό μία έννοια λοιπόν, αισθάνομαι ευεργετημένος!

Είπατε ότι η δουλειά ξεκίνησε σαν «παιχνίδι συμφιλίωσης» και κατέληξε να έχει ψυχοθεραπευτική διάσταση. Σήμερα, τι έχει θεραπευτεί και τι παραμένει ανοιχτό μέσα από την «Απογραφή»;
Στα μέσα της δεκαετίας του ’80, την εποχή που η αντιπαράθεση με τους γονείς μου και κυρίως με τον πατέρα μου είχε πλέον καταλαγιάσει, επινόησα ένα αυθόρμητο, «θεατρικό» θα έλεγα παιχνίδι συμφιλίωσης που στηρίχτηκε σε προφανείς συλλογισμούς πάνω στη μνήμη και το χρόνο και κατέληξε να συνδέσει τις φωτογραφίες που προέκυψαν με την πρακτική της ψυχοθεραπείας. Τα αδέλφια μου κι εγώ είχαμε πλέον τις οικογένειές μας, τις δουλειές μας και την καθημερινότητά μας. Το πατρικό διαμέρισμα όμως αποτελούσε ακόμα σημείο συνάντησης όλης της οικογένειας γύρο από ένα Κυριακάτικο ή γιορτινό τραπέζι. Οι ενοχές και η έλλειψη αυτοεκτίμησης που κληρονόμησα από τα παιδικά μου χρόνια, συνέχισαν να με κρατούν σε απόσταση από τον πατέρα μου αλλά ο θυμός μου είχε υποχωρήσει. Την ίδια στιγμή σκεφτόμουν πως ήταν πια μεγάλος σε ηλικία, χωρίς να μπορεί πλέον να ασκήσει οποιαδήποτε εξουσία επάνω μου. Οι ρόλοι είχαν αντιστραφεί, ο κάποτε κακοποιητικός πατέρας, ήταν τώρα σε ευάλωτη θέση. Σκέφτηκα λοιπόν να εκμεταλλευτώ αυτές τις οικογενειακές συναντήσεις. Ζήτησα διακριτικά από τα μέλη της οικογένειας να υποδυθούν τους εαυτούς τους σε κάποια από τα παλιά στιγμιότυπα και επανέλαβα εκείνες τις φωτογραφίες, με τα ίδια ακριβώς πρόσωπα πολλά χρόνια αργότερα, σε μία υποσυνείδητη προσπάθεια να είμαι εγώ πλέον ο σκηνοθέτης στην οικογενειακή μου ιστορία. Μέσω αυτής της διαδικασίας, μετατρέπομαι από παθητικός αποδέκτης σε ενεργό δημιουργό της μνήμης και της ταυτότητάς μου, μετασχηματίζοντας το προσωπικό μου παρελθόν σε εργαλείο αυτογνωσίας και ψυχικής ενδυνάμωσης. Καρπός εκείνης της περιόδου ήταν η δημιουργία της σειράς με τίτλο «Οικογενειακά Πορτραίτα».
 
Πώς θα θέλατε να νιώσει ο θεατής όταν κοιτάζει ένα συρτάρι, ένα φύλλο πορείας ή μια φωτογραφία των γονιών σας στα γηρατειά; Θέλετε να δει τη δική σας ιστορία ή να θυμηθεί τη δική του;
Ο θεατής παρατηρώντας τις εικόνες μου μπορεί να νοιώσει συναισθήματα βάση των δικών του βιωμάτων. Το ιδιωτικό γίνεται δημόσιο και πλέον είναι ανοικτό σε πολλαπλές ερμηνείες από τον εκάστοτε θεατή. Κατά την παρουσίαση των έργων μου έχω παρατηρήσει θεατές να αντιδρούν με τελείως διαφορετικό τρόπο, κάποιος μπορεί να δακρύσει και άλλος να χαμογελάσει παρατηρώντας το ίδιο έργο. Όπως ειπώθηκε και σε προηγούμενη ερώτησή σας, τα έργα αυτά παρουσιάζουν υλικό με έντονη συναισθηματική και προσωπική σημασία που αγγίζει τη θλίψη της απώλειας, το φόβο για το γήρας και το θάνατο. Είναι συν τοις άλλοις, μία σπουδή πάνω στο χρόνο, τη φθορά που επιφέρει και εξομολογήσεις που ποτέ δεν τολμήσαμε να κάνουμε όσο υπήρχε καιρός.

Το οικογενειακό αρχείο μοιάζει αστείρευτο. Πιστεύετε ότι η «Απογραφή» μπορεί ποτέ να ολοκληρωθεί ή είναι ένα έργο ζωής που θα παραμένει ανοιχτό όσο και οι δικές σας μνήμες;
Η σειρά έργων που τιτλοφορείται «Απογραφή», είναι η τέταρτη αυτοβιογραφική ενότητα των έργων με θέμα την οικογένεια. Για να συνοψίσω, ξεκίνησα το 1986 με τη φωτογραφική ενότητα «Οικογενειακά Πορτραίτα», ακολούθησε η ενότητα «Παράλληλες Εικόνες» που ξεκίνησα το 1993 και στη συνέχεια η ενότητα «Μία οικογενειακή Ιστορία» που ξεκίνησε το 2009. Η ενότητα αυτή όπως και η «Απογραφή» περιλαμβάνουν αυτοβιογραφικά κείμενα στα οποία, κάθε φορά που τα διαβάζω, επεμβαίνω με μικρές ή και ριζικές αλλαγές, άρα είναι υπό συνεχή εξέλιξη. Και οι τέσσερεις όμως ενότητες έχουν δουλευτεί πολλά χρόνια και βαίνουν προς την ολοκλήρωσή τους. Αναφέρονται στην οικογένεια που δημιούργησαν οι γονείς μου και καλύπτουν μία χρονική περίοδο 26 περίπου χρόνων  μέχρι τη δημιουργία της δικής μου οικογένειας. Στη νέα υπό εξέλιξη ενότητα «Αφήγηση Μιας Ζωής», παραθέσω το δικό μου «αφήγημα» που πραγματεύεται το οικογενειακό άλμπουμ της οικογένειας που δημιούργησα εγώ και αφορά στην ενήλικη ζωή μου. Θα περιέχει φωτογραφίες που τράβηξα συνειδητά με ένα σκεπτικό που προσδοκώ ότι θα ανατρέπει τα κλισέ, θα «αποκαλύπτει» παρά θα «αποκρύπτει». Έχοντας πλέον πλήρη συνείδηση της διαδικασίας παραγωγής ενός οικογενειακού λευκώματος, θα προσπαθήσω να αφήσω στα παιδιά μου τελείως διαφορετικές εικόνες: απολύτως σκηνοθετημένες, στις οποίες η παράσταση και οι ρόλοι παίζονται συνειδητά εξαρχής.

Απογραφή στο τέλος του χρόνου: Ο Περικλής Αλκίδης φωτογραφίζει αυτά που μένουν
Απογραφή

Απογραφή

Ο Περικλής Αλκίδης γεννήθηκε και ζει στην Αθήνα. Δεν υπήρξε ποτέ επαγγελματίας φωτογράφος, με την έννοια του βιοπορισμού από τη φωτογραφία. Σπούδασε Ηλεκτρονικός Μηχανικός στην Αγγλία την περίοδο 1975–1979. Εκεί έρχεται για πρώτη φορά σε επαφή με τη δημιουργική φωτογραφία. Με το τέλος των σπουδών του επιστρέφει στην Ελλάδα για να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία. Αυτό στάθηκε η αφορμή για την πρώτη του ολοκληρωμένη φωτογραφική δουλειά με πορτραίτα συναδέλφων του από το στρατό, με τίτλο «Στρατιωτικά Πορτραίτα», και για την πρώτη του ατομική έκθεση στο Φωτογραφικό Κέντρο Αθηνών, χώρο που παίζει καταλυτικό ρόλο για δυόμιση δεκαετίες, σηματοδοτώντας τη γέννηση της Νέας Ελληνικής Φωτογραφίας και στον οποίο γίνεται μέλος το 1987.

Τα φωτογραφικά του ενδιαφέροντα την εποχή εκείνη στρέφονται γύρω από τη φωτογραφία «δρόμου». Τα θέματα που τον προσελκύουν έχουν μία αυτοαναφορικότητα και περιστρέφονται συνεχώς γύρω από δραστηριότητες των ανθρώπων της πόλης («Απόκριες», «Μοναστηράκι», «Καθαρά Δευτέρα», «Κοινωνικά Πορτραίτα», «Γάμοι» κλπ), μελετώντας παράλληλα τον μηχανισμό δημιουργίας αναμνήσεων.

Το 1986 αρχίζει να φωτογραφίζει συνειδητά την οικογένειά του, δημιουργώντας την ενότητα «Οικογενειακά Πορτραίτα» με δίπτυχες συνθέσεις. Στην ενότητα αυτή επανα-φωτογραφίζει μια σειρά από οικογενειακές αναμνηστικές φωτογραφίες που επιλέγει μέσα από τα οικογενειακά του άλμπουμ, σκηνοθετώντας τα ίδια πρόσωπα — τους γονείς και τα αδέλφια του — στις ίδιες πόζες, αλλά αρκετές δεκαετίες αργότερα.

Ακολουθεί η ενότητα «Παράλληλες εικόνες», που ξεκινά το 1993. Πάλι, με αφετηρία φωτογραφίες από τα οικογενειακά του άλμπουμ, συνδυάζει υπό μορφή δίπτυχων τις παλιές με τις σύγχρονες εκδοχές που φωτογραφίζει κυρίως με μηχανή Polaroid, ανοίγοντας έναν ποιητικό διάλογο με το παρελθόν. Ακολουθεί η ενότητα «Μία οικογενειακή ιστορία», στην οποία μεταχειρίζεται το φωτογραφικό του υλικό πιο σύνθετα. Χρησιμοποιεί παλιές καρτ ποστάλ από την οικογενειακή του αλληλογραφία και τις αντιπαραθέτει με οικογενειακές φωτογραφίες που σχετίζονται με αυτές είτε χρονολογικά είτε εννοιολογικά. Κάτω από κάθε φωτογραφία και καρτ ποστάλ, αντιπαραθέτει δικά του ερμηνευτικά κείμενα, σχόλια και ιστορίες από την παιδική και εφηβική του ηλικία, σε μία προσπάθεια να δημιουργήσει το δικό του αυτό-πορτραίτο και όχι αυτό που επέλεξαν οι άλλοι για αυτόν.

Ακολουθεί η ενότητα «Απογραφή» με τρίπτυχες συνθέσεις, που σχετίζεται με τη διαχείριση της απώλειας, του πένθους και εντέλει της οικογενειακής του βιογραφίας, και ξεκινά το 2013 με αφορμή το θάνατο της μητέρας του.

Δειτε περισσοτερα